MANANTIAL= ΠΡΧ ΜΑΝΑ> ΠΗΓΗ ΥΓΡΟΥ, ΠΗΓΑΖΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
manantial πρχ μάνα νερού= πηγή
1. α, πηγή νερού, agua de manantial, νερό πηγής
2. μτφ, πηγή για κάτι, manantial de ideas, πηγή ιδεών
manantío 1. α, λγτ, ανάβλυση
manantío, a 1. ε, λγτ, αναβλύζων, -ουσα, -ον
manante 1. ε, αναβλύζων, -ουσα, -ον
manadero 1. α, πηγή, ανάβρα
manadero, ra 1. ε, αναβλύζων, -ουσα, -ον
manar 1. ρα, σαν μάνα νερού= για υγρό, αναβλύζω, πετάγομαι, βγαίνω,
la fuente mana poca agua, η πηγή αναβλύζει λίγο νερό
2. ρμ, αναβλύζω, la fuente mana agua, η πηγή αναβλύζει νερό
la herida mana mucha sangre, η πληγή βγάζει πολύ αίμα
3. μτφ, αναβλύζω, βγάζω, su alma mana amor, η ψυχή του αναβλύζει αγάπη
emanar 1. ρα, εκ-βγάζω σαν μάνα κάτι= εκπέμπω, αναδίδω, εκλύω,
del guiso emanaba un olor delicioso, από το φαί αναδυόταν μια μυρωδιά γευστικότατη
2. μτφ, από που ξεκινά κάτι= εκ-πηγάζω, απορρέω, εκ-πορεύομαι από,
todo ello emana de una falta de planificación, όλο αυτό εκπηγάζει από μια έλλειψη πλάνου
3. ρμ, μτφ, εκπέμπω, αναδίδω, emanar simpatía, εκπέμπει συμπάθεια
emanación 1. θ, κυρ, μτφ, εκπήγαση, απόρροια, εκπόρευση
dimanar πρχ δια-βγάζω σαν μάνα= πηγάζω
1. ρα, για υγρό, πηγάζω από, El agua que dimana del suelo está caliente,
Το νερό που πηγάζει από το έδαφος είναι ζεστό
2. μτφ, κάτι πηγάζει από, προέρχομαι από, απορρέω από,
su seguridad dimana de su experiencia, η ασφάλεια του πηγάζει από την εμπειρία του
dimanación 1. θ, πηγασμός υγρού
2. απόρροια, εκπόρευση
Marsella 1. ονο, Μασσαλία
marsellés, esa 1. ε, μασσαλιώτικος, -η, -o
2. α θ, Μασσαλιώτης, -ισσα, Μαρσεγιέζος, -ζα
marsellés 1. α, μτφ, κοντό σακάκι από χοντρό ύφασμα
Marsellesa 1. θ, la Marsellesa, η Μασσαλιώτιδα