LLORAR

LLORAR= ΗΧΜ ΓΙΟΡΑΡ> ΓΙΟΥΑ-ΓΙΟΥΑ= ΚΛΑΜΑ, ΠΡΧ ΓΟΕΡΟ= ΚΛΑΜΑ, ΠΡΧ ΠΛΕΡΕΖΕΣ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

lloro 1. α, κλάμα, κλαυθμός, me conmueve más el dolor silencioso que los lloros,

με συγκινεί περισσότερο ο σιωπηλός πόνος απο τα κλάματα

llorar 1. ρα, κυρ, κλαίω, δακρύζω, lloraron mucho cuando tuvieron que separarse

έκλαψαν πολύ οταν χρειάστηκε να χωρίσουν

2. θρηνώ για κάτι, lloraba la muerte de su madre, θρηνούσε για το θάνατο της μητέρας του

3. κλαίω για αποτυχία, κακοτυχία, llorar sus desgracias, θρηνούσε για την κακοτυχία του

4. llorar de, κλαίω από, llorar de alegría, κλαίω από χαρά

5. εκφ, echarse, romper a llorar, ρίχνομαι, ξεσπώ σε κλάματα,

el que no llora no mama, οικ, όποιος δεν κλαίει δεν θηλάζει=

αν δεν κλάψει το παιδί δεν του δίνουνε φαί

para echarse a llorar, οικ, για κλάματα, αξιοθρήνητος,

su rendimiento estaba para echarse a llorar, η απόδοση του ήταν για κλάματα

llorera 1. θ, οικ, κλάμα δυνατό και συνεχές

2. εκφ, entrarle a alguien la llorera, του μπαίνει το κλάμα= ξεσπάει σε κλάματα

llorón, ona πρχ που κλαίει πολύ και εύκολα

1. ε, α θ, κλαίων, -ουσα, -ον, κλαψιάρης, -α, -ικο, κλαψιάρης, -α, δακρύβρεχτος, -η, -ο

el mayor fue un niño llorón, ο μεγάλος ήταν ενα παιδί κλαψιάρικο

2. μτφ, κλαψιάρης, -α, -ικο, κλαψιάρης, -α, παραπονιάρικος, -η, -ο, παραπονιάρης, -α,

no seas llorón, que menuda suerte tienes, μην είσαι κλαψιάρης, γιατί πολύ τύχη έχεις

3. σνθ, sauce llorón, κλαίουσα ιτιά

llorona 1. θ, μοιρολογίστρα σε ταφή, επειδή κλαίει

lloroso, sa 1. ε, κλαμένος, -η, -o, θλιμμένος, -η, -o, δακρυσμένος, -η, -o,

cuando la vi, tenía los ojos llorosos, οταν την είδα, είχε τα μάτια κλαμένα

2. που προκαλεί κλάμα, θλιβερός, -ή, -ó, λυπητερός, -ή, -ó

llorado, da 1. ε, πολύκλαυστος, -η, -ο, πολυθρήνητος, -η, -ο

lloraduelos 1. α θ, πρχ κλαίει-δόλο> πόνους= κλαψιάρης, -α

Ilorica 1. ε, α θ, οικ, υτμ, κλαψ-ιάρης, -α, -ικο, κλαψιάρης, -α

Iloricón, ona 1. ε, α θ, υτμ, κλαψιάρ-ικος, -η, -o, κλαψιάρης, -α

lloriquear 1. ρα, κλαυθμυρίζω, κλαψουρίζω

lloriqueo1. α, κλαυθμυρισμός, κλάψα, κλαψούρισμα

sollozar 1. ρα, πρχ σο-γιο-ραρ = κλαίω με αναφιλητά, λυγμούς, el niño sollozaba,

το παιδί έκλαιγε με λυγμούς

sollozo 1. α, αναφιλητό, λυγμός

2. εκφ, estallar, prorrumpir en sollozos, ξεσπώ, αναλύομαι σε λυγμούς

zollipar 1. ρα, κλαίω με αναφιλητά

zollipo 1. α, αναφιλητό

deplorar πρχ ντε-πλοραρ> έχω πλερέζες= λύπη, κατα-λυπούμαι, κατα-κλαίω

1. ρμ, λυπούμαι πολύ, θρηνώ, La situación es la que es y sería inútil deplorar las batallas perdidas de el pasado, Η κατάσταση είναι αυτή που είναι και θα ήταν άχρηστο να θρηνούμε τις χαμένες μάχες του παρελθόντος

deplorable 1. ε, αξιοθρήνητος, -η, -o, λυπηρός, -ή, -ó

deplorablemente 1. επρ, αξιοθρήνητα, με μεγάλη λύπη

implorar 1. ρμ, πρχ με-πλερέζες> με λύπη ζητώ κάτι= ικετεύω με παράκληση,

imploraba de rodillas el perdón de su padre,

ικέτευε στα γόνατα την συγχώρεση απο τον πατέρα του

imploración 1. θ, ικεσία, επίκληση, παράκληση,

la imploración a su misericordia no ablandó en absoluto su semblante,

η επίκληση στο έλεος του δεν μαλάκωσε καθόλου την όψη του

implorante 1. ε, ικετευτικός, -ή, -ό, παρακλητικός, -ή, -ό

Scroll to Top