LLENO

LLENO= ΠΡΧ ΛΕΝΟ> ΠΛΕΟΝ> ΓΕΜΑΤΟ, ΠΕΧ ΓΙΕΝΟ> ΓΙΕΜΟ> ΓΕΜΑΤΟ, ΠΡΧ PLENO> ΠΛΗΡΗΣ, ΠΛΗΡΩΝΩ, ΚΟΜΠΛΕ, ΠΡΧ ΠΛΑΣ> ΣΥΝ, ΠΛΗΒΕΙΟΣ, ΠΛΕΜΠΑ, ΠΡΧ ΦΟΥΛ, ΡΙΖΑ ΠΛ- > ΠΛ-ΕΟΝ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

full 1. α, φουλ στο πόκερ, en póquer

full-contact 1. α, αθλ, πλήρης επαφή

full-time 1. ε, φουλ-τάιμ, πλήρους ωραρίου, απασχολήσεως

refilar 1. ρμ, τυπ, πρχ περι-φουλάρω= ξαναγεμίζω

refilado 1. α, τυπ, ανταλλακτικό γεμίσματος μελανιού

pleistoceno, na 1. ε, γωλ, πλειστό-καινος, -η, -o

pleistoceno 1. α, el Pleistoceno, η Πλειστόκαινος,

plioceno, na 1. ε, γωλ, πλειόκαινος, -η, -o

plioceno 1. α, el Plioceno, η Πλειόκαινος

pleonasmo 1. α, γλγ, πλεονασμός

pleonástico, ca 1. ε, γλγ, πλεοναστικός, -ή, -ó

paúl 1. ε, θρη, σχετικός, -ή, -ó με τους λαζαριστές

2. α, πρχ παουλ> βαουλ>βάλτος ή π-αουλ> έλος= βάλ-τος, έλος

3. θρη, λαζαριστής

paular 1. α, πρχ βάλτος, έλος, Los caimanes viven en paulares de la jungla,

Οι αλιγάτορες ζουν σε βάλτους της ζούγκλας

2. μτφ, δυσκολία> βάλτος= τέλμα

palúdico, ca 1. ε, πρχ π-αλουδ-ικο> ελώδης, -ης, -ες, ελονοσιακός, -ή, -ó,

fiebres palúdicas, ελώδεις πυρετοί

zona palúdica, ελώδης περιοχή

paludismo 1. α, ιατ, πρχ ελωδισμός= ελονοσία

pantano πρχ παν-τανο > βαλ-τωνω

1. α, βάλτος, βαλτότοπος, έλος, τέλμα, Una criatura misteriosa vive en este pantano,

Ένα μυστηριώδες πλάσμα ζει σε αυτό το βάλτο

2. ταμιευτήρας νερού, υδρο-ταμιευτήρας

3. φράγμα νερού

4. δύσκολη κατάσταση, τέλμα, si mis padres se enteran me habré metido en un pantano,

Αν το μάθουν οι γονείς μου, θα έχω βρεθεί σε δύσκολη κατάσταση

pantanoso, sa 1. ε, ελώδης, -ης, -ες, τελματώδης, -ης, -ες, βαλτώδης, -ης, -ες,

terreno pantanoso, ελώδες έδαφος

región pantanosa, ελώδης περιοχή

2. μτφ, πολύ δύσκολος, -η, -o, τελματώδης, -ης, situación pantanosa, δύσκολη κατάσταση

pantanal 1. α, ελώδης περιοχή, βαλτό-τοπος

pavana 1. θ, χορός παβάνα

plebe 1. θ, πρχ πλέμπα, όχλος, πληβείοι, La plebe esperó a los gladiadores con impaciencia,

Ο όχλος περίμεναν τους μονομάχους με ανυπομονησία,

El emperador romano saludó a la plebe desde su balcón,

Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας χαιρέτησε τον όχλο από το μπαλκόνι του

Desde que tiene plata no quiere juntarse con “la plebe”

Από τότε που έχει παρά, δεν θέλει να κάνει παρέα με «την πλέμπα»

plebeyo, ya 1. ε, α θ, σχετικός με την πλέμπα, όχλο, πληβείος, -α, -ο, κοινός, -ή, -ό,

A Ramón no le gusta rodearse de gente plebeya porque se considera muy refinado,

Στον Ραμόν δεν του αρέσει να περιβάλλεται από κοινούς ανθρώπους επειδή θεωρεί τον εαυτό του πολύ εκλεπτυσμένο

2. σχετικό ή για άτομο χαμηλής καταγωγής, mi hija no va a casarse con plebeyo,

άσημος, -η, -ο, η κόρη μου δεν θα παντρευτεί με ένα πληβείο> άσημο

3. για κάτι χαμηλής ηθικής, ευτελές, -ή, -ής, gesto plebeyo, χειρονομία ευτελής

plebeyez 1. θ, κατάσταση πληβείου

aplebeyar 1. ρμ, ραντ, δίνω χαρακτήρα πληβείου σε κάτι, κάποιον, ευτελίζω, υποβιβάζω

aplebeyamiento 1. α, ευτέλεια, υποβιβασμός

emplebeyecer 1. ρμ, κάνω κάτι προσιτό σε όλους, στην πλέμπα, όχλο

2. aplebeyar

plebiscitar 1. ρμ, πρχ πληβειο-θέτω= θέτω σε δημοψήφισμα κάτι

plebiscito 1. α, δημοψήφισμα, proponen que se haga un plebiscito sobre el aborto,

Προτείνουν να διεξαχθεί ένα δημοψήφισμα για την άμβλωση

plus πρχ πλάς= επι-πλέον

1. α, επίδομα σε μισθό, Recibió un plus por haber trabajado los fines de semana,

Έλαβε ένα μπόνους επειδή είχε εργαστεί τα Σαββατοκύριακα

2. συν για κάτι, los idiomas son un plus, οι ξένες γλώσσες είναι ένα συν

3. στρ, συμπλήρωμα μισθοδοσίας

4. σνθ, plus de carestía de vida, αυτόματη τιμαριθμική προσαρμογή

plus de nocturnidad, επίδομα νυχτερινής απασχόλησης

plus de peligrosidad, επίδομα επικινδυνότητας

plus de productividad, επίδομα παραγωγικότητας

plus familiar, οικογενειακό επίδομα

5. εκφ, faltaría plus, οικ, αυτό μου, μας έλειπε, ¿me prestas tu moto?, ¡faltaría plus!,

θα μου δανείσεις την μηχανή σου; αυτό μας έλειπε!

plural 1. ε, γρμ, πληθυντικός, -ή, -ó λέξης, la terminación del masculino plural,

η κατάληξη του αρσενικού πληθυντικού

2. πολλαπλός, -ή, -ó, με πολλές όψεις, votaciones plurales, πολλαπλή ψηφοφορία

nuestra sociedad es plural y llena de contrastes,

η κοινωνία μας είναι πολλαπλή και γεμάτη από αντιθέσεις

3. α, γρμ, πληθυντικός, poner una palabra en plural, βάζω μια λέξη στον πληθυντικό

4. σνθ, plural de modestia, πληθυντικός της μετριοφροσύνης

plural mayestático, πληθυντικός της μεγαλοπρεπείας

pluralidad 1. θ, πλειονότητα σε κάτι, μεγαλύτερος αριθμός σε κάτι

2. πολυφωνία

3. ιδιότητα του plural

pluralismo 1. α, πλουραλισμός, πολλαπλότητα

pluralista 1. ε, πλουραλιστικός, -ή, -ό

pluralizar 1. ρμ, γλγ, βάζω στον πληθυντικό

2. ρα, μτφ, γενικεύω, no pluralices, no somos iguales,

μη γενικεύεις, δεν είμαστε ίδιοι

3. ρμ, μτφ, δίνω ποικιλία σε κάτι, πλουραλισμό, διαφοροποιώ,

Pluralizar la información, la sociedad, Δίνω ποικιλία στην πληροφορία, την κοινωνία

pluri- 1. πρθ, πολύ-, πρόθεμα που σημαίνει πολύ, plurilingüe, πολύγλωσσος, -η, -ο

pleno 1. α, πρχ πλ-ενο> πλ-ήρης= απαρτία ατόμων σε συγκέντρωση ή ολομέλεια,

las decisiones que se tomaron en el pleno deben respetarse,

οι αποφάσεις που λήφθηκαν στην ολομέλεια πρέπει να γίνουν σεβαστές

2. φουλ ευστοχία σε παιχνίδι τύχης

3. σνθ, pleno al quince, δεκατριάρι στο ΠΡΟ-ΠΟ

4. εκφ, convocar un pleno, συγκαλώ την ολομέλεια

pleno, na 1. ε, πλήρης, -ης, -ες, για σημείο, κατάσταση με μέγιστη στιγμή,

tengo el corazón pleno de felicidad, έχω την καρδιά πλήρης από ευτυχία,

no puedo salir, estoy en plenos exámenes finales,

δεν μπορώ να βγω, βρίσκομαι μέσα σε πλήρη διαγωνίσματα τελικά

en pleno invierno, μεσ’ το κατα-χείμωνο

en plena posesión de, έχοντας πλήρη κατοχή

con pleno derecho, με πλήρες δικαίωμα

2. εκφ, de pleno, πρχ εκ-πλήρης= πλήρως, rechazaron el plan de pleno,

απέρριψαν το σχέδιο στο σύνολό του

acertó de pleno, πέτυχε διάνα

en pleno, απαρτία, la asamblea en pleno, η συνέλευση σε απαρτία

plenitud 1. θ, καλύτερη στιγμή, σημείο με πληρότητα, está en su plenitud física,

βρίσκεται στη σωματική πληρότητά του,

la plenitud de la vida, η καλύτερη στιγμή της ζωής

2. πληρότητα= σύνολο, ολότητα, considera la cuestión en su plenitud,

εξετάζει το ζήτημα στο σύνολό του

3. ιατ, υπεραύξηση του αίματος

4. ιδιότητα του pleno

5. εκφ, alcanzar la plenitud, φτάνω στην πληρότητα

en la plenitud de, στο απόγειο του, está en la plenitud de su carrera,

βρίσκεται στο απόγειο της καριέρας του

está en la plenitud de la vida, είναι στο άνθος της ηλικίας του

plenario, ria 1. ε, για δίκη, συνέλευση, πλήρης= ολομελής, -ής, -ές,

El Congreso se reunirá en sesión plenaria el jueves para discutir el nuevo proyecto de ley sobre impuestos estatales, Το Κογκρέσο θα συνεδριάσει σε ολομέλεια την Πέμπτη για να συζητήσει το νέο νομοσχέδιο για τη φορολογία των πολιτειών

plenario 1. α, ολομέλεια

plenamente 1. επρ, πλήρως

lleno πρχ γιενο> λενο> πλεον = γεμάτο

1. α, πληρότητα σε θέατρο, στάδιο, hay un lleno en el teatro, έχει πληρότητα στο θέατρο

Se espera un lleno en el Estadio Corregidora para el partido de los Gallos Blancos,

Αναμένεται σολντ-αουτ στο γήπεδο Corregidora για τον αγώνα με τους Gallos Blancos

lleno, na 1. ε, γεμάτος, -η, -o, φουλ, Ten cuidado, la taza está llena hasta el borde,

Προσοχή, το φλυτζάνι είναι γεμάτο μέχρι το χείλος

El texto estaba lleno de errores, Το κείμενο ήταν γεμάτο λάθη

Tengo la pierna llena de moretones, Έχω το πόδι μου γεμάτο μελανιές

No me sirvas más pastel. ¡Estoy muy lleno!

Μην μου σερβίρεις άλλο κέικ. Είμαι πολύ γεμάτος!

2. για μέρος δημόσιο, πλήρης, -ης, -ες, γεμάτος, -η, -o, un estadio lleno,

ένα στάδιο γεμάτο, πλήρες

3. ερλ, γεμάτος από χρώμα= ολόχρωμος, -η, -o

4. για άτομο, οικ, ευφ, γεματούλης, -α, -ικο, παχουλός, -ή, -ó, στρουμπουλός, -ή, -ó,

¿Cómo es tu prima? – Está un poquito llena, pero tiene una cara hermosa,

Πώς είναι η ξαδέρφη σου; – Είναι λίγο παχουλή, αλλά έχει όμορφο πρόσωπο

5. για ζώο θηλυκό, γεμάτη= έγκυος

6. εκφ, de lleno, γεμάτα= πλήρως, εντελώς, κατά σαν πλήρως, le dio de lleno en la cara,

Dedicarse de lleno a la música, Αφιερώνεται πλήρως στην μουσική,

του έδωσε, τον χτύπησε κατά-μουτρα

acertó de lleno, πέτυχε πλήρως, διάνα

estar lleno a reventar, είναι ασφυκτικά γεμάτος

estar, quedarse, sentirse lleno, νιώθω γεμάτος= χορτάτος, χορτασμένος

lleno de, για περιεχόμενο, γεμάτος με, una botella llena de vino, ένα μπουκάλι γεμάτο οίνο un escrito lleno de faltas, ενα γραπτό γεμάτο λάθη

για συναίσθημα, έμ-πλεος, γεμάτος, estaba lleno de alegría, ήταν γεμάτος χαρά

Ilenazo 1. α, οικ, γεμάτο εντελώς, hay un lleñazo en el teatro,

το θέατρο είναι ασφυκτικά, εντελώς γεμάτο

llena 1. θ, πρχ γιενα> γιέμα= φουσκο-νεριά, πλημμυρίδα για ποτάμι, llena de río

llenar πρχ λεναρ> πλεον-άζω > πληρώνω κάτι ή γιεν-αρ> γιεμ-ίζω

1. ρμ, γεμίζω χώρο, δοχείο, lléname el vaso de agua, γέμισε μου το ποτήρι με νερό

Los fans de los Pumas llenaron el Estadio Azteca antes del partido,

Οι οπαδοί των Πούμας γέμισαν το στάδιο Αζτέκα πριν από τον αγώνα,

Tienes que llenar el tanque de gasolina antes de entregar el carro rentado,

Πρέπει να γεμίσεις το τεπόζιτο βενζίνης πριν επιστρέψεις το ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο

2. γεμίζω= καλύπτω, βουλώνω τρύπα

3. μτφ, γεμίζω τον χρόνο, llena su tiempo libre jugando al ajedrez,

γεμίζει τον ελεύθερο χρόνο της παίζοντας σκάκι

4. γεμίζω, συμπληρώνω έντυπο, αίτηση, Necesito que llenes este formulario antes de ver al doctor, Χρειάζομαι να συμπληρώσεις αυτήν τη φόρμα πριν επισκεφθείς τον γιατρό

5. γεμίζω ψυχικά, ικανοποιώ, este trabajo no me llena, αυτή η δουλειά δε με ικανοποιεί,

Si tu trabajo no te llena, deberías buscar otro,

Αν η δουλειά σου δεν σε γεμίζει, θα πρέπει να ψάξεις για άλλη

6. ρα, γεμίζω = χορταίνω, Las ensaladas no llenan mucho, pero son buenas para la salud,

Οι σαλάτες δεν χορταίνουν πολύ, αλλά είναι καλές για την υγεία

7. γεμίζω για φεγγάρι

8. ραντ, γεμίζω, El centro siempre se llena el fin de semana antes de Navidad,

Το κέντρο γεμίζει πάντα το Σαββατοκύριακο πριν από τα Χριστούγεννα

9. για φαί, χορταίνω, te has llenado de golosinas y ahora no tienes apetito,

έχεις χορτάσει με γλυκά και τώρα δεν έχεις όρεξη

10. μπουχτίζω, κουράζομαι he sorportado tus mentiras durante años pero ya me he llenado,

έχω ανεχτεί τα ψέματά σου χρόνια, αλλά πλέον έχω κουραστεί

11. llenarse de, γεμίζω με, από, la ciudad se llenó de turistas, η πόλη γέμισε τουρίστες

γεμίζω, κατακλύζομαι, la casa se llenó de mosquitos, το σπίτι γέμισε κουνούπια

12. γεμίζω από συναίσθημα, se llenó de alegría, πληρώθηκε, γέμισε χαρά

13. γεμίζω από λεκέδες, λεκιάζομαι, se llenó los dedos de tinta,

γέμισε τα δάχτυλα του με μελάνι

14. εκφ, llenar a alguien de, γεμίζω με, (συναίσθημα) αγανάκτηση, περηφάνια, χαρά,

llenar de indignación, orgullo, alegría

γεμίζω κάποιον με, συμβουλές, αίνους, καλά λόγια, de consejos, alabanzas,

γεμίζω= προσφέρω αφειδώς, χάρες, περιποιήσεις, δώρα,

llenar de favores, atenciones, obsequios

γεμίζω με προσβολές, λούζω, llenar de insultos

llenado 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του llenar, γέμισμα, πλήρωση χώρου

2. γέμισμα= εμφιάλωση δοχείου

rellenar πρχ ρε-λεναρ ή ρε-γιεναρ> περι-πλεον-αζω= περι-γεμίζω

1. ρμ, ξανα-γεμίζω, El mesero rellenó mi taza de café tres veces,

Ο σερβιτόρος ξαναγέμισε το φλιτζάνι του καφέ μου τρεις φορές

2. συμπληρώνω έγγραφο, ¿Ya rellenaste la solicitud? ήδη συμπλήρωσες την αίτηση;

3. γεμίζω φαγητό με υλικό, Rellenó el pavo y lo metió al horno,

Γέμισε τη γαλοπούλα και την έβαλε στο φούρνο

4. φράζω τρύπα, ρωγμή, Después de quitar los tornillos, rellene los agujeros con masilla, Αφού αφαιρέσετε τις βίδες, γεμίστε, φράξετε τις τρύπες με στόκο

5. παρα-γεμίζω μαξιλαράκι, μαξιλάρα, rellenar los cojines de la sala,

γεμίζω τα μαξιλάρια του σαλονιού

6. παραγεμίζω, γεμίζω ένα δοχείο πλήρως

7. rellenarse de, παραγεμίζω από φαί, μπουκώνομαι

relleno, na 1. ε, συμπληρωμένος, -η, -o για αίτηση, έντυπο

2. για άτομο με βάρος επιπλέον, γεμάτος, -η, -o, γιομάτος, -η, -o, γεμιστός, -ή, -ό,

Te hace falta un poco de ejercicio. Te estás viendo bastante relleno,

Χρειάζεσαι λίγη άσκηση. Φαίνεσαι αρκετά γεμάτος

3. για τροφή γεμάτη με υλικό, γεμιστός, -ή, -ó, tomates rellenos, γεμιστές ντομάτες,

Mis dulces favoritos están rellenos de una crema de fresa,

Τα αγαπημένα μου γλυκά είναι γεμιστά με κρέμα φράουλας

relleno 1. α, γέμιση τροφής

2. παραγέμισμα σε μαξιλαράκι

3. συμπλήρωση εγγράφου

4. γέμισμα δοχείου

5. φράξιμο τρύπας, ρωγμής

6. μτφ, πράγμα επι-πλέον σε κάτι, todo lo que has escrito es puro relleno,

όλο ότι έχεις γράψει είναι τελείως επιπλέον

sobrellenar 1. ρμ, πρχ υπερ> παρα-γεμίζω, Asegúrese de no sobrellenar el depósito,

Βεβαιωθείτε ότι παραγεμίζετε το τεπόζιτο

sobrelleno, na 1. ε, παρα-γεμισμένος, -η, -ο, υπερ-γεμάτος, -η, -ο

henchir πρχ llen-ar> hen-chir> γ-ιεμίζω ή ηχμ εν-τσου σαν αέρα ή εν-αερίζω

1. ρμ, γεμίζω με κάτι ένα κενό χώρο, henchir de aire los pulmones,

γεμίζω με αέρα τους πνεύμονες

2. μτφ, γεμίζω, el premio los hinchió de orgullo, το βραβείο τούς γέμισε υπερηφάνεια

La televisión hincha las cabezas de los televidentes con muchas noticias negativas,

Η τηλεόραση γεμίζει τα κεφάλια των τηλεθεατών με πολλές αρνητικές ειδήσεις

3. ραντ, henchirse de, γεμίζω από, se hinchió de gozo, γέμισε αγαλλίαση, χαρά

4. για φαγητό, γεμίζω από, le gusta ir a los banquetes para henchirse,

του αρέσει να πηγαίνει στα τραπέζια για να γεμίζει> την κοιλιά του

henchido, da 1. ε, γεμάτος, -η, -ο, για συναίσθημα, henchido de felicidad, γεμάτος χαρά henchido de orgullo, φουσκωμένος από περηφάνια

rehenchir πρχ περι-γεμίζω

1. ρμ, ξαναγεμίζω, ξανα-φουσκώνω

2. ξανα-γεμίζω μαξιλαράκι

rehenchido 1. α, πρχ περι> γέμισμα, πράγμα για να ξανα-γεμίσεις κάτι

tutiplén, a tutiplén 1. εκφ επρ, πρχ το-πλέον= άφθονα, σε αφθονία, πάρα πολύ,

fuma a tutiplén, καπνίζει πάρα πολύ

cúmplase 1. α, πρχ συμ-πλήρωση= θεώρηση, προσυπογραφή, έγκριση σε έγγραφο

cumpleaños 1. α, πρχ συμ-πλη-ρώνω χρόνια= γενέθλια,

¡cumpleaños feliz! να τα εκατοστήσεις!, χρόνια πολλά!

invité a todos mis amigos a mi cumpleaños,

κάλεσα όλους τους φίλους μου στα γενέθλιά μου.

organizó una fiesta privada para celebrar su cumpleaños,

διοργάνωσε ένα ιδιωτικό πάρτι για να γιορτάσει τα γενέθλιά του

2. εκφ, felicitar el cumpleaños, εύχομαι για τα γενέθλια

cumpleañero, ra 1. α θ, πρχ συμ-πλη-ρωτής χρόνων= άτομο που έχει γενέθλια

cumple 1. α, οικ, πρχ συμ-πλή-ρωση ετών= γενέθλια

cumplimiento πρχ κομ-πλιμέντο= συμ- ή εκ-, πε-πλήρωμα σε κάτι

1. α, εκτέλεση, τέλεση, περάτωση, πραγματοποίηση σε διαταγή, συμβόλαιο, καθήκον,

cumplimiento de orden, contrato, deber

El hijo de Quimet falleció en el cumplimiento de su deber como policía,

Ο γιος του Κιμέτ πέθανε κατά την εκτέλεση, εν ώρα καθήκοντος ως αστυνομικός

2. εφαρμογή σε διάταγμα, διάταξη, cumplimiento de decreto, disposición

3. τήρηση νόμου, υπόσχεσης, cumplimiento de ley, compromiso

Las autoridades adoptarán medidas para asegurar el cumplimiento del reglamento,

Οι αρχές θα λάβουν μέτρα για να διασφαλίσουν την τήρηση των κανονισμών

4. πραγματοποίηση, υλοποίηση επιθυμίας, απειλής, cumplimiento de deseo, amenaza

5. εκπλήρωση, επίτευξη, πλήρωση στόχου,

Los empleados que aportan más al cumplimiento de los objetivos deben ser reconocidos,

Οι εργαζόμενοι που συμβάλλουν περισσότερο στην επίτευξη των στόχων θα πρέπει να αναγνωρίζονται

6. λήξη, παρέλευση προθεσμίας, cumplimiento de plazo

7. εκτέλεση, έκτιση ποινής, cumplimiento de condena

8. κομπλιμέντο, φιλοφρόνηση, no me gustan los cumplimentos,

δεν μου αρέσουν οι φιλοφρονήσεις

9. σνθ, cumplimiento pascual, πασχαλινή εξομολόγηση και μετάληψη

10. εκφ, por ή de cumplimiento, από εκ-πληρώμα υποχρέωσης= εθιμο-τυπικός,

visita de cumplimiento, εθιμοτυπική επίσκεψη

en cumplimiento de, σύμφωνα με, βάσει, en cumplimiento de lo dispuesto en el artículo 10, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10

cumplimentar πρχ συμ-πληρώνω ή εκ-πληρώνω κάτι

1. ρμ, συμπληρώνω έντυπο

2. εκ-πληρώνω= τελώ, εκτελώ, τηρώ διαταγή

3. εκ-πληρώνω επίσκεψη σαν έθιμο= ανταποδίδω εθιμοτυπικά επίσκεψη

cumplido 1. α, πρχ κομπλιμέντο, φιλοφρόνηση, lo digo como un cumplido,

το λέω ως φιλοφρόνηση

2. εκφ, devolverle el cumplido a alguien, του ανταποδίδω την φιλοφρόνηση σε κάποιον

hacerle un cumplido a alguien, του κάνω φιλοφρόνηση σε κάποιον

por cumplido, από ευγένεια, για λόγους ευγενείας

sin cumplidos, χωρίς συμ-πληρώματα> περιστροφές, απερίφραστα

cumplidor, ra 1. πρχ εκ-πληρωτικός, -ή, -ό, που πάντα κάνει ό, τι υπόσχεται, υποχρεούται, τυπικός, -ή, -ό, συνεπής, -ής, -ές, es una persona muy cumplidora y acabará su trabajo,

είναι ένα άτομο πολύ τυπικό και θα τελειώσει την δουλειά του

cumplir πρχ συμ-πληρώνω ή εκ-πληρώνω, φέρω εις πέρας

1. ρμ, συμ-πληρώνω έτη, κλείνω, hoy cumple 10 años, σήμερα κλείνει τα 10 χρόνια

¡que cumplas muchos más! να τα εκατοστίσεις!

hoy cumple años, σήμερα είναι τα γενέθλιά του

2. εκ-πληρώνω κάτι, φέρω εις πέρας, εκτελώ, τηρώ,

cumplir un deber, εκτελώ το καθήκον μου

cumplir una orden, εκτελώ μια διαταγή,

τηρώ μια υπόσχεση, una promesa

3. εκπληρώνω= υπακούω σε κάτι, τηρώ, ακολουθώ, cumplí las instrucciones,

τήρησα τις οδηγίες

4. πραγματοποιώ, υλοποιώ, cumplir los objetivos, υλοποιώ τους στόχους

5. τηρώ συμβόλαιο, el jugador no cumplió el contrato firmado,

o παίκτης δεν τήρησε τους όρους του συμβολαίου που είχε υπογράψει

6. πληρώ προϋποθέσεις για κάτι, los candidatos deben cumplir los siguientes requisitos,

οι υποψήφιοι πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις

7. ρα, εκπληρώνω καθήκον, εκτελώ

8. εκ-πληρώνω υποχρέωση= κάνω αυτό που πρέπει, βγάζω την υποχρέωση,

con el regalo que le enviamos ya cumplimos,

με το δώρο που στείλαμε ήδη βγάλαμε την υποχρέωση

9. εκ-πληρώνω προθεσμία= λήγω, el pagaré cumple mañana, το γραμμάτιο λήγει αύριο

10. εκ-πληρώνω, εκτελώ συζυγικά καθήκοντα στο σεξ

11. στρ, για στρατιώτη, soldado, εκ-πληρώνω στρατιωτικές υποχρεώσεις

12. cumplir con, εκ-πληρώνω με, εκτελώ, φέρω εις πέρας,

cumplir con sus deberes religiosos, εκτελώ τα θρησκευτικά μου καθήκοντα

cumplir con los requisitos, πληρώ με τις προϋποθέσεις

πληρώ κανόνες= τηρώ, συμμορφώνομαι, los niños cumplen con las órdenes sin protestar,

τα παιδιά συμμορφώνονται με τις διαταγές σου χωρίς να διαμαρτυρηθούν

τηρώ, κρατώ υπόσχεση, λόγο, cumplir con su palabra, κράτησε τον λόγο του

13. ραντ, εκ-πληρώνεται κάτι, πραγματοποιείται, se cumplieron las profecías, πραγματοποιήθηκαν οι προφητείες

14. εκ-πληρώνεται χρόνος επετείου, ayer se cumplieron diez años de la revolución,

χθες συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από την επανάσταση

15. εκφ, para, por cumplir con alguien, για να εκ-πληρώσω υποχρέωση με κάποιον=

για λόγους ευγενείας, από υποχρέωση, fui a la boda para cumplir con mi hermano,

πήγα στο γάμο για να εκπληρώσω υποχρέωση, από υποχρέωση προς τον αδελφό μου

para, por cumplir, από ευγένεια, lo dijo por cumplir, το είπε από ευγένεια

cumplido, da πρχ συμ-, εκ-πληρωμένο

1. ε, για κάτι εκπληρωμένο, τελεσμένος, -η, -o, ολοκληρωμένος, -η, -o,

misión cumplida, αποστολή εξετελέσθη,

pago cumplido, πληρωμή τελεσμένη, εξοφλήθη

2. με πράξεις πλήρεις= τέλειος, -α, -o, σωστός, -ή, -ó,

un cumplido caballero, ένας σωστός τζέντλεμαν

3. με κομπλιμέντα, ευγενής, -ής, -ές, persona muy cumplida, πολύ ευγενής άνθρωπος

4. για χρόνο, συμπληρωμένος, -η, -o, περασμένος, -η, -ο,

veinte años cumplidos, είκοσι έτη συμπληρωμένα

5. πε-πληρωμένο σε μέγεθος, ποσότητα, μεγάλος, -η, -ο, γεμάτος, -η, -o,

llevaba un vestido con un cumplido escote, φορούσε ένα φόρεμα με ένα βαθύ ντεκολτέ

una cucharada cumplida, μια γεμάτη κουταλιά

cumplidamente 1. επρ, πε-πληρωμένα σε ποσότητα, πλήρως, στο ακέραιο

2. σε τρόπους, ευγενικά, προσηκόντως

3. χρονικά, εγκαίρως

incumplir πρχ ανευ-> μη ή δεν εκ-πληρώνω το πρέπον

1. ρμ, δεν εκπληρώνω υπόσχεση, αθετώ

2. δεν εκπληρώνω καθήκον, υποχρέωση, δουλειά

3. δεν εκπληρώνω το νόμιμο= παραβιάζω, παραβαίνω διαταγή, νόμο, κανονισμό,

4. δεν εκ-πληρώνω συμβόλαιο, αθετώ

incumplimiento πρχ αν-εκ-πλήρωμα του πρέποντος

1. α, μη εκπλήρωμα, αθέτηση υποχρέωσης, υπόσχεσης, λόγου,

incumplimiento de obligación, promesa, palabra

2. παράβαση, παραβίαση διαταγή, νόμο, κανονισμό,

3. αθέτηση, παραβίαση συμβολαίου

incumplido, da πρχ αν-εκ-πληρωμένο για κάτι

1. ε, αθετημένος, -η, -o, μη τηρούμενος, -η, -ο, για δέσμευση, συμφωνία ,

compromiso, acuerdo incumplido

2. ανεκπλήρωτος, -η, -ο, για σχέδιο, proyecto incumplido

incumplidor, ra πρχ αν-εκ-πληρωτής για κάτι

1. ε, ασυνεπής, -ής, -ές, για υπόσχεση, υποχρέωση

2. για διαταγές, μη συμμορφούμενος, -η, -ο, απείθαρχος, -η, -ο

complemento πρχ συμ-πλήρωμα σε κάτι για να το βελτιώσει, συμ-πληρώσει

1. α, συμπλήρωμα, el vino es un complemento de la comida,

ο οίνος είναι ένα συμπλήρωμα του φαγητού

2. συμπλήρωμα ρούχου, διακόσμησης, αξεσουάρ,

complementos de moda, αξεσουάρ μόδας

los bolsos son complementos, οι τσάντες είναι αξεσουάρ

3. γρμ, συμπλήρωμα σε λέξη= προσδιορισμός

4. μαθ, συμπλήρωμα

5. σνθ, complemento agente, γρμ, ποιητικό αίτιο

complementó del nombre, γρμ, ονοματικός προσδιορισμός

complemento directo, indirecto, γρμ, άμεσο, έμμεσο αντικείμενο

complemento verbal, γρμ, ρηματικός προσδιορισμός

complemento vitamínico, φρμ, συμπλήρωμα βιταμινών

6. εκφ, de complemento, εκ συμπληρώματος, στρ, έφεδρος, εν εφεδρεία,

oficial de complemento, έφεδρος αξιωματικός

complementar πρχ συμ-πληρωματο-ποιώ κάτι

1. ρμ, συμπληρώνω, debes complementar tu dieta con estas ampollas de calcio,

πρέπει να συμπληρώσεις την δίαιτα σου με αυτές τις αμπούλες με κάλσιο

2. γρμ, συμπληρώνω λέξεις, φράσεις, συνοδεύω,

el objeto directo complementa a los verbos transitivos,

το άμεσο αντικείμενο συμπληρώνει τα μεταβατικά ρήματα

3. ραντ, αλληλο-συμπληρώνομαι, se complementan a la perfección,

αλληλοσυμπληρώνονται τέλεια

complementación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του complementar, συμπλήρωση

complementariedad 1. θ, συμπληρωματικότητα

complementario, ria 1. ε, συμπληρωματικός, -ή, -ó

complementario 1. α, στο λόττο, συμπληρωματικό νούμερο

implementar πρχ επι> εμ-πληρώνω κάτι για να το φέρω εις πέρας ή πρχ εμ-πλέκω κάτι

ή εμ-πληρώνω κάτι και το υλοποιώ, πραγματοποιώ

1. ρμ, εφαρμόζω, θέτω σε ισχύ, implementar un algoritmo, εμ-πλέκω ένα αλγόριθμο

2. εφαρμόζω, θέτω σε ισχύ, υλοποιώ ιδέες, αποφάσεις

3. πλφ, υλοποιώ

implementación 1. θ, εφαρμογή

2. υλοποίηση

implemento 1. α, εμ-πλήρωμα που κάνει μια δουλειά= εργαλείο

completar πρχ κομ-πλε-τάρω κάτι> κάνω κομ-πλέ ή συμ-πληρώνω

1. ρμ, συμπληρώνω ό, τι λείπει, ολοκληρώνω, completar una colección

κομπλετάρω, συμπληρώνω μια συλλογή

2. τελειώνω, ολοκληρώνω, completaron el trabajo en 5 horas,

ολοκλήρωσαν τη δουλειά σε 5 ώρες

3. συμπληρώνω έντυπο

completas 1. θ πλ, θρη, απόδειπνο, σαν κομ-πλεταρισμα ημέρας

completivo, va 1. ε, γρμ, συμ-πληρωμα-τικός, -ή, -ó

completo 1. α, πλήρες πρωινό

2. οικ, ολοκληρωτικό σεξ

completo, ta πρχ κομ-πλε-ταρισμένο

1. ε, γεμάτος, -η, -ο, για χωρητικότητα, el autocar está completo,

το αμάξι είναι κομπλέ, γεμάτο

2. για στοιχεία, ποιότητα, κομπλέ, τέλειος, -α, -ο, ολοκληρωμένος, -η, -ο,

deportista completo, αθλητής ολοκληρωμένος

3. με όλα τα μέρη του, ολόκληρος, -η, -o, πλήρης, -ης, -ες, nombre completo, πλήρες όνομα

votó la asamblea completa, ψήφησε όλη η συνέλευση

4. σε ξενοδοχείο, πάρκινγκ, γεμάτος, -η, -o

5. μτφ, για απόδοση, πλήρης, -ης, -ες, un completo fracaso, μια πλήρης αποτυχία

6. εκφ, al completo, στο κομπλέ= σε απαρτία, vino toda la familia al completo,

ήρθε η οικογένεια κομπλέ= σε απαρτία

για χωρητικότητα, κομπλέ= γεμάτος, -η, -o, todos los hoteles de la isla están al completo,

όλα τα ξενοδοχεία νησιού είναι κομπλέ, γεμάτα

por completo, περι κομπλε= από πάνω μέχρι κάτω, μέχρι τελευταίας σπιθαμής,

registrar una tienda por completo, ψάχνω ένα μαγαζί από πάνω μέχρι κάτω

ή ολοκληρωτικά, απόλυτα, se dedica por completo al baloncesto,

αφιερώνεται απόλυτα στο μπάσκετ

ή εντελώς, hemos terminado por completo, έχουμε τελειώσει εντελώς

completamente 1. επρ, κομπλέ= εντελώς, τελείως, ολοκληρωτικά, απόλυτα,

el proyecto fracasó completamente, το σχέδιο απέτυχε εντελώς

estoy completamente seguro, είμαι απόλυτα σίγουρος

incompleto, ta ανευ> μη κομπλε-ταρισμένο

1. ε, όχι κομπλέ, για σύνολο, vajilla incompleta, σερβίτσιο όχι κομπλέ

2. για αίτηση, πληροφορία, ασυμπλήρωτος, -η, -ο

3. για πληροφορία, ατελής, -ής, -ές

4. για όραση, ελλιπής, -ής, -ές

5. για έργο, συλλογή, ανολοκλήρωτος, -η, -ο

incompletamente επρ, ανευ> όχι κομπλέ= ατελώς, ελλιπώς, ανολοκλήρωτα

colmar 1. ρμ, μτθ κολμ-αρ> κομπλε-τάρω> κάνω κομπλε ή πρχ σαν κάλυμμα ορίου= γεμίζω, πληρώ και τις έννοιες τους

για δοχείο, πληρώ, γεμίζω μέχρι τέλος, επάνω, ξεχειλίζω,

colmó el vaso de agua, γέμισε το ποτήρι με νερό

Συνεχίστε να ρίχνετε νερό μέχρι να γεμίσει το δοχείο

El cantinero colmó el vaso de cerveza, y por eso se me vertió,

Ο μπάρμαν ξεχείλισε το ποτήρι με μπύρα, και γι’ αυτό χύθηκε πάνω μου

2. μτφ, εκπληρώνω, ικανοποιώ, πραγματοποιώ, Colmé mi sueño de convertirme en actor,

Πραγματοποίησα το όνειρο μου να γίνω ηθοποιός

3. μτφ, γεμίζω, su compañía me colma, η παρέα του με γεμίζει

Colmaba a su hijo de regalos, Γέμιζε τον γιο του με δώρα

El nacimiento de su hija la colmó de felicidad,

Η γέννηση της κόρης της την γέμισε από ευτυχία

4. μτφ, κατακλύζω, πνίγω, Los reporteros colmaron al alcalde de preguntas,

Οι δημοσιογράφοι κατέκλυσαν τον δήμαρχο με ερωτήσεις

5. μτφ, για προσβολές, βρισιές, κομπλιμεντάρω= περιλούζω, λούζω, στολίζω,

El vecino me colmó de insultos cuando choqué su auto,

Ο γείτονας με έλουσε με προσβολές όταν τράκαρα το αυτοκίνητο του

6. μτφ, φτάνω στα όρια, δοκιμάζω, Me estás colmando la paciencia. ¡Ve a tu habitación!

Δοκιμάζεις την υπομονή μου. Πήγαινε στο δωμάτιό σου!

colmo, ma 1. ε, κομπλέ, γεμάτος, -η, -ο, πλήρης, -ες, -η, τίγκα

colmo 1. α, κομπλέ= μέγιστος βαθμός σε κάτι, άκρον άωτον, αποκορύφωμα,

es el colmo de la mala suerte, είναι το άκρον άωτον της κακοτυχίας,

Un chico llevó un arma a la escuela. Esto es el colmo de la locura,

Ένα αγόρι έφερε ένα όπλο στο σχολείο. Αυτό είναι το αποκορύφωμα της τρέλας

2. πρχ κολμο> σα καμπύλη από υλικό = περίσσεια υλικού μικρών διαστάσεων σε δοχείο,

La caja está demasiado llena de arena, para quitar el colmo, pásale por encima un listón,

Το κουτί είναι πολύ γεμάτο με άμμο. Για να αφαιρέσετε την περίσσεια, περάστε ένα πήχη από πάνω

3. εκφ, para colmo, για συμ-πλήρωμα= σαν να μην έφτανε αυτό, ως αποκορύφωμα,

hoy no he ido al trabajo y para colmo se me ha calado el coche,

σήμερα δεν πήγα στην δουλειά και σαν να μην έφτανε αυτό μου χάλασε το αμάξι

ser el colmo, είναι το αποκορύφωμα, si me tocara la lotería ya sería el colmo,

αν μου τύχαινε το λόττο αυτό πλέον θα ήταν το αποκορύφωμα

llenar hasta el colmo, γεμίζω μέχρι πάνω, όριο, llenar un plato hasta el colmo,

να γεμίσω ένα πιάτο μέχρι επάνω

colmado, da 1. ε, κομπλέ, γεμάτος, -η, -o, una cucharada colmada, μια γεμάτη κουταλιά

colmado 1. α, μτφ, κομπλέ από αγαθά= παντοπωλείο, μπακάλικο

expletivo, va 1. ε, γλγ, πρχ εκ-> παρα-πληρωματικός, -ή, -ó, περιττός, -ή, -ó,

sujeto expletivo, παραπληρωματικό υποκείμενο

uso expletivo, εκ-πλεον> πλεοναστική χρήση

plétora 1. θ, πληθώρα σε κάτι, αφθονία,

La lectura cuidadosa del poema rendirá una plétora de diferentes significados y matices,

Μια προσεκτική ανάγνωση του ποιήματος θα αποδώσει μια πληθώρα διαφορετικών νοημάτων και αποχρώσεων

2. ιατ, πληθώρα αίματος ή άλλων υγρών στο σώμα ή σε όργανο

pletórico, ca 1. ε, πληθωρικός, -ή, -ό, άφθονος, -η, -ο,

una documentación pletórica, μια πληθωρική> επαρκής τεκμηρίωση

pletórico de salud, alegría, πληθωρικός από υγεία, χαρά

está pletórico de entusiasmo, είναι πληθωρικός> ξεχειλίζει από ενθουσιασμό

repleto, ta πρχ περι-πληρωμένο= υπερ-πληρωμένο

1. ε, υπερ-πλήρης, -ης, -ες, εντελώς γεμάτος, -η, -o, τιγκαρισμένος, -η, -ο,

el autobús estaba repleto, το λεωφορείο ήταν υπερ-πλήρες, τίγκα

la isla estaba repleto de turistas, το νησί ήταν τέρμα, φίσκα από τουρίστες

una redacción repleta de faltas, μια έκθεση γεμάτη λάθη

2. για φαγητό, σκασμένος, -η, -ο, στουμπωμένος, -η, -o, τιγκαρισμένος, -η, -ο,

con el vientre repleto, με την κοιλιά τίγκα

repletar 1. ρμ, υπερ-πληρώνω κάτι, τιγκάρω

2. ραντ, για φαγητό, τιγκάρω

repleción 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του repletar, -se, υπερ-πλήρωση,

τιγκάρισμα

suplemento πρχ υπο ή συμ-, πλήρωμα

1. α, συμπλήρωμα σε κάτι

2. ένθετο τύπου σαν συμπλήρωμα

3. γμτ, παρα-πλήρωμα

4. γρμ, εμπρόθετο αντικείμενο

5. σνθ, suplemento de sueldo, συμ-πλήρωμα μισθού= επίδομα

suplemento dominical, κυριακάτικο ένθετο

suplemento vitamínico, συμπλήρωμα βιταμινών

suplementario, ria 1. ε, συμ-πληρωματικός, -ή, -ό

suplir πρχ υπο-, συμ-πληρώνω

1. ρμ, για άτομο, ανα-πληρώνω, αντικαθιστώ, suplir a un profesor,

αντικαθιστώ έναν καθηγητή

2. για κάτι, suplir las macetas por el jardín, αντικαθιστώ τις γλάστρες με τον κήπο

3. αναπληρώνω μια έλλειψη με κάτι άλλο, su interés suple su inexperiencia,

το ενδιαφέρον του αναπληρώνει την απειρία του

suplencia 1. θ, αναπλήρωση, αντικατάσταση ατόμου, καθηγητή, ιατρού, δικαστή,

suplencia de profesor, médico, juez

2. θτρ, αντικατάσταση

3. εκφ, hacer una suplencia, κάνω αναπλήρωση

suplidor, ra που ανα-πληρώνει

1. ε, α θ, τροφοδοτικός, -ή, -ό, προμηθευτικός, -ή, -ό, προμηθευτής, -ια

2. αναπληρωματικός, -ή, -ό, αναπληρωτής, -ια

supletorio, ria 1. ε, συμ-πληρωτικός, -ή, -ό, που διορθώνει ή συμ-πληρώνει λάθος, έλλειψη

supletorio 1. α, συμ-πληρωτικό= δευτερεύουσα τηλεφωνική σύνδεση

suplente πρχ συμ-, υπο- ανα-, πληρών κάποιον

1. ε, α θ, αναπληρωματικός, -ή, -ó για καθηγητή, ιατρού, δικαστή, αναπληρωτής, -ια

2. αθλ, αναπληρωματικός, -ή, -ó, portero suplente, αναπληρωματικός τερματοφύλακας

3. θτρ, α θ, αντικαταστάτης, -ια

enripiar 1. ρμ, κατ, πρχ εν-ρι-πιαρ> εν-περι-πληρώνω κάτι= γεμίζω με μπάζα

ή πρχ εν-ερειπώνω> γεμίζω με ερείπια> μπάζα

ripiar 1. ρμ, enripiar

ripio 1. α, ποι, πρχ ρι-πιο> περι-πλέον ή περι-πώ= περιττή λέξη, πρχ ερείπιο> μπάζα

La maestra me ayudó a ponerle un ripio a mi poema para que rime,

Η δασκάλα με βοήθησε να προσθέσω μια περιττή λέξη στο ποίημα μου για να κάνει ομοιοκαταληξία

2. πρχ περι-πλήρωμα= γέμιση, παρα-γέμισμα

3. κατ, μπάζα

4. ερείπια, συντρίμμια, Se han encontrado muchos objetos valiosos en el ripio,

βρέθηκαν πολλά πολύτιμα αντικείμενα στα ερείπια

5. χαλίκι

6. εκφ, no perder ripio de, οικ, δε χάνω οξεία

ripioso, sa 1. ε, ποι, πρχ περι-ποιώδες= παραγεμισμένος, -η, -o με λέξεις

Scroll to Top