LINO= ΠΡΧ ΛΙΝΟ, ΙΝΑ, ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΤΟ ΛΙΝΑΡΙ, ΛΙΝΟ, ΣΥΜΒΟΛΙΖΕΙ ΤΗΝ ΓΡΑΜΜΗ, ΣΕΙΡΑ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
lino 1. α, το φυτό λινάρι, λινό
2. το λινό ύφασμα
3. το υλικό από το λινό
4. το πανί στα πλοία, επειδή φτιάχνεται από λινό
5. σνθ, lino silvestre, άγριο λινάρι
linóleo, linóleum 1. α, λινόλεουμ
linácea 1. θ, λινοειδές
lináceo, -cea 1. ε, λινοειδές, -ή
líneo, -a 1. ε, λινοειδές, -ή
linarense 1. ε, κάτοικος της πόλης Λιναρές, Ισπανία
2. σχετικός, -ό, -ή με την πόλη
commelináceo, -a 1. ε, κομμελινώδη, -ες, σχετικό με αυτό το φυτό
sagallino 1. α, πρχ άγω το λινό= σαγόλινο, ύφασμα χονδρό για μεταφορά χόρτων
crinolina 1. θ, κρινολίνο
linar 1. α, χωράφι καλλιεργημένο με λινάρι
linaria 1. θ, βοτ, λινάρι
linaza 1. θ, λιναρόσπορος
linuezo 1. α, λιναρόσπορος
linero, ra 1. ε, λινός, -ή, -ό
linón 1. α, μπατίστα
linotipia 1. θ, τυπ, λινοτυπική μηχανή
2. λινοτυπία
linotipista 1. α θ, λινοτύπης
linotipo 1. α, τυπ, λινοτυπία
liña 1. θ, νήμα κλωστής, από το λινό
desliñar 1. ρμ, πρχ ξε-λινιάζω= αφαιρώ τις κλωστές από πανί
liño 1. α, γραμμή από δένδρα ή φυτά, δενδρο-στοιχία, φυτο-στοιχία, αλέα
entreliño 1. α, αγρ, διάστημα ανάμεσα σε δύο σειρές φυτών
linio 1. α, liño
liñuelo 1. α, λιναράκι, νήμα των σχοινιών
lienzo 1. α, ύφασμα από λινό
2. καμβάς ζωγραφικής, επειδή είναι από λινό
3. πανί, μαντήλι από λινό
4. πίνακας ζωγραφικής, το λινό συμβολίζει την ζωγραφιά
5. μτφ, πλευρά τοίχου σε κτίριο, σαν πανί από λινό
6. μτφ, τμήμα τείχους μεταξύ 2 προμαχώνων, σαν πανί από λινό
lienza 1. θ, λωρίδα, γραμμή στενή από ύφασμα
2. ταινία μέτρησης, μέτρο, σαν γραμμή που μετράει
lencero, -ra 1. ε, πρχ λινάρης= άτομο που φτιάχνει ή πουλάει λινά υφάσματα, είδη σπιτιού, μπάνιου
2. υπεύθυνος σε πλοίο για κλινοσκεπάσματα, ιματιστής
lencería 1. θ, λινόρουχα, σύνολο ασπρό-ρουχων οικίας, το λινό συμβολίζει τα λινοσκεπάσματα
2. εσώρουχα, επειδή ήταν από λινό
3. λινομάγαζο, κατάστημα με είδη προικός, επειδή πολλά είναι από λινό
4. λινοθήκη, ιματιοθήκη στο νοσοκομείο, επειδή φυλάει τα λινά
5. σνθ, lencería fina, íntima, sexy, μεταξωτά, σέξι, εσώρουχα φίνα, λεπτά
lenzal 1. ε, λινό, -ή, -ός
lenzuelo 1. α, χονδρό λινό ύφασμα για μεταφορά τρύγου, λινάτσα
liencillo 1. α, λιν-ούλι, λινάκι, ύφασμα από βαμβάκι λεπτό
linyera 1. α, λινόφερος, που φοράει ρούχα άθλια, αλήτης
enlenzar 1. ρμ, επι-λινώνω, δένω με λωρίδες λινού στην γλυπτική
on-line 1. ε, πλφ, ηλεκτρονικός, -ή, -ó, άμεσης επικοινωνίας, ανοιχτής γραμμής,
tienda on-line, ηλεκτρονικό κατάστημα
enciclopedia on-line, ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια
hotline 1. θ, ανοιχτή τηλεφωνική γραμμή
2. ροζ τηλέφωνο
aerolínea 1. θ, αερο-γραμμή, αεροπορική εταιρία
colineal 1. ε, γμτ, ομο-γραμμισμένο, -ή, -ος
curvilíneo, -a 1. ε, κυρτό-γραμμος, -η, -ο
mixtilíneo, -a 1. ε, γμτ, μικτόγραμμος, -η, -ο
mistilíneo, -a 1. ε, mixtilíneo
matrilineal 1. ε, απο ανθρωπολογία, μητρο-γραμμικός, ή, ό
patrilineal 1. ε, απο ανθρωπολογία, πατρο-γραμμικό, -ή, -ός
rectilíneo, -a 1. ε, ορθό-γραμμος, -η, -ο, ευθύ-γραμμος, -η, -ο
tiralíneas 1. θ, πρχ τραβά-γραμμές= μεταλλικός χάρακας
línea 1. θ, γμτ, γραμμή
2. μτφ, γραμμή, la línea del horizonte, η γραμμή του ορίζοντα
3. γραμμή, σειρά από πρόσωπα ή πράγματα, una línea de sauces, μια γραμμή από ιτιές
4. γραμμή από πράγματα σαν υπηρεσία, γραμμή μετρό, λεωφορείου,
la línea nueva de metro, η νέα γραμμή του μετρό
5. γραμμή πορείας ταξιδιού, θαλάσσια, αέρινη, γήινη, línea de Madrid a New York,
γραμμή από Μαδρίτη προς Νέα Υόρκη
6. σχεδιαστική γραμμή αντικειμένων, me gustan esos muebles por su línea sencilla,
μου αρέσουν αυτά τα έπιπλα λόγω της απλής τους γραμμής
7. ηκλ, σύνολο καλωδίων σε ηλεκτρισμό, γραμμή καλωδίων
8. γραμμή τηλεφωνική, no tengo línea en el teléfono, δεν έχω γραμμή στο τηλέφωνο
9. γραμμή που ακολουθώ σαν σκέψη, συμπεριφορά, ιδεολογικά,
el gobierno optó por la línea del diálogo, η κυβέρνηση επέλεξε την γραμμή του διαλόγου
sigue la misma línea ideológica que su padre,
ακολουθεί την ίδια ιδεολογική γραμμή όπως ο πατέρας του
10. γραμμή από άτομα, πράγματα σαν κατηγορία, τάξη πραγμάτων ή προσώπων,
es un jugador de segunda linea, είναι ένας παίκτη δεύτερης κατηγορίας
11. γραμμή, νέα σειρά από προϊόντα, una nueva línea de cosméticos,
μια νέα σειρά από καλλυντικά, καλλυντικών
12. μτφ, γραμμή σαν γονική προέλευση, el color de los ojos le viene por línea materna,
το χρώμα των ματιών του έρχεται από μητρική προέλευση
13. γραμμή κειμένου, hay un error ortográfico en la tercera línea,
υπάρχει ένα λάθος στην τρίτη γραμμή
14. μτφ, γραμμή εδάφους= όριο, σύνορο, la línea de Portugal,
το σύνορο της Πορτογαλίας
15. στρ, γραμμή του μετώπου στον πόλεμο, la línea de combate ha avanzado,
η γραμμή της μάχης έχει προχωρήσει
ή γραμμή σαν σχηματισμός στρατού για μάχη
16. αθλ, γραμμή αμυντική, επιθετική
17. γραμμή γηπέδου στον αθλητισμό, línea de banda, πλάγια γραμμή
18. γραμμή κόκα σε ναρκωτικό
19. γραμμή ατόμου, σιλουέτα, hago dieta porque debo guardar la línea,
κάνω δίαιτα γιατί πρέπει να κρατήσω την γραμμή μου
20. σνθ, línea medular, αθλ, μεσαία γραμμή
línea trasera, αθλ, γραμμή ύστερη, πίσω= άμυνα
línea de tiros libres, γραμμή των ελευθέρων βολών
línea de seis veinticinco, γραμμή των 6,25 μ
línea de saque, πδφ, γραμμή εναρκτήριου λακτίσματος της μπάλας
línea de puerta, πδφ, γραμμή τέρματος
línea de marca, τελική γραμμή σε ράγκμπι
línea de fondo, πδφ, γραμμή άουτ ή σε μπάσκετ, τελική γραμμή
línea de fuego, πδφ, γραμμή του πυρός
línea de gol, πδφ, γραμμή τέρματος
línea delantera, γραμμή επίθεσης
línea defensiva, αμυντική γραμμή
línea de centro, πδφ, γραμμή της σέντρας
línea de base, πδφ, γραμμή βάσης
línea de banda, πδφ, πλάγια γραμμή
línea de ataque, πδφ, γραμμή επίθεσης
línea de meta, γραμμή τέρματος ή γραμμή τερματισμού
línea de llegada, αθλ, γραμμή τερματισμού
línea de agua, ναυ, ίσαλος γραμμή
línea del viento, ναυ, κατεύθυνση του ανέμου
línea del fuerte, ναυ, ολικό πλάτος, γραμμή ολικού πλάτους
línea de flotación, ναυ, γραμμή μέγιστου φόρτου
línea de comando, πλφ, γραμμή εντολής
línea dedicada, πλφ, γραμμή αποκλειστικής χρήσης
línea de estado, πλφ, γραμμή κατάστασης
línea ADsl, γραμμή ADsl
línea RDsI, γραμμή IsDN
línea adicional, μσκ, συμπληρωματική γραμμή
línea continua, συνεχής διαγράμμιση σε δρόμο
línea mixta, γμτ, μικτή γραμμή
línea discreta, γμτ, διακεκομμένη γραμμή
línea curva, καμπύλη γραμμή
línea de autobús, γραμμή λεωφορείου
línea de servicio, γραμμή του σέρβις
línea de transporte, γραμμή μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος
línea de conducta, αρχές συμπεριφοράς
línea de crédito, πιστωτικό όριο
línea de descubierto, εξουσιοδοτημένο όριο υπερανάληψης
línea de exploración, γραμμή σάρωσης σε αναλογικούς δέκτες τηλεόρασης
línea de batalla, γραμμή μάχης
línea de tiro, στρ, γραμμή βολής
primera línea, στρ, πρώτη γραμμή
línea de la vida, γραμμή της ζωής
línea del cielo, γραμμή του ουρανού
línea del horizonte, γραμμή ορίζοντα
línea de los nodos, αστρ, κομβική γραμμή
línea de máxima carga, γραμμή φόρτωσης, μεγίστου φόρτου, σημείο Πλίμσολ
línea de medio campo, μεσαία γραμμή
línea de mira, γραμμή στόχου
línea de productos, γραμμή, γκάμα προϊόντων
línea derivada, εσωτερική γραμμή
línea de salida, γραμμή εκκίνησης
línea directa, απ’ ευθείας γραμμή
línea discontinua, διακεκομμένη διαγράμμιση
línea divisoria, διαχωριστική γραμμή
línea divisoria de las aguas, de cresta, υδροκριτική γραμμή, κορυφογραμμή
línea ecuatorial, γραμμή του Ισημερινού
línea equinoccial, γεω, ισημερινή γραμμή
línea férrea, ferroviaria, de ferrocarril, σιδηρο-δρομική γραμμή
línea maestra, κατευθυντήρια γραμμή
línea marrón, μαύρες οικιακές συσκευές
línea melódica, μσκ, μελωδική γραμμή
línea meridiana, αστρ, μεσημβρινή γραμμή
línea privada, ιδιωτική γραμμή
línea punteada, de puntos, αποσιωπητικά
línea quebrada, διακεκαυμένη ζώνη
línea recta, ευθεία γραμμή
línea regular, τακτική γραμμή
líneas aéreas, αεροπορικές γραμμές
línea saliente, ακμή
líneas de la mano, γραμμές του χεριού
líneas isobáricas, ισοβαρικές γραμμές
línea blanca, λευκές οικιακές συσκευές
línea de comunicación, γραμμή επικοινωνίας
línea erótica, ροζ τηλέφωνο
línea especializada, ειδική τηλεφωνική γραμμή
línea exterior, εξωτερική γραμμή τηλεφώνου
línea telefónica, τηλεφωνική γραμμή
línea telegráfica, τηλεγραφική γραμμή
línea arrendada, νοικιασμένη γραμμή τηλεφώνου
línea caliente, οικ, ανοιχτή γραμμή εξυπηρέτησης ή ροζ τηλέφωνο
línea transversal, πλάγια (συγγενική) γραμμή
línea colateral, γραμμή συγγένειας
21. εκφ, cortar la línea, telefónica, κόβω την τηλεφωνική γραμμή
dar línea a alguien, δίνω τηλεφωνική γραμμή σε κάποιον, mañana ya nos darán línea,
αύριο θα μας δώσουν γραμμή
estar en línea, είμαι στη γραμμή
no haber, no tener línea, δεν έχω γραμμή
cruzar la línea, διασχίζω τη γραμμή, περνάω τον ισημερινό
de primera línea, πρώτης γραμμής, κατηγορίας, es un atleta de primera línea,
είναι ένας αθλητής πρώτης κατηγορίας
en la misma línea,στην ίδια γραμμή
en líneas generales, σε γενικές γραμμές
en toda la línea, πλήρως, εντελώς, el equipo fue derrotado en toda la línea,
η ομάδα ηττήθηκε σε όλες τις γραμμές, εντελώς
estar en primera línea, είμαι στην πρώτη κατηγορία κλάση, είμαι πρώτης τάξεως
ή στρ, είμαι στην πρώτη γραμμή
fuera de línea, πλφ, εκτός γραμμής
guardar, mantener la línea, προσέχω τη γραμμή μου, σιλουέτα
ir en línea recta, πηγαίνω ευθεία
leer a alguien las líneas de la mano, διαβάζω σε κάποιον τις γραμμές του χεριού του
leer entre líneas, μτφ, διαβάζω ανάμεσα στις γραμμές, βλέπω αυτά που δεν φαίνονται,
leyendo entre líneas, te darás cuenta de su verdadero carácter,
διαβάζοντας μεταξύ γραμμών, θα καταλάβεις τον αληθινό του χαρακτήρα
cantar línea, κάνω μπίνγκο
¡línea! μπίνγκο!
seguir la línea de alguien, ακολουθώ τα ίχνη κάποιου
tener línea directa con alguien, είμαι σε ανοιχτή γραμμή με κάποιον
líneas 1. θ πλ, γραμμές γραπτού
2. βοτ, γραμμώσεις
lineal 1. ε, γραμμικός, -ή, -ó
2. με σχήμα γραμμής, γραμμώδης, -ες, -η
3. ευθύγραμμος, -η, -ο
4. θ πλ, μτφ, τα ράφια, σαν γραμμές
linear 1. ε, βοτ, ζωλ, μακρύς, -ιά, -ύ και λεπτός, -ή, -ό σαν γραμμή ή γραμμικός, -ό, -ή
linear 1. ρμ, γραμμο-βολώ, τραβάω γραμμές, σκιτσάρω, ιχνογραφώ, σκιαγραφώ,
El artista primero lineó el bodegón y luego lo pintó,
Ο καλλιτέχνης πρώτα σκιαγράφησε τη νεκρή φύση και στη συνέχεια τη ζωγράφισε
2. προχειρο-γραμμίζω, σχεδιάζω χωρίς ακρίβεια
linealidad 1. θ, γραμμικότητα
lineamento 1. α, σκιαγράφηση ενός σώματος, περίγραμμα σαν φιγούρα
linier 1. α θ, αθλ, επόπτης γραμμών
linaje 1. α, πρχ λιν-άγημα= γραμμή γενιάς ατόμων, γένος, καταγωγή,
La duquesa está orgullosa de la pureza de su linaje,
Η Δούκισσα είναι περήφανη για την καθαρότητα της καταγωγή της
2. λογ, γενιά, ράτσα, είδος
3. α πλ, ιστ, ευγενείς, Solamente los linajes y la burguesía apoyan a la reina,
Μόνο οι ευγενείς και η αστική τάξη υποστηρίζουν τη βασίλισσα
4. σνθ, linaje humano, ανθρώπινο γένος
5. εκφ, de noble linaje, από ευγενή καταγωγή, ευγενούς καταγωγής
linajista 1. α θ, πρχ λιν-αγιστής= γενεα-λόγος
linajudo, da 1. ε, πρχ λιν-άγητος= από εκλεκτή γενιά
interlínea 1. θ, τυπ, πρχ ενδο-γραμμή= διάστιχο
2. μεταλλικό διάστιχο
interlinear 1. ρμ, πρχ ενδο-γραμμίζω= γράφω ανάμεσα στις γραμμές
2. τυπ, τοποθετώ σφήνες στερέωσης κλισέ
interlineación 1. θ, βάζω διάστιχο
2. τυπ, τοποθέτηση σφήνας στερέωσης κλισέ
interlineado 1. α, διάστιχο
interlineal 1. ε, ενδο-γραμμικός, -ή, -ό, διάστιχος, -η, -ο, που είναι ανάμεσα σε δύο γραμμές
entrelinea 1. τυπ, διάστιχο
entrelinear 1. ρμ τυπ, ρυθμίζω το διάστιχο
alinear 1. ρμ, βάζω σε γραμμή, σειρά πράγματα, άτομα, παρατάσσω, στοιχίζω,
ευθυγραμμίζω, alinear los libros, στοιχίζω τα βιβλία
2. αθλ, παρατάσσω, el entrenador ha alineado al defensa suplente,
ο προπονητής έχει παρατάξει την αναπληρωματική άμυνα
3. ραντ, παρατάσσομαι, στοιχίζομαι, los árboles se alineaban a lo largo del río,
τα δέντρα βρίσκονταν παρατεταγμένα κατά μήκος του ποταμού
4. για άτομο, συ-γραμμίζομαι> συμ-παρατάσσομαι, στοιχίζομαι σε ομάδα, ιδεολογία,
se alineó con la ideología derecha, συμπαρατάχθηκε με την δεξιά ιδεολογία
alineamiento 1. α, στοίχιση σε γραμμή, ευθυγράμμιση, παράταξη πραγμάτων, ατόμων, alineamiento de la columna, η στοίχιση της φάλαγγας
2. συμ-παράταξη, ευθυγράμμιση σε ίδια ομάδα, ιδέα, δέσμευση, ένταξη,
política de no alineamiento, πολιτική μη δέσμευσης
alineación 1. θ, στοίχιση σε γραμμή, ευθυγράμμιση, παράταξη πραγμάτων, ατόμων,
los alumnos salieron al patio en alineación, οι μαθητές βγήκαν στην αυλή με στοίχιση
alineación de ruedas, ευθυγράμμιση τροχών
2. συμ-παράταξη, ευθυγράμμιση σε ίδια ομάδα, ιδέα, δέσμευση, ένταξη,
alineación de las grandes potencias ευθυγράμμιση των μεγάλων δυνάμεων,
política de no alineación, πολιτική μη ευθυγράμμισης, αδέσμευτη πολιτική
3. αθλ, παράταξη, σύνθεση, la alineación del equipo, η σύνθεση της ομάδας
fue excluido de la alineación, αποκλείστηκε από, έμεινε εκτός σύνθεσης
4. αθλ, ένταξη αθλητή σε αποστολή
alineado, da 1. ε, σε ευθεία, γραμμή, ευθυγραμμισμένος, -η, -o, στοιχισμένος, -η, -o,
camas alineadas, κρεβάτια στοιχισμένα, στη σειρά
2. ευθυγραμμισμένος, -η, -o με ιδέα, ταυτισμένος, -η, -ο, προσκείμενος, -η, -o,
persona no alineada con ninguna ideología, άτομο μη ευθυγραμμισμένο με καμία ιδεολογία 3. για χώρα, ευθυγραμμισμένος, -η, -o με μπλοκ στρατιωτικό, Suiza es un país no alineado,
η Ελβετία είναι μια χώρα μη ευθυγραμμισμένη
4. αθλ, παρατεταγμένος, -η, -ο σύνθεσης για το παιχνίδι, επιλεγμένος, -η, -o,
jugadores alineados, παίκτες παρατεταγμένοι, που έχουν επιλεγεί για το αρχικό σχήμα
5. εκφ, no alineado, ιστ, αδέσμευτος, país no alineado, αδέσμευτη χώρα
desalinear 1. ρμ, ραντ, πρχ ξε-γραμμίζω= ξε-παρατάσσω, ξε-στοιχίζω, χαλάω, μεταβάλλω την ευθυγράμμιση, los soldados se desalinearon al pasar delante de la tribuna,
οι στρατιώτες ξεστοιχίστηκαν όταν πέρασαν μπροστά από το βήμα
Usar tacos altos puede desalinear la columna,
Το να φοράς ψηλοτάκουνα μπορεί να προκαλέσει κακή ευθυγράμμιση σπονδυλικής στήλης
desalineación 1. θ, ξε-γράμμιση= απώλεια, μεταβολή ευθυγράμμισης
delinear 1. ρμ, πρχ δια-γραμμίζω= σχεδιάζω, delineó los contornos de las piezas,
σχεδίασε τα περιγράμματα των κομματιών
delineación 1. θ, σχεδιάγραμμα, διάγραμμα, διαχάραξη, χάραξη σχεδίου
la delineación del edificio, το σχεδιάγραμμα του κτιρίου
2. σκιαγράφηση, περίγραμμα
delineamiento 1. α, delineación
delineador 1. α, μολύβι ματιών, χειλιών, delineador de ojos, labios
delineante 1. α θ, βιομηχανικός σχεδιαστής, βιομηχανική σχεδιάστρια
2. σνθ, delineante proyectista, πλφ, σχεδιαστής βιομηχανικού, αρχιτεκτονικού, κατασκευαστικού κ.λπ. σχεδίου
aliño 1. α, πρχ σαν λινό> γραμμή από υλικά σε φαγητό= καρύκευμα, άρτυμα, μπαχαρικό
un aliño muy fuerte, ένα πολύ δυνατό καρύκευμα
2. μτφ, με ωραία γραμμή, στολισμό, καλή εμφάνιση, περιποίηση προσωπική,
emplea mucho tiempo en su aliño personal,
αφιερώνει πολύ χρόνο στη προσωπική του περιποίηση
3. μτφ, σαν λινό= καλά ρούχα, σύνολο, aquel aliño, con una falda, le cae muy bien,
εκείνο το σύνολο, με την φούστα, του κάθεται πολύ καλά
aliñar 1. ρμ, ρίχνω σε φαί σαν γραμμή υλικών= καρυκεύω, αρταίνω, προσθέτω μυρωδικά,
aliñar la ensalada con aceite y vinagre, προσθέτω στη σαλάτα λάδι και ξύδι
2. βάζω σε σειρά πράγματα για κάτι= ετοιμάζω, aliñar una sala, ετοιμάζω μια αίθουσα,
ή στολίζω, aliñó los caballos para la feria, στόλισε τα άλογα για την γιορτή
3. ταυ, προετοιμάζω τον ταύρο για έναν γρήγορο θάνατο
aliñado, da 1. ε, για φαγητό, τρόφιμο, αρτυμένος, -η, -ο, καρυκευμένος, -η, -o,
aliñado con limón, αρτυμένος με λεμόνι
2. για άτομο, μτφ, με σειρά εμφανισιακά, περιποιημένος, -η, -ο, προσεγμένος, -η, -o,
siempre iba muy aliñada, ήταν πάντα πολύ περιποιημένη
3. στολισμένος, -η, -ο
aliñoso, sa 1. ε, στολισμένος, -η, -ο, κομψός, -ή, -ό
2. που πράττει με σειρά= προσεκτικός, -ή, -ό, επιμελής, -ής, -ές
desaliño 1. α, πρχ δεν-έχει σειρά= ατημελησία, παραμέληση εμφάνισης, απεριποιησιά,
La Sra. Mercedes es paciente, pero no soporta el desaliño,
Η κυρία Μερσέντες είναι υπομονετική, αλλά δεν αντέχει την ατημελησία
2. παραμέληση καθηκόντων, έλλειψη φροντίδας για υποχρέωση, αμέλεια, προχειρότητα,
No sé a qué se debe tal desaliño, pero necesitamos ser más diligentes
Δεν ξέρω σε τι οφείλεται τέτοια αμέλεια, αλλά πρέπει να είμαστε πιο επιμελείς
3. εκφ, vestir, ir vestido con desaliño, ντύνομαι, πάω ντυμένος με ατημελησία,
είμαι απεριποίητος, ασουλούπωτος
desaliñado, da 1. ε, για άτομο, ατημέλητος, -η, -o, παραμελημένος, -η, -o,
ασουλούπωτος, -η, -o, aspecto pobre y desaliñado, όψη φτωχή και ατημέλητη
2. μτφ, για στιλ, ατημέλητος, -η, -o, νεγκλιζέ
desaliñar 1. ρμ, ραντ, πρχ χαλάω την εμφάνιση μου, ξε-σουλουπώνω, -ομαι,
el niño se desaliñó en un momento, το παιδί ξε-σουλουπώθηκε σε ένα λεπτό
2. ρμ, ραντ, τσαλακώνω, κουρελιάζω ρούχο, desaliñar un vestido, τσαλακώνω ένα φόρεμα
desaliñadamente 1. επρ, ατημέλητα
colimar 1. ρμ, φσκ, πρχ συ-λινάρω= κάνω παραλληλισμό δέσμης φωτός
colimación 1. θ, φσκ, παραλληλισμός
colimador 1. α, φσκ, παραλληλιστής
socaliñar 1. ρμ, πρχ τσακώνω- το λινό ή πρχ τσακαλώνω> σαν τσακάλι παίρνω κάτι=
παίρνω κάτι με κατεργαριά, απατεωνιά
socaliña 1. θ, πρχ τσακαλιά= κατεργαριά, μπαμπεσιά, απατεωνιά
socaliñero, ra 1. ε, α θ, πρχ τσακαλο-νάρης> που ενεργεί σαν τσακάλι= κατεργάρικος, -η, -ο, πανούργος, -α, -ο, μπαμπέσικος, -η -ο, κατεργάρης, -α, μπαμπέσης, -α
bolina 1. θ, πρχ βουή-να ή μπουρίνα = βαβούρα από καυγά
2. πρχ βολίδα βυθομέτρησης, επειδή κινείται γραμμικά προς τον βυθό
3. ναυ, πρχ μπουρίνα
4. μτφ, ποινή μαστιγώματος, επειδή μοιάζει με γραμμή του μαστιγίου
bolinear 1. ρα, ναυ, πάω το σκάφος με μπουρίνα
bolineador, -ra 1. ε, για σκάφος που πάει καλά με μπουρίνα
bolinero, -ra 1. ε, για σκάφος που πάει καλά με μπουρίνα
contrabolina 1. θ, κοντρα-μπουρινα, δεύτερη μπουρίνα βοηθητική
lindo, da πρχ λινο> λεπτό σε γραμμή> όμορφο, πρχ λινδο> χ-λιδή, πολύ ωραίο
1. ε, για όψη, όμορφος, -η, -o, χαριτωμένος, -η, -o, ωραίος, -α, -ο,
¡qué niño tan lindo! τί παιδί τόσο όμορφο!
¡Qué vestido más lindo! Τι ωραίο φόρεμα!
Tienes un perro lindo, Έχεις ένα χαριτωμένο σκυλί
Rosa tiene un marido muy lindo, Η Ρόζα έχει έναν πολύ όμορφο σύζυγο
2. σε αίσθηση, ευχάριστος, -η, -o, hace un día muy lindo, κάνει μια μέρα ευχάριστη
Pasamos un lindo día en el parque, Περάσαμε μια ωραία μέρα στο πάρκο
3. ειρ, καλός, -ή, -ó
4. εκφ, de lo lindo, με χλιδή, χλιδάτο= σε υπερβολικό βαθμό, πάρα πολύ,
nos reímos de lo lindo, γελάσαμε με την καρδιά μας
lindo 1. α, οικ, για άντρα, πολύ προσεγμένος εμφανισιακά σαν γυναίκα
relindo, da 1. ε, πρχ παρα-χλιδάτος= πανέμορφος, -η, -o σε όψη
lindeza 1. θ, ομορφιά, la lindeza de su sonrisa era incomparable,
η ομορφιά του χαμόγελου της ήταν ασύγκριτη
2. φιλοφρόνηση
3. έξυπνη ατάκα
lindezas 1. θ πλ, ειρ, χλιδάτα λόγια= «ευγένειες» , «γαλλικά», κοσμητικά
lindamente 1. επρ, όμορφα, ωραία, με τελειότητα
alindar 1. ρμ, μτφ, κάνω χλιδάτο = ομορφαίνω κάτι, ωραιοποιώ, στολίζω,
alindó la sala para la fiesta, στόλισε την σάλα για την γιορτή,
Cynthia alindó el sombrero con una cinta, Η Σύνθια ομόρφυνε το καπέλο με μια κορδέλα