LINCE

LINCE= ΠΡΧ ΛΥΓΚΑΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

lince 1. α, ζωλ, λύγξ, λύγκας

2. μτφ, γάτα, γατόνι, es un lince como vendedor, είναι γάτα σαν πωλητής

3. μτφ, άτομο με πολύ καλή όραση, που δεν του ξεφεύγει τίποτα,

El gerente es un lince. Siempre se da cuenta cuando alguien llega tarde,

Ο διευθυντής είναι γάτα με πέταλα. Καταλαβαίνει πάντα όταν κάποιος φτάνει αργά

4. σνθ, lince ibérico, λύγκας o Ιβηρικός

lince rojo, ερυθρός λύγκας

5. εκφ, ser un lince (para algo), είμαι γάτα με πέταλα (σε κάτι)

es un lince para los negocios, είναι γάτα με πέταλα για τις επιχειρήσεις

Linceo 1. ονο, μυθ, Λυγκεύς, Λυγκέας

Scroll to Top