LÍMITE

LÍMITE= ΠΡΧ Λ-ΙΜΙΤΕ> Γ-ΡΑΜΜΩΤΟ> ΓΡΑΜΜΗ> ΟΡΙΟ, ΠΡΧ Ν-ΗΜΑΤΙΟ= ΟΡΙΟ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

límite

1. α, όριο, σύνορο, γραμμή που χωρίζει κάτι, el límite norte del país son los Pirineos,

το βόρειο σύνορο της χώρας είναι τα Πυρηναία

2. μτφ, όριο, no hay límite, δεν υπάρχει όριο

todo tiene sus límites, όλα έχουν τα όριά τους

el límite es de dos invitaciones por persona, το όριο είναι για 2 προσκλήσεις ανα άτομο

3. μαθ, όριο, οριακή τιμή

4. σνθ, límite de velocidad, όριο ταχύτητας

5. εκφ, rebasar los límites, υπερβαίνω= ξεπερνώ τα όρια

6. ε οριακός, -ή, -ó, situación limite, οριακή κατάσταση

limitar πρχ βάζω νήματα> θέτω όρια

1. ρμ, περιορίζω , μειώνω τα όρια σε κάτι, han limitado la velocidad máxima,

έχουν μειώσει την μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα,

han limitado las subvenciones, έχουν περιορίσει τις επιδοτήσεις

2. οριοθετώ έδαφος, χώρο, limitó el jardín con una valla,

οριοθέτησε τον κήπο με ενα φράχτη

3. μτφ, καθορίζω την εξουσία, δικαιώματα, δικαιοδοσία σε κάποιον,

el director limitó sus funciones administrativas,

ο διευθυντής καθόρισε τις διοικητικές του λειτουργίες

4. ρα, συνορεύω, Portugal limita con España,

η Πορτογαλία συνορεύει με την Ισπανία

5. ραντ, περιορίζομαι στο να, limitarse a, se limitó a explicarme cuatro cosas,

περιορίστηκε στο να μου εξηγήσει 4 πράγματα,

me limito a escuchar, περιορίζομαι στο να ακούω

limitación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του limitar, limitarse

2. περιορισμός, no tiene ninguna limitación en su trabajo,

δεν έχει κανένα περιορισμό στην δουλειά του,

sin limitación de tiempo, χωρίς χρονικό περιορισμό

3. σύνορο, όριο

4. σνθ, limitación mental, νοητική στέρηση

5. εκφ, poner limitaciones a, θέτω όρια, περιορισμούς σε

limitado, da 1. ε, περιορισμένος, -η, -o, espacio limitado, χώρος περιορισμένος

2. μτφ, περιορισμένος, -η, -o νοητικά, un chico muy limitado,

ένα παιδί πολύ περιορισμένο σε αντίληψη

ilimitado, da 1. ε, απεριόριστος, -η, -o

limitador 1. α, ηκλ, περιοριστής τάσης, προστατευτικό υπερτάσεων

2. σνθ, limitador de corriente, περιοριστής ρεύματος,

limitáneo, a 1. ε, όμορος, -η, -o

limitativo, va 1. ε, περιοριστικός, -ή, -ό

limítrofe 1. ε, όμορος, -η, -ο, συνοριακός, -ή, -ó

limítrofe con España, όμορος με την Ισπανία

delimitar 1. ρμ, οριοθετώ, καθορίζω, ορίζω με ακρίβεια τα όρια σε κάτι,

delimitaron las fronteras sobre el mapa, καθόρισαν τα σύνορα πάνω στον χάρτη

delimitación 1. θ, οριοθέτηση

delimitador, ra 1. ε, οριοθετών, -ούσα, -όν

delimitador 1. α, πλφ, οριοθέτης

extralimitarse 1. ραντ, εξτρα-βαίνω των ορίων= υπερβαίνω την εξουσία μου,

fueron despedidos por extralimitarse en sus funciones,

απολύθηκαν επειδή υπερέβησαν των λειτουργιών τους

extralimitación 1. θ, νομ, υπέρβαση, κατάχρηση εξουσίας

translimitar 1. ρμ, υπερβαίνω ηθικά, φυσικά όρια, καταπατώ

2. στρ, περνώ, διασχίζω τα σύνορα

translimitación 1. θ, καταπάτηση, παράβαση κανόνων, ορίων

linde πρχ límite> νημάτιο ή πλίνθος σαν όριο σε χώρο

1. α θ, όριο σε χώρο, σύνορο, una cerca marcaba las lindes de los terrenos,

ενα φράχτης όριζε τα σύνορα των εδαφών

2. περιθώριο, τέλος σε κάτι, en la linde del camino se hallaba un bonito pueblecito,

στο τέλος του δρόμου βρισκόταν ενα όμορφο χωριουδάκι

3. άκρη, παρυφή σε βουνό

lindante 1. ε, γειτονικός, -ή, -ó σε χώρο, su terreno está lindante con un campo abierto,

το χωράφι του είναι γειτονικό με ενα κάμπο ανοιχτό

2. για ιδέα, συν-αφής, -ής, -ές

lindar 1. ρα, πρχ γειτνιάζω με, συνορεύω με, για έδαφος, χώρο, mi patio linda con el tuyo,

η αυλή μου συνορεύει με την δική σου

2. μτφ, γειτνιάζει κάτι άυλο με, είναι κοντά, συνορεύω, προσεγγίζω, πλησιάζει, αγγίζει,

este negocio linda con la ilegalidad, αυτή η επιχείριση αγγίζει την παρανομία

lindera 1. θ, όριο, σύνορα

lindería 1. θ, όριο, σύνορο

lindero, ra 1. ε, γειτονικός, -ή, -ό, για έδαφος, χώρο

lindero 1. α, όριο εδαφικό

2. άκρη, παρυφή δάσους

lindón 1. α, αγρ, αυλακιά

alindar 1. ρμ, οριοθετώ χώρο, έδαφος, alindaron la finca, οριοθέτησαν το κτήμα

2. ρα, συνορεύω με κάτι

alindamiento 1. α, οριοθέτηση, όριο

colindar, colindar con 1. ρα, πρχ κο-λιγιάζω= γειτνιάζω, γειτονεύω με κάτι σε χώρο, έδαφος su campo colinda con el de Pedro, το χωράφι του συνορεύει με το χωράφο του Πέδρο

colindancia 1. θ, γειτονία

colindante 1. ε, παρακείμενος, -η, -o, γειτονικός, -ή, -ό, μεθοριακός, -ή, -ó,

pueblos colindantes, μεθοριακά χωριά

deslindar

1. ρμ, διορίζω, καθορίζω τα όρια, οριοθετώ σε χώρο

2. μτφ, ξεκαθαρίζω κάτι, το προσδιορίζω

deslindador 1. α, για άτομο, χωρομέτρης

limen 1. α, λγτ, πρχ ν-ήμα ή λιμάνι= κατώφλι

liminal 1. ε, λγτ, του κατωφλιού

liminar 1. ε, προκαταρκτικός, -ή, -ó, προεισαγωγικός, -ή, -ό,

advertencia liminar, προεισαγωγική ειδοποίηση

eliminar πρχ εκ-νηματώνω ή ξε-λιμανίζω= βγάζω απο όριο

ή εκ-λαμ(β)άνω> αφαιρώ απο

1. ρμ, αφαιρώ, εξαιρώ, αποκλείω κάποιον απο ομάδα, ζήτημα,

han eliminado al ex ministro de la lista electoral,

έχουν αφαιρέσει τον πρώην υπουργό απο την εκλογική λίστα

la nueva prueba presentada lo elimina como sospechoso,

η νέα παρουσιασμένη απόδειξη τον εξαιρεί σαν ύποπτο

2. αθλ, εξαλείφω απο την συνέχεια, αποβάλω, αποκλείω

3. αφαιρώ κάτι, καθαρίζω, εξαφανίζω, no sé cómo eliminar esta mancha,

δεν ξέρω πως να αφαιρέσω αυτόν τον λεκέ

4. μτφ, οικ, καθαρίζω κάποιον, εξαλείφω, σκοτώνω, δολοφονώ,

los mafiosos decidieron eliminar al juez,

οι μαφιόζοι αποφάσισαν να καθαρίσουν τον δικαστή

5. μαθ, απαλοίφω

6. ιατ, αποβάλλω ουσία

eliminación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του eliminar

2. αθλ, αποβολή, αποκλεισμός

3. μαθ, απαλοιφή

eliminador, ra 1. ε, α θ, εξαλειπτικός, -η, -ο, αφαιρετικός, -ή, -ό, αποκλειστικός, -ή, -ό,

που πράττει το eliminar

eliminatoria 1. αθλ, προκριματικός γύρος, φάση ή αγώνες νοκ άουτ

eliminatorio, ria 1. ε, προκριματικός, -ή, -ó

preliminar 1. ε, προκαταρκτικός, -ή, -ó

preliminares 1. α πλ, προκαταρκτικά

sublimar πρχ υπερ-νήματωνω= πάω πάνω απο το όριο ή υπερ-λαμβάνω

1. ρμ, μτφ, εξυψώνω, εξυμνώ, los descendientes sublimaron la historia de su antepasado,

οι απόγονοι εξύψωσαν την ιστορία του πρόγονου τους

2. φσκ, εξαϋλώνω, απο στερεό σε αέριο, la nieve se ha sublimado, το χιόνι εξαϋλώθηκε

3. ψυχ, μεταποιώ συναίσθημα, παρόρμηση

sublimable 1. ε, εξ-υψώσιμος, -η, -ο

2. φσκ, εξαϋλώσιμος, -η, -ο

3. ψυχ, μεταποιήσιμος, -η, -ο

sublimación 1. θ, εξύψωση

2. φσκ, εξ-αΰλωση

3. ψυχ, μεταποίηση

sublimado 1. α, χημ, αιθάλωμα

sublimador 1. α, χημ, εξαϋλωτής

sublime 1. ε, για άτομο, υπερ του νήματος> ορίου = εξαιρετικός, -ή, -ό

2. για ιδέα, πράγματα ηθικά, διανοητικά, μεγαλοπρεπή, -ής, -ές

3. εκφ, lo sublime, το μεγαλείο, η μεγαλοπρέπεια

sublimidad 1. θ, μεγαλειότητα

subliminal 1. ε, εξυψωτικός, -ή, -ό

dintel πρχ δόντι> σαν νήμα= όριο ή πρχ που-ντελι> ντιντελ

1. α, ατκ, για πόρτα, παράθυρο, πρέκι, ανώφλι πόρτας

adintelado, da 1. ε, ατκ, δομημένος, -η, -o με δοκάρια

umbral πρχ ουμπραλ> εμ-μπρος

1. α, κατώφλι σπιτιού, se sentó en el umbral de su puerta,

κάθισε στο κατώφλι της πόρτας του

2. μτφ, ξεκίνημα, αρχή, el umbral de la vida, το κατώφλι της ζωής

3. μτφ, όριο, su historia está en los umbrales de lo verosímil,

η ιστορία του είναι στα όρια του αληθοφανές

Scroll to Top