LÍDER= ΠΡΧ Λ-ΙΝΤΕΡ> ΑΠΟ ΚΩΠΗ-ΛΑΤΩ> ΚΙΝΩ> ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΟΔΗΓΩ, ΗΓΟΥΜΑΙ,
ΠΡΧ ΑΓΕ-ΛΑΤΗΣ Ή ΗΓΗΤΩΡ= ΑΡΧΗΓΟΣ ΑΓΕΛΗΣ> ΗΓΕΤΗΣ, ΑΡΧΗΓΟΣ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
líder 1. α θ, αρχηγός, ηγέτης, -ιδα σε κόμμα, ομάδα ατόμων,
Como líder del grupo, Jaime aceptó todo el crédito por su éxito,
Ως αρχηγός της ομάδας, ο Χάιμε ανέλαβε πλήρως την πίστωση για την επιτυχία τους
2. ηγέτης, -ιδα σε τομέα, αγορά, es el líder mundial en telefonía móvil,
είναι ο παγκόσμιος ηγέτης στην κινητή τηλεφωνία
3. αθλ, ηγέτης, -ιδα, αρχηγός σε κατάταξη, líder de la clasificación
4. σνθ, líder de la oposición, πολ, αρχηγός της Αντιπολίτευσης
líder sindical, συνδικαλιστικός ηγέτης
líder de partido político, ηγέτης πολιτικού κόμματος
líder 1. ε, ηγετικός, -ή, -ό, κορυφαίος, -α, -ο, αυτός που ηγείται σε ένα τομέα,
el dueño de la franquicia líder de café en los Estados Unidos,
ο ιδιοκτήτης του κορυφαίου franchise καφέ στις Ηνωμένες Πολιτείες
colíder 1. α θ, συν-αρχηγός
liderar 1. ρμ, ηγούμαι, είμαι επικεφαλής σε ομάδα, κόμμα,
lidera el partido, ηγείται του κόμματος
López lideró la revolución contra el emperador Agustín I de México,
Ο Λόπεζ ηγήθηκε της επανάστασης εναντίον του αυτοκράτορα Αγουστίν Α΄ του Μεξικού
2. ηγούμαι σε τομέα, αγορά, δεσπόζω, κυριαρχώ, una compañia que lidera el mercado,
μια εταιρία που δεσπόζει στην αγορά
3. liderar en, είμαι επί κεφαλής, el equipo lidera en el campeonato,
η ομάδα είναι επικεφαλής του πρωταθλήματος
liderato, liderazgo 1. α, ηγεσία, αρχηγία σε κόμμα, ομάδα,
Lοs dos diputadοs competirán por el liderato del partido,
Οι δύο βουλευτές θα διεκδικήσουν την ηγεσία του κόμματος
2. περίοδο ηγεσίας, αρχηγίας, Bajo su liderato, el país emergió como una potencia mundial,
Υπό την ηγεσία του, η χώρα αναδείχθηκε σε παγκόσμια δύναμη
3. ηγετική ικανότητα, no tiene liderato, δεν έχει ηγετική ικανότητα
4. ηγετική θέση, la empresa aspira al liderato mundial,
η εταιρεία φιλοδοξεί να καταλάβει ηγετική θέση παγκοσμίως
5. αθλ, πρώτη θέση σε κατάταξη