LICENCIA

LICENCIA= ΠΡΧ ΛΙΣΕ-ΝΣΙΑ> ΛΥΣΗ> ΑΠΟ-ΛΥΣΗΣ ΣΑΝ ΑΠΟΛΥΤΗΡΙΟ, ΑΔΕΙΑ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΤΙ,

ΠΡΧ ΑΠΟ-, ΑΜΟ- ΛΥΤΟΣ, ΠΡΧ ΠΛΕΙΟ-ΔΟΤΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

licencia πρχ λισενσια> απο-λυσης απο κάτι σαν απο-λυτήριο, έντυπο σαν άδεια,

μτφ, λυσό-τητα> άδεια που έχω να κάνω κάτι

1. θ, άδεια σαν έγγραφο για να κάνω κάτι, licencia de armas, άδεια οπλοφορίας

El abogado presentó la licencia para llevar a cabo la investigación,

Ο δικηγόρος υπέβαλε την άδεια για να πραγματοποιήσει την έρευνα

2. εξουσιοδότηση για να κάνω κάτι, ή άδεια να απουσιάσω από καθήκον,

El empleado solicitó una licencia por enfermedad,

Ο υπάλληλος ζήτησε άδεια λόγω ασθένειας

El artista obtuvo una licencia para mostrar sus obras en la galería,

Ο καλλιτέχνης απέκτησε άδεια για να παρουσιάσει τα έργα του στη γκαλερί

3. μτφ, άδεια να ενεργεί με καταχρηστική ελευθερία, θράσος, θάρρος, χωρίς να το δώσεις,

nos trata con excesiva licencia, μας φέρεται με υπερβολικό θάρρος, θράσος

4. εμπ, πλφ, αδεία

5. ποι, ποιητική αδεία

6. θρη, άδεια για κήρυγμα, λειτουργία

7. στρ, άδεια να απουσιάσεις

8. σνθ, licencia absoluta, στρ, άδεια απολύσεως

licencia de la quinta, στρ, απαλλαγή από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις

licencia artística, καλλιτεχνική αδεία

licencia de caza, άδεια κυνηγιού

licencia de explotación, άδεια εκμετάλλευσης

licencia de exportación, άδεια εξαγωγής

licencia de importación, άδεια εισαγωγής

licencia de obras άδεια εργασιών, οικοδομική άδεια

licencia de pesca, άδεια αλιείας

licencia de software, πλφ, άδεια χρήσης λογισμικού

licencia fiscal, επαγγελματικός φόρος, φόρος επιτηδεύματος

licencia métrica, μετρική άδεια

9, εκφ, εκφ, dar la licencia a la quinta, στρ, τελειώνω την στρατιωτική μου θητεία

dar licencia a alguien de, para, εξουσιοδοτώ, παραχωρώ σε κάποιον την άδεια να

estar de licencia, είμαι σε άδεια

tomarse licencias con alguien, παίρνω την άδεια= αποκτώ οικειότητα, θάρρος με κάποιον tomarse, permitirse la licencía de hacer algo, παίρνω από μόνος μου, μου επιτρέπω=

παίρνω το θάρρος ή την άδεια να κάνω κάτι

licencias 1. θ πλ, άδεια κηρύγματος, λειτουργίας

licenciado, da πρχ με απο-λυτήριο, πτυχίο

1. ε, εκπ, απο-λυμένος, -η, -ο σαν πτυχιούχος, licenciado en Química, πτυχιούχος σε χημεία,

jóvenes licenciados, νέοι πτυχιούχοι

2. στρ, απο-λυμένος, που έχει απολυθεί, soldado licenciado, απολυμένος στρατιώτης

3. α θ, εκπ, πτυχιούχος

4. στρ, στρατιώτης

licenciar 1. ρμ, πρχ λισε-νσιαρ> να απο-λύσω= απολύω, δίνω απόλυση,

La empresa decidió licenciar a varios empleados debido a la crisis,

Η εταιρεία αποφάσισε να απολύσει αρκετούς υπαλλήλους λόγω κρίσης

2. στρ, απολύω

3. δίνω άδεια, εξουσιοδοτώ, σαν να δώσω λυσότητα σε κάποιον να ενεργήσει,

le licenció para iniciar la campaña, τον εξουσιοδότησε να εκκινήσει την καμπάνια

4. ραντ, εκπ, απολύομαι σαν να αποφοιτώ, παίρνω πτυχίο, απολυτήριο σπουδών,

me licencié hace cinco años, πήρα πτυχίο πριν 5 χρόνια

6. στρ, απολύομαι

7. licenciarse en, εκπ, παίρνω πτυχίο από, αποφοιτώ από,

se licenció en Química por la Universidad de Madrid,

πήρε πτυχίο Xημείας από το Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης

licenciamiento 1. α, στρ, απόλυση

licenciatura 1. θ, εκπ, πρχ απο-λυτήριο σαν πτυχίο,

Obtuvo su licenciatura en Economía el año pasado,

Απέκτησε την πτυχίο του στην Οικονομία πέρσι

licenciatura en derecho, πτυχίο Νομικής

licenciatura en económicas, πτυχίο στα Οικονομικά

2. πτυχίο σαν χρόνος που διαρκεί για την απόκτηση πτυχίου,

La licenciatura tiene una duración de cuatro años,

Η απόκτηση πτυχίου έχει διάρκεια τεσσάρων ετών

licencioso, sa πρχ που ενεργεί σαν απο-λυσόμενος ηθικά, σεξουαλικά, συμπεριφοράς,

1. ε, για ζωή, έκ-λυτος, -η, -ο, lleva una vida licensiosa, έχει μια έκλυτη ζωή

2. για τρόπους, συμπεριφορά, τολμηρός, -ή, -ό,

Su comportamiento licencioso incomodaba a sus compañeros,

η τολμηρή συμπεριφορά του δυσκόλευε τους συναδέλφους του

3. μτφ, προκλητικός, -ή, -ό, El discurso licencioso del político generó controversia,

Ο προκλητικός λόγος του πολιτικού προκάλεσε αντιδράσεις

licenciosamente 1. επρ, αμο-λυσόμενα> σαν αμο-λυτός, χωρίς κανόνες, όρια ηθικά=

με υπερβολική ελευθερία σε τρόπους, θάρρος, τολμηρά, προκλητικά, έκλυτα, ανεξέλεγκτα,

Hablaba licenciosamente en la fiesta, sin considerar a los demás,

Μίλαγε προκλητικά στο πάρτι, χωρίς να σέβεται τους άλλους

El personaje del libro actuaba licenciosamente, desafiando las normas sociales,

Ο χαρακτήρας του βιβλίου ενεργούσε τολμηρά, προκαλώντας τους κοινωνικούς κανόνες

El líder gobernaba licenciosamente, sin considerar las consecuencias de sus actos,

Ο ηγέτης κυβερνούσε ανεξέλεγκτα, χωρίς να σκέφτεται τις συνέπειες των πράξεών του

lícito, ta πρχ λισιτο> λυτό σαν επιτρεπτό από δικαιοσύνη, κανόνες, νόμο,

1. ε, νομ, νόμιμος, -η, -o, θεμιτός, -ή, -ό, práctica lícita, νόμιμη πρακτική

La acción fue considerada lícita según el código penal,

Η πράξη θεωρήθηκε νόμιμη σύμφωνα με τον ποινικό κώδικα

El contrato es lícito y cumple con todas las regulaciones comerciales,

Ο συμβόλαιο είναι νόμιμο και συμμορφώνεται με όλους τους εμπορικούς κανονισμούς

2. μτφ, σύμφωνο με κανόνες ηθικούς, κοινωνικούς, σωστός, -ή, -ó,

¿es lícito mentir? είναι σωστό να λες ψέματα;

no es lícito cotillear, δεν είναι σωστό να κουτσομπολεύεις

3. μτφ, δίκαιος, -η, -o, una reivindicación lícita, μια δίκαιη διεκδίκηση

Si tú usas mi ropa, es totalmente lícito que yo use la tuya

Αν φοράς εσύ τα ρούχα μου, είναι απολύτως δίκαιο κι εγώ να φορέσω τα δικά σου

licitud 1. θ, νομ, νομιμότητα

2. ορθότητα πράξεων, σωστότητα

3. λογική δικαιοσύνη σε κάτι, δικαιότητα

lícitamente 1. επρ, νομίμως

ilícito, ta πρχ ανευ> μη λυτό από νόμους, κανόνες

1. ε, νομ, αθέμιτος, -η, -ο, παράνομος, -η, -ο,

La venta de drogas es un acto ilícito en la mayoría de los países,

Η πώληση ναρκωτικών είναι μια παράνομη ενέργεια σε πολλές χώρες

El comercio ilícito de especies en peligro de extinción,

το παράνομο εμπόριο ειδών που απειλούνται με εξαφάνιση

2. ανήθικος, -η, -ο, El comportamiento ilícito del empleado llevó a su despido,

Η παράνομη συμπεριφορά του υπαλλήλου οδήγησε στην απόλυσή του

deseos ilícitos, επιθυμίες ανήθικες

ilicitud 1. θ, παρανομία

2. πράξη ανηθικότητας

licitar πρχ λι-θιταρ> π-λειο-θέτω> π-λειο-δοτώ ή λισιταρ> δίνω λύση> άδεια για πώληση

1. ρμ, πλειοδοτώ σε δημοπρασία, licitaron por un jarrón chino,

πλειοδότησαν για ενα κινέζικο βάζο

2. δημοπρατώ, La municipalidad va a licitar la obra de mejora de calles,

Ο δήμος θα διεξάγει διαγωνισμό για το έργο βελτίωσης των δρόμων,

3. ρα, δίνω προσφορά σε δημοπράτηση, συμμετέχω σε διαγωνισμό με προσφορά,

La empresa decidió licitar para obtener el contrato de construcción,

Η εταιρεία αποφάσισε να δώσει προσφορά για την ανάθεση του έργου κατασκευής

κάνω προσφορά.

4. licitar por, συμμετέχω σε δημοπρασία, υποβάλλω προσφορά,

Vamos a licitar por el proyecto de desarrollo de software,

Θα υποβάλουμε προσφορά για το έργο ανάπτυξης λογισμικού

licitación 1. θ, νομ, πρόσκληση για υποβολή προσφορών, διαγωνισμός για ανάθεση,

La licitación para la construcción del puente atrajo a varias empresas,

Ο διαγωνισμός για την κατασκευή της γέφυρας προσέλκυσε πολλές εταιρείες

La empresa participará en la licitación para proveer servicios de consultoría,

Η εταιρεία θα συμμετάσχει στον διαγωνισμό για την παροχή υπηρεσιών συμβούλου,

2. δημοπρασία

3. εκφ, estar en licitación, υποβάλλομαι σε διαγωνισμό προσφορών

salir a licitación, βγαίνω σε δημοπρασία

licitador, ra 1. ε, α θ, πλειοδοτικός, -ή, -ό, πλειοδότης, -ια, δημοκράτης,

El licitador presentó una propuesta competitiva para el proyecto de construcción,

Ο πλειοδότης υπέβαλε μια ανταγωνιστική προσφορά για το έργο κατασκευής

licitante 1. ε, α θ, πλειοδοτών, -ουσα, -όν, πλειοδοτικός, -ή, -ό, πλειοδότης, -ια

El licitante pagó dos millones de pesos por ese apartamento,

Ο πλειοδότης πλήρωσε δύο εκατομμύρια πέσος για αυτό το διαμέρισμα

policitación 1. θ, νομ, πρχ προ-λυσις για κάτι= πρόταση που ακόμη δεν έγινε δεκτή

Scroll to Top