LIBRO= ΠΡΧ ΛΙΒΕΛΛΟΣ> ΒΙΒΛΙΟ, ΠΡΧ ΛΙ-ΒΡΟ> ΒΙ-ΒΛΟΣ, ΠΡΧ ΛΙΜΠΡΕΤΟ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
libelo 1. α, λίβελλος, λιβελλογράφημα
libelar 1. ρμ, γράφω λίβελλο= συντάσσω, διατυπώνω γραπτά
2. νομ, συντάσσω αγωγή, αίτηση, προσφυγή
libelista 1. α θ, λιβελλογράφος
líber 1. α, βοτ, ιστός εσωτερικού χιτώνα, βιβλικός ιστός
libro πρχ λίβελλος> βιβλίο
1. α, βιβλίο ή τόμος σειράς βιβλίων, esa ley está en el libro segundo, tercer párrafo,
αυτός ο νόμος βρίσκεται στο 2ο τόμο, τρίτη παράγραφο
2. αρχείο καταγραφής
3. θτρ, κείμενο
4. μσκ, τετράδιο, λιμπρέτο
5. ζωλ, έχινος, ένας από τους τρεις προστομάχους των μυρηκαστικών
6. σνθ, libro borrador, σημειωματάριο, πρόχειρο
libro de apuntes, σημειωματάριο
libro de actas, πρακτικά, τεύχος πρακτικών
libro de asiento, λογιστικό βιβλίο
libro de bolsillo, βιβλίο τσέπης
libro de caballerías, ιπποτικό μυθιστόρημα
libro de canciones, βιβλίο με στίχους και μουσική τραγουδιών
libro de cocina, βιβλίο μαγειρικής
libro de consulta, βιβλίο αναφοράς
libro de coro, θρη, βιβλίο των ψαλμών, Ψαλτήριο, Ψαλτήρι
libro de himnos, Υμνολόγιο
libro de horas, Ωρολόγιο
libro de cuentos, βιβλίο παραμυθιών
libro de ejercicios, βιβλίο ασκήσεων
libro de familia, οικογενειακή μερίδα, οικογενειακό βιβλιάριο
libro de instrucciones, βιβλίο οδηγιών, χειριστή
libro de mano, χειρόγραφο
libro de matrícula, βιβλίο καταγραφής
libro de memoria, σημειωματάριο
libro de pedidos, βιβλίο παραγγελιών
libro de reclamaciones, βιβλίο παραπόνων
libro de registro de entradas, βιβλίο εισόδου
libro de texto, σχολικό βιβλίο, αναγνωστικό
libro de visitas, βιβλίο επισκεπτών
libro digital, ψηφιακό βιβλίο
libro electrónico, ηλεκτρονικό βιβλίο
libro empastado, en pasta βιβλίο με μαλακό εξώφυλλο
libro encuadernado, βιβλιόδετο βιβλίο
libro en rústica, βιβλίο με μαλακό εξώφυλλο
libro escolar, de escolaridad, σχολικό βιβλίο
libros de cuentas, λογιστικά βιβλία
libros sagrados, θρη, ιερά βιβλία
libro talonario, διπλότυπο βιβλίο
libro copiador, εμπ, βιβλίο πρωτοκόλλου αλληλογραφίας
libro de caja, εμπ, βιβλίο ταμείου
libro de comercio, εμπ, χαρτοφυλάκιο συναλλαγών
libro de inventario, εμπ, βιβλίο απογραφής
libro diario, εμπ, γενικό ημερολόγιο
libros de contabilidad, εμπ, λογιστικά βιβλία
libro blanco, πολ, λευκή βίβλος
libro de a bordo, ναυ, ημερολόγιο καταστρώματος
7. εκφ, ser alguien un libro abierto, είναι κάποιος ανοιχτό βιβλίο,
sé que estás enfadado porque eres un libro abierto,
ξέρω πως είσαι θυμωμένος διότι είσαι ανοιχτό βιβλίο
hablar, explicarse como un libro (abierto), μτφ, μιλάω, εξηγούμαι σαν ανοιχτό βιβλίο=
μιλάω ή εξηγούμαι με σαφήνεια
hablar, explicarse como un libro cerrado, μιλάω ή εξηγούμαι με ασάφεια
ή παραλείποντας στοιχεία
colgar los libros, μτφ, κρεμώ τα βιβλία= παρατάω τις σπουδές
de libro, οικ, μτφ, απο βιβλίο, με ακρίβεια βιβλίου, υποδειγματικό, υπόδειγμα,
una jugada de libro, ενα παίξιμο, συνδυασμός υποδειγματικός
hablar como un libro, μιλώ σα να διαβάζω βιβλίο
llevar los libros, κρατάω τα λογιστικά βιβλία
meterse en libros de caballerías, μτφ, μπλέκομαι, ανακατεύομαι σε ξένες ιστορίες
librero, ra 1. ε, βιβλιοπωλικός, -ή, -ó, el sector librero, o βιβλιοπωλικός τομέας
2. α θ, βιβλιοπώλης, -ισσα
3. σνθ, librero de viejo, παλαιο-βιβλιοπώλης
librería 1. θ, βιβλιοπωλείο
2. επάγγελμα βιβλιοπώλη
3. βιβλιοθήκη
4. πλφ, βιβλιοθήκη
5. σνθ, librería de ocasión, de viejo, de lance, παλαιοβιβλιοπωλείο,
librería digital, ηλεκτρονική βιβλιοθήκη
libreril 1. ε, βιβλιοπωλικός, -ή, -ό
libróte 1. α, οικ, υτμ, χοντρό βιβλίο
libraco πρχ λιβελλ-άκος
1. α, υτμ, βιβλίο κακής ποιότητας
2. χοντροκομμένο, ογκώδες βιβλίο
libresco, ca 1. ε, βιβλιακός, -ή, -ό, σχετικός με το βιβλίο, el mercado libresco,
η αγορά του βιβλίου
2. μτφ, με εμπειρία βιβλίου, θεωρητικός, -ή, -ó, su conocimiento de la vida es libresco,
η γνώση του για τη ζωή είναι θεωρητική
libreta 1. θ, σημειωματάριο
2. βιβλιάριο τραπέζης, de banco
3. σνθ, libreta de ahorros, βιβλιάριο καταθέσεων
libreta de direcciones, καρνέ διευθύνσεων
libreto 1. α, μσκ, λιμπρέτο
libretista α θ, μσκ, λιμπρετίστας
librillo 1. α, πακετάκι από χαρτάκια για τσιγάρο
ex libris, exlibris 1. α, βιβλιόσημο