LESIÓN

LESIÓN= ΠΡΧ ΛΕΣΙΟΝ> Θ-ΛΑΣΗ, Κ-ΛΑΣΙΣ= ΤΡΑΥΜΑ, ΒΛΑΒΗ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

lesión 1. θ, κάκωση σωματική, οργανική βλάβη, τραύμα, lesión cerebral,

εγκεφαλική βλάβη

2. ηθικό πλήγμα, προσβολή, las falsas noticias son una lesión para su fama,

οι ψευδείς ειδήσεις είναι ενα ηθικό πλήγμα για την φήμη του

3. νομ, ζημία οικονομική ή πρόκληση σωματικής ή ψυχικής βλάβης

lesiones 1. θ πλ, νομ, κακώσεις, ζημίες

lesionado, da 1. ε, α θ, πληγωμένος, -η, -ο, τραυματισμένος, -η, -ο, τραυματίας,

Pablo Piatti, continúa lesionado en su pie izquierdo,

Ο Πάμπλο Πιάτι, συνεχίζει τραυματισμένος στο αριστερό του πόδι

lesionar πρχ προκαλώ θλάση, τραύμα

1. ρμ, βλάπτω σωματικά, πληγώνω, τραυματίζω,

Dichas apoplejias pueden lesionar zonas de el cerebro encargadas de funciones especificas

Τέτοια εγκεφαλικά μπορεί να βλάψουν περιοχές του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνες για συγκεκριμένες λειτουργίες

2. μτφ, πληγώνω, θίγω, ζημιώνω ηθικά, aquellos rumores lesionaron su buen nombre,

εκείνες οι φήμες ζημίωσαν το καλό του όνομα

3. ραντ, τραυματίζομαι, πληγώνομαι σωματικά, se lesionó jugando al fútbol,

τραυματίστηκε παίζοντας ποδόσφαιρο

4. θίγομαι, ζημιώνομαι ηθικά

lesivo, va 1. ε, που προκαλεί θλάση= βλαπτικός, -ή, -ό, βλαβερός, -ή, -ó σωματικά

2. μτφ, ζημιογόνος, -ος, -ο, βλαβερός, -ή, -ό, ha sido un comentario lesivo para su honra,

ήταν ενα σχόλιο ζημιογόνο για την τιμή του

eso es lesivo para mis intereses, αυτό είναι βλαβερό για τα ενδιαφέροντα μου

3. νομ, επιζήμιος, -α, -ο, που προκαλεί βλάβη

leso, sa 1. ε, πληγωμένος, -η, – ο σωματικά

2. προσβεβλημένος, -η, -o ηθικά

lisiar 1. ρμ, προκαλώ θλάση σοβαρή= ακρωτηριάζω, σακατεύω,

las minas antipersona han lisiado a muchas víctimas inocentes,

οι νάρκες κατά προσωπικού έχουν ακρωτηριάσει πολλά αθώα θύματα

2. ραντ, ακρωτηριάζομαι, σακατεύομαι, se lisió una pierna en el accidente,

σακάτεψε το ένα πόδι του στο ατύχημα

lisiado, da 1. ε, α θ, σακάτικος, -η, -o, ακρωτηριασμένος, -η, -o, σακάτης, -ισσα,

durante la guerra, una granada lo dejó lisiado,

κατα την διάρκεια του πολέμου, μια χειροβομβίδα τον άφησε σακάτη

lisiadura 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του lisiar, αναπηρία, σακάτεμα, ακρωτηριασμός

colisión πρχ συ-κλάσις> σύγ-κρουση μεταξύ 2 πραγμάτων

1. θ, σύγκρουση, la colisión entre aquellos coches fue estrepitosa,

η σύγκρουση ανάμεσα σε εκείνα τα αμάξια ήταν θορυβώδης

2. μτφ, σύγκρουση, colisión entre intereses, σύγκρουση μεταξύ συμφερόντων

3. σύγκρουση μεταξύ 2 ομάδων, ατόμων, la colisión entre la policía y los manifestantes,

η σύγκρουση μεταξύ της αστυνομίας και των διαδηλωτών

4. εκφ, entrar en colisión con algo, έρχομαι σε σύγκρουση με κάτι, συγκρούομαι

la idea entraba en colisión con sus principios,

η ιδέα ερχόταν σε σύγκρουση με τις αρχές του

colisionar

1. ρα, colisionar con, contra, συγκρούομαι με, προσκρούω σε,

el coche colisionó con una farola, το αμάξι συγκρούστηκε με κολώνα

2. μτφ, συγκρούομαι, colisionan en su manera de educar a sus hijos,

συγκρούονται στο τρόπο τους που παιδαγωγούν τα παιδιά τους

ileso, sa 1. ε, πρχ χωρίς θλάση= αβλαβής, -ής, -ές, άθικτος, -η, -ο, σώος, -α, -ο,

el conductor salió ileso, o οδηγός βγήκε αβλαβής

2. εκφ, resultar, salir ileso, βγαίνω άθικτος, el conductor resultó ileso del accidente,

ο οδηγός βγήκε άθικτος απο το ατύχημα

elidir 1. ρμ, γρμ, πρχ ε-λιδιρ> εκ-κλαδεύω= εκθλίβω

2. μτφ, αποβάλλω κάτι, αφαιρώ

elisión 1. θ, γρμ, έκθλιψη

Scroll to Top