LESBOS= ΠΡΧ ΛΕΣΒΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Lesbos 1. ονο, Λέσβος νησί
lesbiana 1. θ, λεσβία
lesbiano, na 1. ε, λεσβιακός, -ή, -ó
2. α θ, απο Λέσβο, Λέσβιος, -ια
lésbico, ca 1. ε, λεσβιακός, -ή, -ó, prácticas lésbicas, λεσβιακές πρακτικές
2. από Λέσβο, λεσβιακός, -ή, -ó, poeta lésbico, λεσβιακός ποιητής
3. από Λέσβο, Λέσβιος, Λέσβια