LENTE= ΠΡΧ ΛΕΝΤΕ> ΛΕΚΕΣ Ή ΚΗ-ΛΙΔΑ> ΦΑΚΟΣ, ΦΑΚΗ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
lente 1. α θ, φακός επαφής ματιών
2. σνθ, lente de aumento, μεγεθυντικός φακός
lentes 1. α πλ, γυαλιά ματιών
2. σνθ, lentes negros, oscuros, σκουρόχρωμοι φακοί, σκούρα γυαλιά
lentes de contacto, φακοί, φακοί επαφής
lentes de contacto blandos, duros, φακοί επαφής μαλακοί, σκληροί
lentilla 1. θ, φακός επαφής
2. σνθ, lentilla blanda, dura, φακός μαλακός, σκληρός
lentilla de color, έγχρωμος φακός
lentilla desechable, φακός μιας χρήσεως
3. εκφ, llevar lentillas, φοράω φακούς επαφής
ponerse las lentillas, φοράω τους φακούς μου
sacarse las lentillas, βγάζω τους φακούς μου
microlentilla θ, φακός επαφής
lenticular 1. ε, φακοειδής, -ής, -ές
2. α, ανα, φακοειδής απόφυση
lentigo 1. α, ιατ, φακίδα, λεκές, κηλίδα, πανάδα
2. φακίδα, ελιά, μικρός σπίλος
lenteja 1. α, φακή
2. σνθ, lenteja acuática, de agua, βοτ, φακή του νερού
3. εκφ, son lentejas, si las quieres las tomas y si no, las dejas, οικ, μτφ, αυτό είναι όλο κι όλο, ή το παίρνεις ή το αφήνεις
ή μτφ, σου αρέσει πάρ’ το, δεν σου αρέσει…
lentejar 1. α, χωράφι με φακές
lentejuela 1. θ, μτφ, κη-λιδούλα= πούλια, un vestido de lentejuelas,
ένα φόρεμα με πούλιες