LÁTIGO= ΠΡΧ ΛΑΤΙΓΟ> ΛΑΣΤΙΧΟ Ή Μ-ΑΣΤΙΓΙΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
látigo πρχ λ-ατιγο> μ-αστίγιο
1. α, μαστίγιο, βούρδουλας, el domador golpeaba el suelo con el látigo,
ο θηριοδαμαστής κτύπαγε το έδαφος με το μαστίγιο
2. καμτσίκι, καμουτσίκι για άλογο, el jinete golpeó a su caballo con el látigo,
o αναβάτης έδωσε μια καμουτσικιά στο άλογο
3. εκφ, hacer restallar, chasquear el látigo, κάνω να ηχήσει> τσασκ το μαστίγιο=
χτυπώ δυνατά, με κρότο το μαστίγιο
usar el látigo con alguien, χρειάζομαι βούρδουλα με κάποιον
latigar 1. ρμ, κυρ, μτφ, μαστιγώνω
latiguear 1. ρα, παράγω ήχο μαστιγίου με χτύπημα στον αέρα με το μαστίγιο
latigazo 1. α, πρχ μαστιγάτο= χτύπημα με μαστίγιο, βουρδουλιά, καμτσικιά,
el esclavo recibió varios latigazos o σκλάβος, δέχτηκε πολλές βουρδουλιές
2. κρότος μαστίγιου
3. μτφ, πόνος σαν μαστίγιο= σουβλιά ή τσίμπημα από ηλεκτρισμό,
¡vaya latigazo me ha dado la lámpara! ποπό τσιμπιά που μου έδωσε η λάμπα!
sentía latigazos en el oído, ένιωθε σουβλιές στο αυτί
4. μτφ, λόγια σαν μαστίγιο= επίπληξη, αυστηρή παρατήρηση,
el latigazo del maestro a la alumna, η επίπληξη του δασκάλου στην μαθήτρια
5. οικ, μτφ, γουλιά, se tomó un latigazo de coñac, πήρε μια γουλιά κονιάκ
6. εκφ, darse, pegarse un latigazo, πίνω ένα ποτηράκι
latiguera 1. θ, κορδόνι, λουρί, ιμάντας
latiguero, ra 1. α θ, μαστιγ-άρης= πωλητής, -ια μαστιγίων ή μαστιγο-ποιός
latiguillo πρχ μ-αστιγουλι ή λαστιχούλι
1. α, μτφ, λέξη, έκφραση, κλισέ, στερεότυπη φράση επαναλαμβανόμενη σε ομιλία, γραπτό, σαν μαστίγιο η λέξη λέγεται συνέχεια, su discurso está lleno de latiguillos,
η ομιλία του είναι γεμάτη από κλισέ
2. θτρ, ρητορική, τρόπος ομιλίας για να προκαλέσεις θαυμασμό, σαν μαστίγωμα= στόμφος,
los latiguillos de un político, ο στόμφος ενός πολιτικού
3. μτφ, εύκαμπτος σωλήνας, καλώδιο
4. βοτ, παραφυάδα