LÁSTIMA

LÁSTIMA= ΠΡΧ Β-ΛΑΣΤΗΜΑΩ> ΒΛΑΠΤΩ ΚΑΠΟΙΟΝ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

lástima πρχ β-λάπτημα= βλάβη από κάτι

1. θ, συμπόνια για την βλάβη κάποιου, έλεος, λύπηση, οίκτος, φιλευσπλαχνία,

siento lástima cuando veo a esos niños pidiendo limosna,

νιώθω οίκτο όταν βλέπω αυτά τα παιδιά ζητώντας ελεημοσύνη

2. μτφ, ατυχία για κάτι, la lástima es que tengamos que irnos,

η ατυχία είναι πως πρέπει να φύγουμε

3. παράπονο, no quiero escuchar más lástimas! δεν θέλω να ακούσω αλλά παράπονα!

4. κάτι που βλάπτει ψυχικά= κρίμα, es una lástima que hayamos perdido el partido,

Είναι κρίμα να έχουμε χάσει, που χάσαμε το παιχνίδι

5. επφ, κρίμα, ¡lástima que no puedas venir! κρίμα που δεν μπορείς έρθεις!

6. εκφ, dar lástima a alguien, προκαλώ λύπηση, οίκτο σε κάποιον

da lástima un niño callejero, προκαλεί οίκτο ένα παιδί του δρόμου

es tonto que da lástima, είναι τόσο χαζός που είναι για λύπηση

de lástima, προκαλεί πόνο, λύπη, είναι λυπηρό, da lástima ver mi casa antigua derribada,

είναι λυπηρό να βλέπω το παλιό σπίτι μου κατεδαφισμένο

hecho una lástima, είμαι σε άθλια κατάσταση, este mueble está hecho una lástima,

αυτό το έπιπλο είναι σε αθλία κατάσταση,

hoy estás hecho una lástima, σήμερα είσαι σε αθλία κατάσταση

¡qué lástima! τι κρίμα!

ser digno de lástima, είμαι για άξιος για λύπηση,

tener, sentir lástima de, έχω, αισθάνομαι λύπηση, οίκτο για,

No lo odio, pero sí siento lástima por él, Δεν τον μισώ, αλλά ναι αισθάνομαι οίκτο για αυτόν

lastimar πρχ β-λαστημάω> β-λάπτω κάποιον

1. ρμ, πληγώνω φυσικά, σωματικά, la rozadura del zapato me ha lastimado el pie,

το τρίψιμο του παπουτσιού μου έχει πληγώσει το πόδι

2. πληγώνω ηθικά, ψυχικά, sus palabras de desprecio le lastimaron profundamente,

τα υποτιμητικά λόγια του με πλήγωσαν βαθιά

Lo lastimó cuando le confesó que estaba saliendo con otra persona,

Τον πλήγωσε όταν του ομολόγησε ότι έβγαινε με κάποιον άλλον

ή πλήττω, βλάπτω, esas revelaciones lastimarán su imagen,

αυτές οι αποκαλύψεις θα βλάψουν την εικόνα του

3. αθλ, βλάπτω, προκαλώ σωματική βλάβη, τραυματίζω, χτυπάω,

le lastimé el tobillo jugando al fútbol, του χτύπησα τον αστράγαλο παίζοντας ποδόσφαιρο

4. ραντ, πληγώνομαι, τραυματίζομαι, χτυπώ το σώμα μου κάπου,

me he lastimado el pie, χτύπησα το πόδι μου,

Deja de jugar con ese cuchillo. Vas a lastimarte,

Σταμάτα να παίζεις με αυτό το μαχαίρι. Θα τραυματιστείς

5. πληγώνομαι ηθικά, ψυχικά, θρηνώ, οδύρομαι, λυπάμαι, εκδηλώνω πόνο, λύπη,

se lastima de su fracaso, πληγώνεται από την αποτυχία του

6. συν-βλάπτομαι= νιώθω οίκτο, συμπόνια για κάποιον, συμπάσχω,

Uno no puede lastimarse por uno mismo, debe levantarse y seguir adelante,

Κανείς δεν μπορεί να νιώθει οίκτο για τον εαυτό του, πρέπει να σηκωθεί και να προχωρήσει

lastimado, da 1. ε, πληγωμένος, -η, -ο, τραυματισμένος, -η, -ο,

Un niño se cayó de su bici en el parque, parecía estar muy lastimado,

Ένα αγόρι έπεσε από το ποδήλατό του στο πάρκο, φαινόταν να είναι πολύ τραυματισμένο

lastimero, ra πρχ β-λαστημ-ιαρικο

1. ε, που προκαλεί οίκτο, αξιολύπητος, -η, -ο, αξιοθρήνητος, -η, -ο,

Tenía ένα aspecto lastimero después de la lluvia,

Είχε μια αξιοθρήνητη εμφάνιση μετά τη βροχή

2. για ήχο, φωνή που εκφράζει πόνο, παραπονιάρικος, -η, -ο, σπαρακτικός, -ή, -ό, θρηνητικός, -ή, -ό, Se escuchaba ένα gemido lastimero,

Ακουγόταν ένα σπαρακτικό, θρηνητικό βογγητό,

El perro soltó ένα aullido lastimero, Ο σκύλος έβγαλε ένα παραπονιάρικο ουρλιαχτό

3. βλαπτικός, -ή, -ό ψυχικά, δηκτικός, -ή, -ό, me habló con palabras lastimeras,

μου μίλησε με λόγια δηκτικά

lastimoso, sa πρχ που προκαλεί έλεος λόγω βλάβης του

1. ε, αξιολύπητος, -η, -o, lleva un coche lastimoso, έχει ένα αμάξι αξιολύπητο

2. που προκαλεί λύπη, λυπηρός, -ή, -ό, accidente lastimoso, ατύχημα λυπηρό

lastimosamente 1. επρ, με τρόπο που προκαλεί λύπη, οίκτο, οικτρά, αξιολύπητα,

La viuda lloraba desconsolada y lastimosamente,

Η χήρα έκλαιγε απαρηγόρητα και αξιολύπητα

2. δυστυχώς, Lastimosamente, mi hermano perdió todo su dinero en las carreras de caballos

Δυστυχώς, ο αδερφός μου έχασε όλα του τα χρήματα στους ιπποδρομίες

lastimeramente 1. επρ, αξιολύπητα, αξιοθρήνητα

2. παραπονιάρικα, σπαρακτικά, El cachorro lloraba lastimeramente στην πόρτα,

Το κουτάβι έκλαιγε σπαρακτικά στην πόρτα

Scroll to Top