LASTRE= ΠΡΧ ΛΑΣΤΡΕ> Γ-ΛΑΣΤΡΑ> ΣΑΒΟΥΡΑ, ΕΡΜΑ, ΠΡΧ ΣΑΝ ΟΣΤΡΑΚΟ> ΧΑΛΙΚΙ,
ΠΡΧ Π-ΛΑ(ΤΟ)-ΣΤΡΩ-ΜΑ> ΠΛΑΤΙΑ ΠΕΤΡΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
lastra 1. θ, πρχ π-λατιά> πλατιά πέτρα, πλάκα, las lastras del patio, οι πλάκες της αυλής
lastre 1. α, πρχ σαν όστρακο> χαλίκι
2. έρμα, σαβούρα για αερόστατο, πλοίο, σαν όστρακα οι πέτρες στο έρμα, σαβούρα
ή σαν γ-λάστρα ο σάκος της σαβούρας
La nave mantiene el equilibrio en el agua gracias al lastre,
Το πλοίο διατηρεί την ισορροπία του στο νερό χάρη στο έρμα του
3. μτφ, σαν γ-λάστρα κάτι, κάποιος= εμπόδιο σε κάτι, βάρος,
Esta hipoteca es un lastre que tendrá que arrastrar durante 30 años,
Αυτό η υποθήκη είναι ένα βάρος που θα πρέπει να κουβαλάτε για 30 χρόνια,
su falta de experiencia es un lastre, Η έλλειψη εμπειρίας του είναι εμπόδιο,
4. μτφ, έρμα ατόμου, ωριμότητα στον χαρακτήρα, Son gente de poco lastre,
Είναι άνθρωποι με λίγο έρμα
5. εκφ, en lastre, ναυ, σε κατάσταση ερματισμού, χωρίς φορτίο, με έρμα,
soltar, echar, largar lastre, σουτάρω, ρίχνω, αφαιρώ έρμα
lastrar 1. ρμ, για αερόστατο, πλοίο, ερματίζω, σαβουρώνω,
Estos depósitos de agua se usan para lastrar el barco y lograr más estabilidad
Αυτές οι δεξαμενές νερού χρησιμοποιούνται για να ερματίσουν το πλοίο και να πετύχουν μεγαλύτερη σταθερότητα
2. πρχ βάζω γ-λάστρα σε κάτι= βάζω βάρος σε κάτι για να μην κουνηθεί,
lastró los papeles para que no volaran con el aire,
έβαλε βάρος στα χαρτιά για να μην πετάξουν με τον αέρα
3. μτφ, εμποδίζω, "Los socialistas lastran nuestro crecimiento económico", dijo el político,
«Οι σοσιαλιστές εμποδίζουν την οικονομική μας ανάπτυξη», είπε ο πολιτικός
deslastrar 1. ρμ, πρχ ξε-γ-λαστράρω= αφαιρώ τη σαβούρα, αφερματίζω
balasto, balastro 1. α, μτφ, πρχ μπαλο-στρωμα> μπαλο-πέτρες ή μτθ βότσαλο=
χαλίκι σε ράγες τρένου ή δρόμου
balastar 1. ρμ, πρχ μπαλο-στρώνω= γεμίζω με χαλίκι ράγες τρένου ή λεωφόρο, δρόμο
balastar una vía férrea ο carretera