LARINGE= ΠΡΧ ΛΑΡΥΓΓΑΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
laringe 1. θ, ανα, λάρυγγας
laríngeo, a 1. ε, λαρυγγικός, -ή, -ó
laringitis 1, θ, ιατ, λαρυγγίτιδα
laringófono 1. α, λαρυγγόφωνο
laringología 1, θ, ιατ, λαρυγγολογία
laringólogo, ga 1, α θ, ιατ, λαρυγγολόγος
laringoscopio 1, α, ιατ, λαρυγγοσκόπιο