LARGO= ΠΡΧ ΛΑΡΤΖ> ΜΑΚΡΥ, ΜΤΘ ΛΑΡΓΟ> ΜΕ-ΓΑ-ΛΟ ΣΕ ΜΗΚΟΣ, ΧΡΟΝΟ, ΕΚΤΑΣΗ,
ΠΡΧ ΔΟ-ΛΙΧΟΣ> ΛΑΡΓΟ> ΜΑΚΡΥ, ΠΡΧ ΛΑΓΟΥ-ΔΕΡΑ> ΜΑΚΡΥ ΡΑΒΔΙ, ΠΡΧ ΛΑΓΑΝΑ> ΜΑΚΡΥ,
ΠΡΧ ΛΑΣΚΑ, ΠΡΧ ΑΛΑΡΓΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
larga πρχ λαρτζ, αλαργα, λαγά-να, λάσκα> όλα με την έννοια μακρύ
1. θ, η πιο μακριά στέκα του μπιλιάρδου
2. κομμάτι δέρματος προστιθέμενο στον πάτο ή σε σόλα παπουτσιού για να το κάνει μακρύτερο
3. ταυ, κίνηση με κάπα, όπου ο ταυρομάχος την κρατά με το ένα χέρι και διαγράφει ημικύκλιο
4. σνθ, larga cambiada, ταυ, κίνηση όπου ο ταυρομάχος αφήνει τον ταύρο να περάσει από την αντίθετη πλευρά από αυτήν που κρατάει την κάπα
5. εκφ, a la larga, στο μήκος του χρόνου, με το πέρασμα του χρόνου= εν καιρώ, στο τέλος,
a la larga verás que lo hago por tu bien, στο τέλος θα δεις πως το κάνω για το καλό σου
ή σε χώρο> σαν λαγάνα, se tumbó en el suelo a la larga, ξάπλωσε σαν λαγάνα=
φαρδύς πλατύς στο πάτωμα
largas 1. θ πλ, μεγάλη σκάλα αυτοκινήτου, encender las largas, ανάβω την μεγάλη σκάλα
2. εκφ, dar largas a algo, δίνω λαρτζ> χρόνο μήκος σε κάτι= τρενάρω, παρατείνω κάτι,
dar, poner las largas, ανάβω τη μεγάλη σκάλα στο αμάξι
largo 1. α, μήκος, μάκρος, tiene tres metros de largo, έχει 3 μέτρα μήκος
el largo de un vestido, το μάκρος ενός φορέματος
2. αθλ, σε κολύμβηση, se hizo quince largos sin parar,
έκανε 15 μήκη στην πισίνα= κολύμπησε 15 μήκη χωρίς παύση
3. κνμ, οικ, ταινία μεγάλου μήκους
4. μσκ, λάργκο
5. ναυ, λασκάδα
6. εκφ, de largo, μάκρος, μήκος, ¿cuánto mide, tiene de largo?
πόσο μήκος έχει;, πόσο μακρύ είναι;
¿cómo es de largo? πόσο μήκος έχει;, πόσο μακρύ είναι;
tiene dos metros de largo, έχει μήκος, μάκρος δύο μέτρα
για ρούχο, μάκρος, un vestido de largo, ένα μακρύ φόρεμα
iremos todas de largo a la ópera, θα πάμε όλες με μακρύ ένδυμα στην Όπερα
vestirse, ponerse de largo, φορώ μακρύ ένδυμα
για χρόνο, εδώ και πολύ καιρό, este problema no es nuevo, ya viene de largo,
αυτή το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο, υπάρχει εδώ και πολύ καιρό
pasar de largo, στο χώρο, περνώ χωρίς να σταματήσω
μτφ, περνάω χωρίς να δώσω σημασία σε κάτι, αγνοώ, προσπερνώ
ponerse de largo, μτφ, τίθεται σαν λαρτζ= πρωτοεμφανίζομαι στην κοσμική κοινωνία
largo, ga 1. ε, μακρύς, -ιά, -ύ στο χώρο, una carretera muy larga, ένας πολύ μεγάλος δρόμος
una falda larga, μια μακριά φούστα
2. στον χρόνο, μακροχρόνιος, -α, -ο, μεγάλος, -η, -o, un largo viaje, ένα μακρύ ταξίδι
una espera muy larga, μία μεγάλη αναμονή
3. μτφ, λίγο πιο λαρτζ από το κανονικό= κάτι παραπάνω από, λίγο πάνω από,
una hora larga, κάτι παραπάνω από μία ώρα
diez kilómetros largos, κάτι παραπάνω από 10 χιλιόμετρα
este coche debió de costar un millón largo,
αυτό το σπίτι πρέπει να κόστισε κάτι παραπάνω από ένα εκατομμύριο
tiene cuarenta años largos, τα έχει πατήσει τα σαράντα
4. οικ, μτφ, με λαρτζ σώμα= ψηλός, -ή, -ó, ¡qué tipo más largo!
κοίτα μπόι που έχει ο τύπος!, τι μαντράχαλος!
5. οικ, μτφ, με λαρτζ μυαλό που πιάνει τα πάντα= πανέξυπνος, -η, -ο, παμπόνηρος, -η, -o,
no creas que no se ha dado cuenta de la situación, es un chico muy largo,
μην νομίζεις πως δεν έχει πάρει χαμπάρι την κατάσταση, είναι ένα παιδί πολύ έξυπνο
6. μτφ, με λαρτζ χέρι= γενναιόδωρος, -η, -o, una mujer muy larga,
μια πολύ γενναιόδωρη γυναίκα
7. γρμ, μακρός, -ά, -ó, vocal, sílaba larga, μακρό φωνήεν, μακρά συλλαβή
8. ναυ, μτφ, λασκαρισμένος, -η, -ο, μπόσικος, -η, -ο, για σχοινί, άνεμο, cabo, viento
9. εκφ, a lo largo, κατά μήκος, στο μάκρος πράγματος,
corta la tela a lo largo, κόψε το ύφασμα κατά μήκος
a lo largo de, στο χώρο, κατά μήκος
ή στο χρόνο, κατά τη διάρκεια, lo sabremos a lo largo del día,
θα το ξέρουμε κατά την διάρκεια της ημέρας
a lo largo y a lo ancho, κατά μήκος και κατά πλάτος
a lo largo y (a lo) ancho de, σε όλη την έκταση, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη
caer alguien cuan largo es, οικ, μτφ, πέφτω με όλο το μάκρος, όσο μακρύς = φαρδύς πλατύς
estar, quedar largo a alguien, για ρούχο, του πέφτει, κάθεται πολύ μακρύ
hacerse largo, κάτι μου φαίνεται ότι διαρκεί, κρατάει πολύ χρονικά
ir a lo largo de, πάω> εκτείνομαι κατά μήκος, la vía del tren va a lo largo de la carretera,
η σιδηροδρομική γραμμή εκτείνεται κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου
ponerse de largo, για κοπέλα, πρωτοεμφανίζομαι στην κοσμική κοινωνία
entrelargo, ga 1. ε, πρχ λιγο-λαρτζ= λίγο πιο μακρύς, -ιά, -ύ από ό,τι φαρδύς, -ιά, -ύ
largo 1. επρ, σε όλο το μήκος για κάτι= εκτεταμένα, πολύ,
tú y yo tenemos que hablar largo sobre un problema,
εσύ και εγώ πρέπει να μιλήσουμε εκτεταμένα για αυτό το πρόβλημα
2. μσκ, λάργκο
3. εκφ, de largo a largo, σε όλο το μήκος
largo y tendido, οικ, μτφ, εκτεταμένα, σε μάκρος
hablar largo y tendido de, sobre algo, μιλώ σε μήκος και τεντωμένο= εκτεταμένα για κάτι
ir para largo, πάει για μακρύ χρόνο, τραβάω σε μάκρος > θα πάρει χρόνο,
mi incorporación va para largo, η ενσωμάτωση μου θα πάρει χρόνο
tener para largo, κρατάω, αργώ, διαρκώ πολύ ακόμη
largo 1. επφ, πρχ α-λάργα= φύγε από ’δω, έξω από ’δω, έξω
2. εκφ, ¡largo de ahí, de aquí! φύγε από ’δω!, έξω από ’δω!, έξω!
largar πρχ λασκάρω κάτι, με την έννοια γενικά του αφήνω
1. ρμ, λασκάρω πράγμα, χαλαρώνω, το αφήνω σιγά-σιγά,
el marinero va largando el cabo, ο ναύτης λασκάρει, αφήνει σιγά-σιγά το σχοινί
2. μτφ, λασκάρω> αφήνω κάτι ενοχλητικό, δύσκολο σε κάποιον,
le largó el paquete más pesado, του άφησε το πιο βαρύ πακέτο
αφήνω κάτι ζημιογόνο, επικίνδυνο, Decidió largar el cigarrillo,
αποφάσισε να λασκάρει> αφήσει το τσιγάρο
σταματώ να κάνω κάτι, Decidí largar la dieta por un día,
αποφάσισα να λασκάρω> σταματήσω την δίαιτα για μια μέρα
3. μτφ, λασκάρω την γλώσσα μου= αμολάω λόγια δυσάρεστα, πετάω, ξεστομίζω,
largar una sarta de palabrotas, de insultos,
ξεστομίζω μια σειρά από βρωμόλογα, υβρεολόγιο, προσβολές
αμολάω αυτό που ξέρω, el acusado lo largó todo, o κατηγορούμενος τα ξέρασε όλα
πετάω δικαιολογία, Largó una excusa para no ir a la reunión,
αμόλησε μια δικαιολογία για να μην πάει στην συγκέντρωση
μτφ, βγάζω βαρετό λόγο, nos largó un discurso insoportable,
μας αμόλησε μια ομιλία ανυπόφορη
λέω κάτι που δεν πρέπει, λέω μυστικό, ha largado nuestro proyecto,
έχει πει> αποκαλύψει το πρότζεκτ μας
μιλάω πολύ, mi vecina pasa el día largando, η γειτόνισσα μιλάει όλη την ημέρα
μτφ, μιλάω για κάποιον, largaron sobre ti, λάσκαραν την γλώσσα για σένα> σε κριτίκαραν
ανοίγω το στόμα μου, ¡como vuelvas a largar te rompo la cara!
αν ξανανοίξεις το στόμα σου σπάω τα μούτρα!
4. οικ, μτφ, λασκάρω κάποιον= απ-ελευθερώνω, αφήνω ελεύθερο,
largaron a los prisioneros, (απ)ελευθέρωσαν τους φυλακισμένους
5. οικ, μτφ, λασκάρω κάποιον= διώχνω, lo largaron del trabajo,
τον έδιωξαν από την δουλειά
6. οικ, μτφ, λασκάρω χρήμα από την τσέπη= δίνω χρήμα
7. οικ, μτφ, λασκάρω το χέρι μου= δίνω, ρίχνω σφαλιάρα, χτύπημα,
le largó una bofetada, του έριξε μια σφαλιάρα
8. ναυ, λασκάρω το πανί, σημαία= ανοίγω, ξεδιπλώνω, largar la vela, bandera
ή λασκάρω καλώδιο, largar el cable
9. ραντ, λασκάρομαι από χώρο, την κάνω αλάργα, φεύγω, του δίνω, την κάνω,
Vámonos, es hora de largarse de aquí, φεύγουμε, είναι ώρα να την κάνουμε από εδώ
ή φεύγω από κατάσταση
ή φεύγω χωρίς αντίο, ξαφνικά ή χωρίς εξήγηση από κάπου,
Después de la discusión, él simplemente se largó,
μετά από την αντιλογία, αυτός απλά έφυγε
ή ξεκινώ να κάνω κάτι σαν να λασκάρω απότομα, ρίχνομαι,
Se largó a estudiar cuando se enteró del examen,
Ρίχτηκε στο διάβασμα όταν πήρε είδηση το διαγώνισμα
10. ναυ, λασκάρω το σχοινί= σαλπάρω
largamente 1. επρ, λαρτζ χρονικά= πολύ καιρό, πολλή ώρα,
hablaron largamente del tema, μίλησαν πολλή ώρα για το θέμα
2. μτφ, λαρτζ σε χρήμα, άνετα, con su sueldo tiene para pasar largamente el mes,
με τον μισθό του έχει για να περάσει τον μήνα άνετα
3. με λαρτζ χέρι, δόσιμο, απλόχερα, γενναιόδωρα, El generoso da largamente,
ο γενναιόδωρος δίνει απλόχερα
4. λαρτζ στο χώρο, απόσταση, εκτενώς, Caminaron largamente por el parque,
περπάτησαν εκτενώς στο πάρκο
larghetto 1. επρ, α, μσκ, λαργκέτο
largometraje 1. α, κνμ, πρχ λαρτζ-μέτρο= ταινία μεγάλου μήκους
largura 1. θ, μήκος, sé el ancho de la tela, pero no la largura,
Ξέρω το πλάτος του υφάσματος, αλλά όχι το μήκος
larguero πρχ λαρτζ-αρι= πράγμα μακρύ
1. α, στενόμακρο μαξιλάρι
2. αθλ, οριζόντιο δοκάρι
3. ξυλ, κατακόρυφη δοκός, ορθοστάτης κρεβατιού, πόρτας, larguero de cama, puerta
ή κομμάτι επι-μήκυνσης τραπεζιού, larguero de mesa
4. κατ, επι-μήκης δοκός
5. αυτ, πλευρικό τμήμα σασί αυτοκινήτου
largueza 1. θ, μτφ, γενναιοδωρία
larguirucho, cha 1. ε, για άτομο με λαρτζ σώμα και λιγνό, μτφ, ψηλό-λιγνος, -η, -o
2. μτφ, ψηλός, -ή, -ó κι άχαρος, -η, -ο
langaruto, ta 1. ε, οικ, μτφ, στενό-μακρος, -η, -ο, ψηλό-λιγνος, -η, -ο
piernas langarutas, πόδια στενόμακρα
alargar πρχ κάνω λαρτζ κάτι= του δίνω μήκος, επι-μηκύνω,
μτθ αλαργαρ> με-γαλ-ωνω χρονικά, σε χώρο, σε έκταση
1. ρμ, μακραίνω πράγμα, alargar el bajo de una falda, μακραίνω το κάτω της φούστας
2. παρατείνω χρονικά, κάνω να διαρκέσει περισσότερο κάτι,
Decidieron alargar sus vacaciones una semana más,
αποφάσισαν να παρατείνουν τις διακοπές τους μια εβδομάδα ακόμα
επιμηκύνω χρονικά για πιο μετά= καθυστερώ, αναβάλλω,
la tormenta ha alargado el inicio de las obras,
η καταιγίδα καθυστέρησε την έναρξη των εργασιών
3. επιμηκύνω βραχίονα, χέρι, για να πιάσω, φτάσω, απλώνω, τεντώνω, τείνω, εκτείνω,
alargar el brazo para coger el libro, τεντώνω το χέρι για να πιάσω το βιβλίο
El mendigo alargó la mano y tomó la moneda que el niño le ofrecía,
Ο ζητιάνος άπλωσε το χέρι του και πήρε το νόμισμα που του πρόσφερε το αγόρι
4. μτφ, επιμηκύνω κάτι προς κάποιον= δίνω πράγμα σε κάποιον, φέρνω κοντά,
alárgame el bastón, δώσε μου το μπαστούνι
5. κάνω πιο λαρτζ μια ποσότητα, την αυξάνω
6. επεκτείνω χώρο, alargaremos el sendero para hacerlo más accesible a los excursionistas, θα επεκτείνουμε το μονοπάτι για να το κάνουμε πιο προσιτό στους πεζοπόρους
7. μτφ, επι-μηκύνω την πυκνότητα σε φαγητό, ποτό, αραιώνω,
alarga la salsa con un poco de agua, αραίωσε την σάλτσα με λίγο νερό
8. λασκάρω σιγά-σιγά σχοινί, καλώδιο, χαλαρώνω, alarga un poco de cuerda,
χαλάρωσε λίγο το σχοινί
9. ρα, για ημέρα, νύχτα, επιμηκύνομαι, μεγαλώνω, el día alarga mucho en verano,
οι μέρες μεγαλώνουν πολύ το καλοκαίρι
10. ραντ, παρατείνομαι χρονικά, mi estancia se alargó, η παραμονή μου παρατάθηκε
11. εκτείνομαι, επεκτείνομαι στον χώρο, esta finca se alarga hasta el camino,
αυτό το αγρόκτημα εκτείνεται μέχρι το δρόμο
12. μτφ, εκτείνομαι σε γραπτό ή μιλώντας, me he alargado mucho en mi explicación,
επεκτάθηκα πολύ στην εξήγηση μου
13. για ημέρα, νύκτα, μεγαλώνω, en verano los días se alargan,
το καλοκαίρι οι μέρες μεγαλώνουν
14. μτφ, πηγαίνω προς> σαν μήκος που διανύω, me alargo hasta la plaza,
πηγαίνω μέχρι την πλατεία
15. ναυ, μτφ, για άνεμο, αλλάζω κατεύθυνση προς την πρύμνη
alargamiento
1. α, πράξη και αποτέλεσμα του alargar, alargarse
2. επιμήκυνση πράγματος, προέκταση, μάκρεμα, el alargamiento de la falda,
το μάκρεμα της φούστας
3. χρονική επιμήκυνση, παράταση, el alargamiento de las vacaciones,
η παράταση των διακοπών,
el alargamiento del día, το μεγάλωμα της ημέρας
4. επέκταση δρόμου, el alargamiento del sendero, η επέκταση του μονοπατιού
alargado, da 1. ε, στενό-μακρος, -η, -ο
alargador, ra 1. ε, που επεκτείνει, προεκτείνει, επιμηκυντικός, -ή, -ό
alargador 1. α, κομμάτι, εργαλείο, συσκευή σαν επέκταση, προέκταση
alargadera 1. θ, πρχ λαγουδέρα= κομμάτι που λειτουργεί σαν προέκταση σε κάτι,
alargadera de compás, grúa, επέκταση διαβήτη, γερανού
2. χημ, γυάλινος σωλήνας με μακρύ λαιμό, σωλήνας προέκτασης