LÁMINA

LÁMINA= ΠΡΧ ΕΛΑΣΜΑ, ΠΡΧ ΛΑΜΑΡΙΝΑ> ΦΥΛΛΟ ΑΠΟ ΚΑΤΙ, ΠΡΧ ΛΑΜΙΝΑΤ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

lamé 1. α, ύφασμα λαμέ

lamelibranquio 1. α, ζωλ, ελασματο-βράγχιο, δίθυρο, πελεκύποδο

lamelicornio 1. α, ζωλ, πεταλόκερο, είδος κολεοπτέρου με ελασματοειδείς κεραίες

lameliforme 1. ε, ελασματο-ειδής, -ής, -ές

lamelirrostro 1. α, ζωλ, χηνόμορφο

lámina πρχ έλασμα από μέταλλο ή άλλο υλικό, πρχ λαμινειτ φύλλα

1. θ, έλασμα, λαμινειτ, φύλλο, cubrimos las paredes con unas láminas de madera,

καλύψαμε τους τοίχους με μερικά λαμινειτ

lámina de madera, de acero, ξυλό-φυλλο, φύλλο ξύλου, ατσαλο-λαμαρίνα, φύλλο χάλυβα

lámina de oro, de papel, φύλλο χρυσού, χαρτιού

2. πλάκα μαρμάρου, lámina de mármol

3. λεπτή φέτα, patatas cortadas en láminas, πατάτες κομμένες σε φέτες

4. μτφ, φιγούρα ατόμου, ζώου, κορμοστασιά, Un toro de buena lámina,

ένας ταύρος με καλή φιγούρα

5. τεχ, φύλλο

6. φύλλο με ζωγραφιά, πόστερ

7. σνθ, lámina de dibujo, τεχ, φύλλο σχεδίασης

laminar 1. ε, ελασματοειδής, -ής, -ές, πλακοειδής, -ής, -ές

laminar 1. ρμ, κάνω έλασμα, Para fabricar un parabrisas, primero hay que laminar el vidrio

Για να φτιάξετε ένα παρμπρίζ, πρέπει πρώτα να κάνετε έλασμα, φύλλο το γυαλί

2. καλύπτω με φύλλα ξύλου, σανίδι

laminación 1. θ, ελασματοποίηση, έλαση

laminado 1. α, έλαση, ελασματοποίηση

2. λαμινάρισμα με ξύλο, μέταλλο

2. επίστρωση σε πάτωμα, laminado de suelo

3. διακόσμηση με χρυσά ελάσματα, laminado de oro

laminado, da 1. ε, ελασμένος, -η, -o, ελασματοποιημένος, -η, -ο, επικολλητός, -ή, -ό, φυλλωτός, -ή, -ό

2. για πάτωμα, παρκέ, piso, parqué, καλυμμένος με φύλλα, επιστρωμένος, -η, -ο, λαμινάτ

laminero, ra 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ó με την έλαση, ελασματουργός

laminador, ra 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ó με την έλαση, ελασματουργός

laminadora 1. θ, μηχανή έλαστρο

laminoso, sa 1. ε, με δομή φύλλων, φυλλωτός, -ή, -ό, πλακώδης, -ης, -ες

2. ανα, φολιδοειδής, -ής, -ές

laminaria 1. θ, βοτ, λαμινάρια η παλαμοειδής

laminectomía 1. θ, ιατ, πεταλ-εκτομή

Scroll to Top