LÁGRIMA= ΠΡΧ Δ> ΛΑΚΡΥΜΑ> ΔΑΚΡΥ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
dacriadenitis 1. θ, ιατ, δακρυαδενίτιδα
dacriocistitis 1. θ, ιατ, δακρυοκυστίτιδα
dacriocisto 1. α, ιατ, δακρυικός ασκός
lacrima christi 1. α, οιν, το δάκρυ του Χριστού, κρασί
lágrima πρχ λ> δάκρυμα
1. θ, δάκρυ, las lágrimas resbalaban por sus mejillas,
τα δάκρυα γλιστρούσαν από τα μάγουλα του
2. μτφ, μικρή ποσότητα ποτού, σταγόνα, σταλιά, sírveme un poco de orujo,
pero tan sólo una lágrima, βάλε μου λίγο τσίπουρο, αλλά μόνο μια σταλιά
3. βοτ, δάκρυ από ουσία δέντρου
4. μτφ, δάκρυ, un collar con lágrima de cristal veneciano,
ένα κολιέ από βενετσιάνικο κρύσταλλο σε σχέδιο δάκρυ
5. σνθ, lágrimas de cocodrilo, κροκοδείλια δάκρυα
6. εκφ, con las lágrimas en los ojos, με δάκρυα στα μάτια
derramar lágrimas, χύνω δάκρυα
deshacerse en lágrimas, με πνίγουν τα δάκρυα
bañado en lágrimas, πλημμυρισμένος στα δάκρυα
beberse las lágrimas, καταπίνω τα δάκρυά μου
hacer saltar las lágrimas, κάνω να σαλτάρουν τα δάκρυα= βουρκώνω, δακρύζω
saltársele a alguien las lágrimas, βουρκώνω, μου έρχονται δάκρυα στα μάτια
llorar a lágrima viva, σπαράζω στο κλάμα, κλαίω με μαύρο δάκρυ
regar con lágrimas, ποτίζω με δάκρυα
lagrimal 1. ε, δακρυϊκός, -ή, -ó
2. α, ανα, εσωτερικός κανθός στο μάτι
3. βοτ, καρκίνωμα δέντρου, σαν δάκρυσμα
lagrimar 1. ρα, ρίχνω δάκρυσμα= κλαίω, χύνω δάκρυα,
El polvo que levantó el viento me hizo lagrimar los ojos,
Η σκόνη που σήκωσε ο άνεμος μου έκανε να δακρύσουν τα μάτια
lagrimear 1. ρα, δακρύζω, El humo era muy denso y los ojos no paraban de lagrimearme,
Ο καπνός ήταν πολύ πυκνός και τα μάτια μου δεν έπαυαν να δακρύζουν
2. κλαίω εύκολα, κλαψουρίζω, siempre lagrimea cuando ve seriales de televisión,
πάντα κλαψουρίζει όταν βλέπει σειρές της τηλεόρασης
lagrimeo 1. α, δάκρυσμα, κλάψιμο
2. κλαψούρισμα
lagrimilla 1. θ, σταγόνα δάκρυ από γέλιο, κλάμα
lagrimita 1. θ, μικρό δάκρυ
2. εκφ, saltar una lagrimita, μου ξεφεύγει ένα δάκρυ
lagrimón, ona 1. ε, με εύκολο δάκρυσμα= κλαψιάρης, -α, -ικο, κλαψιάρικος, -η, -o
lagrimón 1. α, μεγάλο δάκρυ, le corrían lagrimones por las mejillas,
του έτρεχαν μεγάλα δάκρυα στα μάγουλά του
lagrimoso, sa 1. ε, για μάτια, πρόσωπο, δακρυσμένος, -η, -o, υγρός, -ή, -ó
2. για άτομο, δακρυσμένος, -η, -o
3. για ιστορία, σκηνή που προκαλεί δάκρυα, δακρύβρεχτος, -η, -o, συγκινητικός, -ή, -ó
una película lagrimosa, μια ταινία δακρύβρεχτη
4. για δέντρο, φυτό, που δακρύζει
lacrimoso, sa 1. ε, δακρυσμένος, -η, -o, tienes los ojos lacrimosos, έχει τα μάτια δακρυσμένα
2. μτφ, που προκαλεί δάκρυα, δακρύβρεχτος, -η, -o, películas lacrimosas,
ταινίες δακρύβρεχτες
3. για άτομο, κλαψιάρης, -α, -ικο
lacrimal 1. ε, ανα, δακρυικός, -ή, -ó
2. α, ανα, δακρυικός αδένας
lacrimotomía 1. θ, ιατ, τομή της δακρυϊκής οδού
lacrimógeno, na 1. ε, για βόμβα, αέριο, bomba, gas, δακρυ-γόνος, -α, -o
2. μτφ, για ταινία, δακρύβρεχτος, -η, -o
lacrimonasal 1. ε, ανα, ρινο-δακρυϊκός, -ή, -ó