INVIERNO

HIBERNAL= ΠΡΧ ΧΙΜΠΕΡΝΑΛ> ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ, ΧΕΙΜΩΝΑΣ, ΧΕΙΜΩΝΙΑΖΩ,

ΠΡΧ ΕΣΚΙΜΩΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

hibernar 1. ρα, ζωλ, πέφτω σε χειμερία νάρκη, Los osos machos hibernan por menos tiempo que las hembras, Οι αρσενικές αρκούδες πέφτουν σε χειμερία νάρκη για μικρότερο χρονικό διάστημα από τις θηλυκές

2. ρμ, ιατ, εφαρμόζω τεχνητή χειμερία νάρκη

hibernación 1. θ, ζωλ, χειμερία νάρκη

2. ιατ, διαχείμαση

hibernal 1. ε, χειμερινός, -ή, -ó

hiemal 1. ε, λγτ, χειμερινός, -ή, -ó

esquimal 1. ε, α θ, εσκιμωϊκός, -ή, -ό, εσκιμώϊκος, -ή, -ό, εσκιμώος, -α

2. α, γλγ, εσκιμωϊκά

invierno, hibierno 1. α, χειμώνας, ¡El invierno es mi estación favorita!

Ο χειμώνας είναι η αγαπημένη μου εποχή!

invernar 1. ρα, χειμάζω, ξεχειμωνιάζω, περνάω τον χειμώνα σε μέρος,

suelen invernar en algún pueblo de la costa mediterránea,

συνηθίζουν να ξεχειμωνιάζουν σε κάποιο χωριό της μεσογειακής παραλιακής ζώνης

2. ζωλ, πέφτω σε χειμερία νάρκη

3. εκφ, en lo más crudo del invierno, στο πιο κρύο> στην καρδιά του χειμώνα

invernación 1. θ, διαχείμαση, χειμερία νάρκη

invernada 1. θ, ξεχειμώνιασμα

2. διαχείμαση, χειμερία νάρκη

invernal 1. ε, χειμερινός, -ή, -ó

2. α, στάβλος στο χειμαδιό

invernante 1. ε, α θ, χειμωνιάζων, -ουσα, -ον, που ξεχειμωνιάζει

invernáculo 1. α, θερμοκήπιο

invernadero 1. α, θερμοκήπιο

2. χειμερινός βοσκότοπος

quimera 1. θ, χίμαιρα

quimérico, ca 1. ε, χιμαιρικός, -ή, -ó

quimerista 1. ε, α θ, χιμαιριστικός, -ή, -ό, -ής, -ια, που ζει με φαντασιώσεις, χίμαιρες, ονειροπόλος

Scroll to Top