INTRUSO

INTRUSO= ΠΡΧ ΙΝ-ΤΡΟΥΣΟ> ΕΝΔΟ-ΤΕΡΟΣ ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ ΣΕ ΧΩΡΟ Ή ΕΝ-ΤΗΡΩΝ>

ΠΟΥ ΤΡΥΠΩΝΕΙ ΣΕ ΧΩΡΟ> ΠΑΡΕΙΣΑΚΤΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

intruso, sa 1. ε, α θ, παρείσακτος, -η, -o, παρεισδύων, -ουσα, -ον, εισβολέας,

La policía cree que un intruso instaló micrófonos en la casa para obtener información confidencial, Η αστυνομία πιστεύει ότι ένας εισβολέας έβαλε μικρόφωνα στο σπίτι για να αποσπάσει εμπιστευτικές πληροφορίες

2. μτφ, που δεν ταιριάζει, πρχ ιν-τρουσο> α-ταίριαστος, -η, -ο, παρείσακτος, -η, -o,

Mira la siguiente lista de términos y señala cuál es el intruso,

Κοιτάξτε την ακόλουθη λίστα όρων και προσδιορίστε ποιος είναι ο εισβολέας

intrusión 1. θ, παρείσφρηση σε χώρο, εισβολή, αυθαίρετη είσοδος,

Es vital proteger a los ciudadanos de la intrusión de la policía,

Είναι ζωτικής σημασίας να προστατεύονται οι πολίτες από την αστυνομική εισβολή

2. απρόσκλητη επίσκεψη, lamento la intrusión, no sabía que estaban reunidos,

λυπάμαι για την απρόσκλητη επίσκεψη, δεν ήξερα πως ήσασταν συγκεντρωμένοι

3. παρέμβαση

4. γωλ, εισβολή και στερέωση του μάγματος στον γήινο φλοιό

intrusismo 1. α, μτφ, παρεισφρισμός σε επάγγελμα χωρίς άδεια εξάσκησης=

παράνομη εξάσκηση επαγγέλματος, intrusismo laboral

intrusamente 1. επρ, παρεισφρητικά σε χώρο

2. μτφ, ενοχλητικά, αδιάκριτα

abstruso, sa 1. ε, πρχ απο-τερος ή απο-στρωτο, που δεν τρυπώνει ή στρώνει στο μυαλό= δυσνόητος, -η, -ο, στρυφνός, -ή, -ó, concepto abstruso, στρυφνή έννοια

doctrina abstrusa, δυσνόητη θεωρία

extrudir 1. ρμ, τχν, εξω-τρύω ένα υλικό από στόμια για να του δώσω σχήμα= εξωθώ

extrusión 1. θ, τχν, εξώθηση

2. γωλ, εκβολή

extrusor, ra 1. ε, για συσκευή, μηχανή, εξωθητικός, -ή, -ό

2. α θ, χειριστής, -ια εξωθητήρα

extrusora 1. θ, τχν, εξωθητήρας

Scroll to Top