INFESTAR

INFESTAR= ΠΡΧ ΕΦ-ΙΣΤΗΜΙ> ΕΠΙ-ΣΤΕΚΩ ΣΕ ΜΕΡΟΣ > ΚΑΤΑΚΛΥΖΩ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

enhiesto, ta 1. ε, λογ, πρχ σε εν-ίστια θέση> σαν ιστός= στητός, -ή, -ό, ευθυ-τενής, -ής, -ές, los guerreros avanzaban con las lanzas enhiestas,

οι πολεμιστές προχώραγαν με τις λόγχες στητές, όρθιες

infestar πρχ εφ-ίστημι> επι-στέκομαι σε κάτι

1. ρμ, για άτομα, επιστέκω σε μέρος= κατακλύζω, γεμίζω, βρίθω,

los turistas infestan la ciudad, οι τουρίστες κατακλύζουν την πόλη,

Miles de turistas infestan Munich durante el Oktoberfest,

Χιλιάδες τουρίστες συρρέουν στο Μόναχο κατά τη διάρκεια του Oktoberfest

2. μτφ, κατακλύζω με κάτι, γεμίζω, han infestado la ciudad de publicidad,

έχουν κατακλύσει την πόλη με διαφημίσεις

3. μτφ, για ζώο, φυτό που επιστέκουν σε μέρος και το βλάπτουν, μαστίζω,

las langostas infestan los campos, οι ακρίδες μαστίζουν τα χωράφια

4. ιατ, για επιδημία, αρρώστια, μολύνω, la gripe infestó la ciudad, η γρίπη μόλυνε την πόλη

5. μτφ, επιστέκω ηθικά σε κάποιον, μολύνω, διαφθείρω άτομο ή σύνολο ατόμων,

las doctrinas heréticas infestaron al pueblo, οι αιρετικές δοξασίες μόλυναν τον λαό

infestación 1. θ, εισβολή, επιδρομή παρασίτων, La casa estaba llena de hormigas, así que tuvimos que ocuparnos de la infestación de inmediato,

Το σπίτι ήταν γεμάτο μυρμήγκια, οπότε έπρεπε να απασχοληθούμε με την εισβολή αμέσως

2. πράξη και αποτέλεσμα του infectar, -se

infestado, da 1. ε, ιατ, μολυσμένος, -η, -ο, el colchón está infestado de chinches,

το στρώμα είναι μολυσμένο με κοριούς

2. μτφ, κατακλυσμένος, -η, -o, γεμισμένος, -η, -η από άτομα ή πράγματα,

una isla infestada de turistas, ένα νησί κατακλυσμένο από τουρίστες

infesto, ta 1. ε, ποι, που επιστέκει βλαβερά σε κάτι, κάποιον, επιβλαβής, -ής, -ές,

βλαβερός, -ή, -ό, επιζήμιος, -α, -ο, el infesto dominio de las bajas pasiones,

η βλαβερή κυριαρχία των χαμηλών ενστίκτων, παθών

su infesta influencia, η επιζήμια επιρροή του

2. οχληρός, -ή, -ό

Scroll to Top