INFERIOR= ΠΡΧ ΕΝΔΟ-ΦΕΡΩΝ ΣΕ ΣΕΙΡΑ, ΧΩΡΟ= ΚΑΤΩΤΕΡΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
inferior 1. ε, πρχ ενδο-φέρων> υπο-φερων σε χώρο= κατώτερος, -η, -ο, κάτω,
piso inferior, πάτωμα κατώτερο
labio, mandíbula inferior, κάτω χείλος, γνάθος
2. για ποιότητα, ποσότητα, κατώτερος, -η, -ο, κάτω, precio inferior,
τιμή κατώτερη
nuestro equipo es inferior al vuestro, η δική μας ομάδα είναι κατώτερη της δικής σας temperaturas inferiores a los 5 grados, θερμοκρασίες κατώτερες των 5 °C
un producto de calidad inferior, ένα προϊόν κατώτερης ποιότητας
3. για άτομο, κατώτερος, -η, -ο, no me creo inferior a nadie,
δεν θεωρώ τον εαυτό μου κατώτερο από κανέναν
για ποιότητα ατόμου, υτμ, κατώτερος, -η, los nazis creían en razas inferiores,
οι ναζί πίστευαν σε φυλές κατώτερες
4. α θ, κατώτερος εργασιακά, σε ιεραρχία, υφιστάμενος, υφιστάμενη,
vigilaba constantemente a sus inferiores, επέβλεπε συνεχώς τους υφιστάμενους του
ínfimo, ma 1. ε, πιο ενδο-φέρων= κατώτατος, -η, -ο, σε ποσότητα, μέγεθος,
χείριστος, -η, -o σε ποιότητα, ínfima calidad, χείριστη ποιότητα
2. κατώτατος, -η, -ο, αμελητέος, -α, -o, ελάχιστος, -η, -o, σε σημασία, τιμή,
ínfimo valor, ελάχιστη αξία
ínfima minoría, ελάχιστη μειοψηφία
su grado de autoestima es ínfimo, ο βαθμός αυτοεκτίμησης του είναι κατώτατος
inferioridad 1. θ, κατωτερότητα, complejo de inferioridad, σύμπλεγμα κατωτερότητας inferioridad numérica, αριθμητικό μειονέκτημα
2. εκφ, en inferioridad de condiciones, σε μειονεκτική, δυσχερή θέση
inferiormente 1. επρ, κατώτερα
infero, ra 1. ε, βοτ, κατώτερος, -η, -ο επί μίσχων
infierno 1. α, κυρ, μτφ, πρχ το ενδο-φέρων της γης= κόλαση, Άδης,
las llamas del infiemo, οι φλόγες της κολάσεως, το πυρ το εξώτερον
su vida era un infierno, η ζωή του ήταν μια κόλαση
2. εκφ, ¡al infierno con…! οικ, στο διάβολο…!
¡anda, vete al infierno! οικ, άντε, άει στο διάολο! στον αγύριστο!
mandar a alguien al infierno, οικ, διαολοστέλνω κάποιον
en el quinto infierno, οικ, στην 5η κόλαση= στου διαόλου τη μάνα
irse algo al infiemo, οικ, πάει κάτι κατά διαόλου
infiernillo 1. α, μτφ, επιτραπέζιο μάτι κουζίνας, σαν κόλαση φωτιάς
2. καμινέτο
infernáculo 1. α, παιδικό παιγνίδι παρόμοιο με το κουτσό, επειδή ενδο-φέρεις το πόδι
infernal 1. ε, κυρ, ενδοφέρων της γης, της κόλασης, κολασμένος, -η, -o, καταχθόνιος, -α, -o,
criatura infernal, πλάσμα καταχθόνιο
2. μτφ, πολύ κακός, -ή, -ό, βλαβερός, -ή, -ό, σαν από κόλαση, κολασμένος, -η, -o,
hay una infernal epidemia de cólera, υπάρχει μια κολασμένη επιδημία χολέρας
3. μτφ, πολύ ενοχλητικός, -ή, -ό, ανυπόφορος, -η, -o, κολασμένος, -η, -o,
calor infernal, ζέστη κολασμένη