INCLINAR

INCLINAR= ΠΡΧ ΕΝ-ΚΛΙΝΩ> ΚΛΙΝΩ, ΚΛΙΤΟΣ, ΚΛΙΝΟΜΕΝΟΣ, ΚΛΙΜΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

inclinar 1. ρμ, κλίνω ένα πράγμα, μέρος σώματος ή σώμα προς τα κάπου, γέρνω,

inclinó el libro para que sirviera de apoyo a los demás,

έγειρε το βιβλίο για να είναι σαν στήριγμα στα υπόλοιπα

inclinar la cabeza hacia un lado, γέρνω το κεφάλι προς μια πλευρά

2. μτφ, εν-κλίνω κάποιον προς τα κάπου, οδηγώ, δίνω κλίση στην σκέψη του,

le inclinó hacia unas opiniones más radicales, τον έκλινε προς γνώμες πιο ριζοσπαστικές,

su actitud me inclina a pensar que es mentira,

η στάση του με κλίνει προς, οδηγεί, κάνει να πιστεύω πως είναι ψέματα

3. ραντ, κλίνω προς μια σκέψη ή να κάνω κάτι, έχω τάση προς,

me inclino a pensar lo contrario, κλίνω προς να σκεφτώ το αντίθετο

4. για πράγμα, σώμα, μέρος σώματος, κλίνω, γέρνω, se inclinó ante el monarca,

υποκλίθηκε, έκλινε το σώμα του προ του μονάρχη

el palo se inclina hacia adelante, o στύλος γέρνει προς τα μπρος

después de la curva la carretera se inclina hacia abajo,

μετά την στροφή o αυτοκινητόδρομος κλίνει προς τα κάτω, γίνεται κατωφερής

5. ρα, ραντ, inclinarse a, κλίνει σε ομοιότητα προς κάποιον ή κάτι, μοιάζει προς,

se inclina a su madre por el color de sus ojos,

κλίνει προς την μητέρα του από το χρώμα των ματιών του

6. τείνω να, έχω τάση να, me inclino a creerlo, τείνω να το πιστέψω

7. inclinarse por, κλίνω υπέρ κάτι, προτιμώ κάτι, δείχνω προτίμηση σε,

este entrenador se inclina por una defensa individual,

αυτός ο προπονητής κλίνει υπέρ μιας άμυνας ατομικής

inclinación 1. θ, κλίση πράγματος, la inclinación de la torre de Pisa,

η κλίση του πύργου της Πίζας

2. υπόκλιση ατόμου ή κλίση σώματος, saludó con una inclinación de cabeza,

χαιρέτισε με μια κλίση του κεφαλιού

3. μτφ, κλίση προς κάτι, ροπή, τάση, tiene inclinación a andar curvado,

έχει κλίση να βαδίζει κυρτά, καμπούρικα

tiene cierta inclinación a la violencia, έχει μια ροπή προς τη βία

4. κλίση σε ταλέντο, tener inclinación hacia la música, έχει κλίση στη μουσική

5. κλίση συναισθηματική ή αγάπη προς κάποιον, κάτι, έλξη,

sentía una inclinación por él, ένιωθα έλξη γι’ αυτόν

desde pequeño manifestó su inclinación por la pintura,

από μικρός έδειξε την έλξη του για την ζωγραφική

6. αστρ, κλίση

7. σνθ, inclinación sexual, σεξουαλικός προσανατολισμός

inclinado, da 1. ε, κεκλιμένος, -η, -o, la torre inclinada de Pisa, o κεκλιμένος πύργος της Πίζα

2. για έδαφος, επικλινής, -ής, -ές, κατωφερής, -ής, -ές, una pendiente, cuesta muy inclinada, μια πλαγιά πολύ επικλινής

3. μτφ, κλινόμενος προς κάτι, επιρρεπής, -ής, -ές, una persona inclinada a la depresión,

ένα άτομο επιρρεπές στην κατάθλιψη

declinar 1. ρα, πρχ δια-κλίνω> κατα-κλίνω προς τα κάτω ή προς μια πλευρά,

la brújula declinó al Sur, η πυξίδα έκλινε προς τον Νότο

2. μτφ, να κατακλίνει ή δύναμη ή η ένταση σε κάποιον, κάτι, πέφτω, μειώνομαι, φθίνω,

con el medicamento la fiebre declinó, με το φάρμακο ο πυρετός έπεσε

3. μτφ, κατακλίνει κάτι στο τέλος του, τελειώνει, πέφτει, declinaba el día, έπεφτε η μέρα

4. μτφ, κατακλίνω σε άποψη, τρόπο σκέψης, αντικλίνω, αλλάζω, κλίνω αντίθετα από πριν,

declinó de la verdad en la hipocresía, αντέκλινε από την αλήθεια στην υποκρισία

5. ρμ, γρμ, κλίνω, declinar el sujeto de la oración, κλίνω το υποκείμενο της πρότασης

6. μτφ, κατακλίνω προς κάτι, απορρίπτω, αρνούμαι, declinó la invitación del alcalde,

απέρριψε την πρόσκληση του δημάρχου

declinar una responsabilidad, αρνούμαι μια ευθύνη

7. αστρ, αποκλίνω

declinación 1. θ, μτφ, κατάκλιση σε κάτι, πέσιμο, πτώση,

el gráfico de ventas presenta una seria declinación,

το γραφικό των πωλήσεων παρουσιάζει μια σοβαρή πτώση

2. μτφ, πτώση, παρακμή, la declinación del imperio, η πτώση της αυτοκρατορίας

3. γρμ, κλίση

4. αστρ, κλίση, απόκλιση

5. γεω, απόκλιση, κλίση, κατωφέρεια

6. κλίση εδάφους, επιφάνειας, la declinación de una galería subterránea,

η κλίση μιας γαλαρίας υπόγειας

7. σνθ, declinación magnética, μαγνητική απόκλιση

8. εκφ, no saber alguien ni las declinaciones, οικ, δεν ξέρει κάποιος ούτε τις κλίσεις (γρμ),

μτφ, δεν ξέρει τίποτα, που παν τα τέσσερα σε κάτι,

no le preguntes, no se sabe ni las declinaciones, μην τον ρωτάς, δεν ξέρει τίποτα

declinante 1. ε, μτφ, κλίνων σε ένταση, δύναμη, φθίνων, -ουσα, -ον, μειωμένoς, -η, -ο,

Hay una cantidad declinante de hielo en esos glaciares,

Υπάρχει μια μειωμένη ποσότητα πάγου σε αυτούς τους παγετώνες

2. κατ, γερμένος, -η, -ο

3. για επιφάνεια, έδαφος, που κλίνει προς τα κάτω, κατα-κλινόμενος, -η, -ο

declinable 1. ε, γρμ, κλινόμενος, -η, -o, κλιτός, -ή, -ó

indeclinable 1. ε, πρχ ανευ> μη-κατα-κλίνων= που δεν μπορεί να απορριφθεί, αναπόφευκτος, -η, -o, obligación indeclinable, υποχρέωση αναπόφευκτη

2. γρμ, άπτωτος, -η, -o, άκλιτος, -η, -o

reclinar 1. ρμ, πρχ παρα-κλίνω κάτι και το στηρίζω σε άλλο σημείο, στηρίζω, κλίνω,

ανα-κλίνω, πλαγιάζω σώμα ή μέρος σώματος, reclina la cabeza sobre mis hombros,

κλίνε, στήριξε το κεφάλι σου πάνω στους ώμους μου

2. γέρνω κάτι, reclinar el respaldo de un asiento, γέρνω την πλάτη ενός καθίσματος

3. ραντ, παρα-κλίνομαι σε κάτι, ανακλίνομαι, στηρίζομαι, πλαγιάζω,

está tan cansado que se reclinó contra la pared,

είναι τόσο κουρασμένος που στηρίχθηκε κόντρα στον τοίχο

este mueble se reclina contra otro, αυτό το έπιπλο στηρίζεται κόντρα σε άλλο

reclinación 1. θ, ανάκλιση σώματος, μέρος σώματος ή πράγματος, κλίση, λύγισμα, γέρσιμο,

una silla con reclinación, μια καρέκλα με ανάκλιση

reclinable 1. ε, ανακλινόμενος, -η, -ο

reclinatorio 1. α, μτφ, παρα-κλινο> έπιπλο για ανάκλιση σώματος για προσευχή= γονατιστήριον, γονατιστήριο, γονατιστήρι, προσκυνητήριο, προσκυνητάρι,

εδώλιο προσευχής, σκαμνάκι προσευχής, los reclinatorios de una iglesia,

τα γονατιστήρια της εκκλησίας

sinclinal 1. ε, α, γωλ, συγκλινικός, -ή, -ό, γεω-συγκλινικός, -ή, -ό

isoclino, na 1. ε, φσκ, ισοκλινής, -ής, -ές, ισόκλινος, -η, -ο

clima 1. α, κλίμα

microclima 1. α, μικροκλίμα

climaterio 1. α, κλιμακτήριος

climatérico, ca 1. ε, κλιμακτηριακός, -ή, -ó

2. εκφ, estar climatérico, έχω κακή διάθεση

climático, ca 1. ε, κλιματικός, -ή, -ó

climatizar 1. ρμ, κλιματίζω χώρο, κλιματίζομαι, han climatizado todas las salas del hospital,

έχουν κλιματίσει όλες τις αίθουσες του νοσοκομείου

climatización 1. θ, κλιματισμός

climatizado, da 1. ε, κλιματιζόμενος, -η, -o

climatizador, ra 1. ε, κλιματιστικός, -ή, -ó

climatizador 1. α, κλιματιστικό

climatología 1. θ, κλίμα

2. επιστήμη κλιματολογία

climatológico, ca 1. ε, κλιματολογικός, -ή, -ó

climatólogo, ga 1. α θ, κλιματολόγος

climatoterapia 1. θ, κλιματοθεραπεία

aclimatar 1. ρμ, εγκλιματίζω φυτό ή οργανισμό σε νέο κλίμα, aclimatar una planta,

εγκλιματίζω ένα φυτό

2. ραντ, για άτομο, εγκλιματίζομαι σε νέο χώρο, κατάσταση, aclimatarse a un nuevo país,

εγκλιματίζομαι σε μια νέα χώρα

3. ρμ, δημιουργώ κλίμα, αναπτύσσω, εγκαθιστώ κλίμα για κάτι,

aclimatar una moda, αναπτύσσω μια μόδα

los huelgistas aclimataron el sindicalismo, οι απεργοί ανέπτυξαν τον συνδικαλισμό

aclimatación 1. θ, εγκλιμάτιση, εγκλιματισμός, las plantas requieren un período de aclimatación cuando sus condiciones ambientales se modifican,

Τα φυτά χρειάζονται μια περίοδο εγκλιματισμού όταν αλλάζουν οι περιβαλλοντικές τους συνθήκες τροποποιούνται

2. ανάπτυξη κλίματος για κάτι

aclimatable 1. ε, εγκλιματίσιμος, -η, -ο, που μπορεί να εγκλιματιστεί

desaclimatar 1. ρμ, απ-εγκλιματίζω, αλλάζω το κλίμα στην φύση

2. απ-εγκλιματίζω= αλλάζω κλίμα, περιβάλλον σε κάποιον, κάτι

ή χάνω μια συνήθεια

3. ραντ, απεγκλιματίζομαι, αλλάζω περιβάλλον

microdimatología 1. θ, μικρο-κλιματολογία

aclínico, ca 1. ε, ακλινής, -ής, -ές

monoclinal 1. ε, γωλ, μονοκλινής, -ής, -ές

monoclínico, ca 1. ε, μονοκλινικός, -ή, -ό

policlínica 1. θ, πολυκλινική

policlínico 1. α, πολυκλινική

policlínico, ca 1. ε, νοσοκομειακός, -ή, -ó

clímax 1. α, πρχ κλιμαξ> σημείο ανώτερης κλιμάκωσης= αποκορύφωμα, απόγειο

Maradona alcanzó el clímax de su carrera futbolística a los veinticinco años,

Ο Μαραντόνα έφτασε στο απόγειο της ποδοσφαιρικής του καριέρας στα 25 έτη

2. κλιμάκωση ερωτική= οργασμός, Tener relaciones sexuales es más que solo un clímax,

Το να έχεις ερωτικές σχέσεις είναι κάτι περισσότερο από ένα οργασμό

εκφ, alcanzar el clímax, φτάνω στο αποκορύφωμα

ή μτφ, φτάνω σε οργασμό

climograma 1. α, κλιμόγραμμα, κλιματικό διάγραμμα

clinic, clínic 1. α, αθλ, στάδιο προετοιμασίας

clínica 1. θ, ιατ, κτήριο κλινική

2. ειδικότητα κλινικής, un tratado de clínica, μια κλινική θεραπεία

3. σύμπτωμα ασθένειας, la clínica de las enfermedades alérgicas,

τα συμπτώματα των αλλεργικών ασθενειών

4. σνθ, clínica de desintoxicación, (para alcohólicos),

κλινική αποτοξίνωσης (για αλκοολικούς)

clínicamente 1. επρ, κλινικά

clínico, ca 1. ε, κλινικός, -ή, -ó

2. α θ, κλινικός ιατρός

clínico 1. α, ιατ, κτήριο κλινική

clinómetro 1. α, φσκ, κλινόμετρο

clítico 1. α, γλγ, άτονο γραμματικό στοιχείο που ενώνεται μορφολογικά με όρο της πρότασης που προηγείται ή έπεται

enclítico, ca 1. ε, γλγ, εγκλιτικός, -ή, -ó

enclítico 1. α, γλγ, εγκλιτικό

eclímetro 1. α, κλισίμετρο

clivoso, sa 1. ε, κεκλιμμένος, -η, -o

proclisis 1. θ, γλγ, πρόκλιση

proclítico 1. α, γλγ, προκλιτική λέξη

proclítico, ca 1. ε, γλγ, προκλιτικός, -ή, -ó

periclitar 1. ρα, επμ, πρχ περι-κλίτω ή κλατάρω> κλίνω προς τα κάτω, χάνω δύναμη, ένταση, = παρακμάζω, φθίνω, La sociedad comenzó a periclitar, Η κοινωνία άρχισε να παρακμάζει

2. κλατάρω από κίνδυνο= κινδυνεύω, Nuestro futuro periclita, Το μέλλον μας κινδυνεύει

declive 1. α, πρχ κατα-κλιση εδάφους, επιφάνειας, ρήση εδάφους,

el suelo del patio tiene un declive suave para evitar inundaciones,

το πάτωμα της αυλής έχει κατάκλιση ελαφριά για να αποφύγει πλημμύρες

2. μτφ, κατάκλιση σαν προοδευτική μείωση, πτώση σε κάτι,

el declive de su fuerza es evidente, η μείωση της δύναμης του είναι προφανής

3. μτφ, παρακμή, ξεπεσμός, πτώση, μαρασμός, el declive del Imperio Romano,

η παρακμή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

4. πλαγιά, πρανές, κεκλιμένο επίπεδο, el declive dificultó las tareas de rescate,

η πλαγιά δυσκόλεψε τις προσπάθειες της διάσωσης

5. εκφ, en declive, που είναι εν κατα-κλίση, viñas cultivadas en terrenos en declive,

αμπέλια καλλιεργημένα σε πλαγιά,

un terreno en declive, ένα οικόπεδο σε πλαγιά,

ή μτφ, σε παρακμή, πτώση, su éxito estaba en declive, η επιτυχία του βρισκόταν σε πτώση

proclive 1. ε, πρχ (εμ)προ-κλιτός, -ή, -ό, που κλίνει εμπρός ή κάτω

2. μτφ, που κλίνει σε κάτι αρνητικό, επιρρεπής, -ής, -ές, es proclive a sufrir insomnio,

είναι επιρρεπής να υποφέρει αϋπνία

proclividad 1. θ, προ-κλιτότητα σε κάτι, κλίση εμπρός ή κάτω

2. μτφ, κλίση αρνητική προς κάτι, τάση, ροπή, έφεση, προδιάθεση

Lucila nació con cierta proclividad al riesgo, y siempre adoptó conductas peligrosas,

Η Λουσίλα γεννήθηκε με συγκεκριμένη ροπή προς το ρίσκο και πάντα υιοθετούσε επικίνδυνες συμπεριφορές

cliente 1. α, πρχ κλίνων προς μια υπηρεσία, κατάστημα= πελάτης,

La clienta se enojó porque no teníamos su talla en la tienda,

Η πελάτισσα θύμωσε επειδή δεν είχαμε το μέγεθός της στο κατάστημα

cartera de clientes, χαρτοφυλάκιο πελατών

2. πλφ, πελάτης

3. ιστ, κλίνων άτομο υπό προστασία κάποιου, προστατευόμενος, -η

clientela 1. θ, πελατεία

clientelismo 1. α, κλιν-ισμός υπερ> πελατειακή σχέση, αντιμετώπιση κάποιου, λαϊκισμός,

La prensa criticó abiertamente el clientelismo y la corrupción del partido en el poder,

Ο Τύπος επέκρινε ανοιχτά την πελατειακή σχέση και τη διαφθορά του κυβερνώντος κόμματος

clientelista 1. ε, που κλίνει υπέρ κάποιου> με πελατειακή σχέση, αντιμετώπιση, πελατειακός, -ή, -ó

clemente 1. ε, πρχ ο κλινόμενος στο να μην τιμωρήσει ή κλε-μεντε> με καλό-μένος= επιεικής, -ής, -ές

2. για κλίμα, ήπιος, -α, -ο

clemencia 1. θ, κλινόμενη τιμωρία= έλεος, επιείκεια, pediremos clemencia al juez,

θα ζητήσουμε επιείκεια στον δικαστή

2. εκφ, actuar con clemencia, ενεργώ με επιείκεια

suplicar clemencia, ικετεύω για έλεος

inclemencia 1. θ, ανευ-κλινόμενης τιμωρίας= ανεπιείκεια, αναλγησία, έλλειψη ελέους

2. μτφ, δριμύτητα, σφοδρότητα κλίματος, καιρού

inclemente 1. ε, ο μη κλινόμενος τιμωρίας= αμείλικτος, -η, -o, ανεπιεικής, -ή, -ές,

ανηλεής, -ή, -ές

2. μτφ, για κλίμα, καιρό, φαινόμενο φυσικό, δριμύς, -εία, -ύ, σφοδρός, -ή, -ό

clementina 1. θ, κλημεντίνη

escotilla 1. θ, ναυ, πρχ κλιτούλα= μπουκα-πόρτα, καταπακτή πλοίου ή αεροσκάφους

2. στρ, καταπακτή τανκ

escotillón 1. α, ναυ, καταπακτή

2. θτρ, καταπακτή

escout, scout 1. ε, α θ, πρχ εσ-κουτ> πρ-οσκόπτω> πρ-οσκοπος=

προσκοπικός, -ή, -ó, πρόσκοπος, προσκοπίνα

escutismo 1. α, προσκοπισμός

escultismo 1. α, προσκοπισμός

escultista 1. ε, α θ, προσκοπικός, -ή, -ó, πρόσκοπος, προσκοπίνα

Scroll to Top