INCOAR

INCOAR= ΠΡΧ ΙΝ-ΚΟ-ΑΡ> ΕΝ-ΑΡ-ΚΤΩ> ΕΝ-ΑΡΚ-ΣΗ> ΚΑΝΩ ΕΝΑΡΞΗ ΣΕ ΚΑΤΙ Ή ΕΝ-ΚΙΝΩ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

incoar 1. ρμ, λογ, νομ, κάνω έναρξη, ανοίγω διαδικασία, incoar un proceso,

Habían descubierto tal cúmulo de irregularidades que acabaron incoándole un expediente,

Είχαν ανακαλύψει τέτοιο αριθμό με παρατυπίες που κατέληξαν να του ανοίξουν πειθαρχικό φάκελο

2. νομ, εγείρω, κινώ δικαστική διαφορά

incoación 1. θ, νομ, έναρξη

incoativo, va 1. ε, νομ, εναρκτήριος, -α, -o, αρχικός, -ή, -ó

2. γρμ, εναρκτικός, -ή, -ó, “amanecer” es un verbo incoativo,

ξημερώνω είναι ένα ρήμα εναρκτικό

Scroll to Top