INANE= ΠΡΧ ΚΕΝΟΝ ΟΥΣΙΑΣ Ή Α-ΝΟΥΝ> ΑΝΕΥ ΝΟΥ, ΑΝΟΗΤΟΝ
inane 1. ε, λογ, πρχ α-νουν> ανευ νου ή κενόν απο ουσία= επουσιώδης, -ης, -ες,
ασήμαντος, -η, -ο, ανώφελος, -η, -ο, ανούσιος, -α, -ο, αχρείαστος, -η, -ο,
su retraso fue justificado con inanes razones,
η αργοπορία του δικαιολογήθηκε με ανούσιες δικαιολογίες,
ahórrate comentarios inanes, κράτα για σένα τα κενά σχόλια
inanidad 1. θ, λογ, κενότητα λόγων, κενολογία, ανουσιότητες, ανοητολογίες, ανοησία
su discurso está lleno de inanidades, η ομιλία του είναι γεμάτη από ανουσιότητες
2. κενότητα σε ουσία, la inanidad de la defensa favoreció a la fiscal,
η κενότητα της υπεράσπισης ευνόησε την εισαγγελία
inanición 1. θ, ιατ, πρχ κένωση από τροφή= εξάντληση από ασιτία