IMPLICAR

IMPLICAR= ΠΡΧ EM-ΠΛΕΚΩ, ΡΙΖΑ ΠΛΕΚ-> ΠΛΕΚΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

plexiglás 1. α, πλεξι-γκλάς

2. πλαστικό, νάιλον

plexo 1. α, ανα, πλέγμα

empleita 1. θ, πρχ εμ-πλεκτη= ψάθα

pleita 1. θ, πλεγμένη ψάθα

empleitero, ra 1. α θ, πρχ εμ-πλεκτής= σπαρτο-πλέκτης, -ισσα, ψαθο-πλέκτης, -ισσα

explicar πρχ ξε-πλέκω κάτι

1. ρμ, επ-εξηγώ, διευκρινίζω, κάνω ξεκάθαρο, ¿Me puede explicar cómo funciona?

Μπορείτε να μου εξηγήσετε πώς λειτουργεί;

explícame tus intenciones, διευκρίνισε, ξεκαθάρισε μου τις προθέσεις σου

explícale al niño qué es la biología, επ-εξήγησε στο παιδί τι είναι η βιολογία

2. εξηγώ ένα αντικείμενο γνώσης= διδάσκω, παραδίδω μάθημα,

explica filosofía en una universidad, διδάσκει φιλοσοφία σε ένα πανεπιστήμιο

La profesora explicó la primera lección del libro en clase,

Η καθηγήτρια παρέδωσε το πρώτο μάθημα του βιβλίου στην τάξη

3. εξηγώ αιτία, αιτιολογώ, δικαιολογώ, explicó su conducta para evitar falsas acusaciones,

Αιτιολόγησε τη συμπεριφορά του για να αποφύγει ψευδείς κατηγορίες

los celos pueden explicar un asesinato pasional,

η ζήλια μπορεί να εξηγήσει ένα έγκλημα πάθους

4. ραντ, ξε-πλέκω νοηματικά κάτι= αντιλαμβάνομαι, εξηγώ, κατανοώ,

no me explico cómo lo has hecho, δεν αντιλαμβάνομαι πώς το έχεις κάνει

5. εξηγούμαι, γίνομαι αντιληπτός, κατανοητός, διευκρινίζω, κάνω ξεκάθαρο,

Nadie está siguiendo mis instrucciones, no he conseguido explicarme,

Κανείς δεν ακολουθεί τις οδηγίες μου. Δεν κατάφερα να γίνω κατανοητός,

¿Qué quiere decir con eso? Explíquese, Τι εννοείτε με αυτό; Εξηγηθείτε

6. εκφράζομαι, μιλώ, se explica muy bien, εκφράζεται πολύ ωραία

explicación 1. θ, εξήγηση, επεξήγηση, διευκρίνιση, αποσαφήνιση νοήματος, γνώσης,

Era un profesor estupendo. Sus explicaciones en clase eran siempre claras y concisas,

Ήταν ένας υπέροχος καθηγητής. Οι εξηγήσεις του στην τάξη ήταν πάντα σαφείς και συνοπτικές

2. εξήγηση κινήτρου, αιτίας, πράξης, αιτιολόγηση, δικαιολόγηση,

no hace falta que me des explicaciones, δεν χρειάζεται να δώσεις εξηγήσεις

3. εξήγηση, Lo que está pasando en ese país es algo que no tiene explicación posible,

Αυτό που συμβαίνει σε αυτή τη χώρα είναι κάτι που δεν έχει καμία πιθανή εξήγηση

4. εκφ, dar explicaciones a alguien, δίνω εξηγήσεις σε κάποιον

pedir explicaciones a alguien, ζητώ εξηγήσεις από κάποιον

explicador, ra 1. ε, επεξηγηματικός, -ή, -ό

2. α θ, εξηγητής, ερμηνευτής, -ια

explicativo, va πρχ ξε-πλεκτικό σε κάτι

1. ε, επεξηγηματικός, -ή, -ó, διευκρινιστικός, -ή, -ó, es un folleto explicativo sobre el cáncer,

Είναι ένα επεξηγηματικό φυλλάδιο για τον καρκίνο

2. γλγ, επεξηγηματικός, -ή, -ó, oración explicativa, επεξηγηματική πρόταση

explicable 1. ε, εξηγήσιμος, -η, -ο, ερμηνεύσιμος, -η, -o

inexplicable 1. ε, ανεξήγητος, -η, -ο, μη ερμηνεύσιμος, -η, -o

inexplicado, da 1. ε, ανεξήγητος, -η, -o

explicaderas 1. θ, πρχ ξε-πλεκτήριο= ικανότητα να εξηγεί καλά, ευγλωττία, μπλα μπλα, tener muy buenas explicaderas, έχει πολύ μπλα-μπλα, λέγειν

explicablemente 1. επρ, ξεκάθαρα

inexplicablemente 1. επρ, ανεξήγητα

explicotear 1. ρα, οικ, πρχ ξε-πλεκο-λογώ= εξηγώ, εκφράζω με λεπτομέρεια κάτι,

me explicoteó todo su viaje, μου εξήγησε με λεπτομέρεια όλο το ταξίδι του

explicitar 1. ρμ, επεξηγώ κάτι, αποσαφηνίζω, διευκρινίζω, ξεκαθαρίζω,

el contrato no explicitaba cuál de las partes era responsable por posibles daños,

η σύμβαση δεν διευκρίνιζε ποιο από τα μέρη ήταν υπεύθυνο για τυχόν ζημιές

2. δηλώνω ρητά, ξεκάθαρα, ¿Por qué no explicitas tus intenciones?

Γιατί δεν δηλώνεις ρητά τις προθέσεις σου;

explícito, ta ξε-πλεκτο

1. ε, ρητός, -ή, -ό, ξεκάθαρος, -η, -ο, σαφής, -ής, -ές, εμφανής, -ής -ές,

Germán no fue muy explícito, Ο Χέρμαν δεν ήταν πολύ σαφής,

Necesitamos el consentimiento explícito de los padres del alumno para hacer la excursión,

Χρειάζεται η ρητή συγκατάθεση των γονέων του μαθητή για να συμμετάσχει στην εκδρομή

2. μαθ, ρητός, -ή, -ό

3. εκφ, hacer explícito, καθιστώ σαφές

explicitud 1. θ, σαφήνεια

explícitamente 1. επρ, ρητά, ρητώς, κατηγορηματικά, está explícitamente prohibido, απαγορεύεται ρητά

implícito, ta 1. ε, εμ-πλεκτο κρυφά μέσα σε κάτι= εννοούμενος, -η, -ο, υπονοούμενος, -η, -ο,

έμμεσος, -η, -ο, Aunque no lo decía expresamente, estaba implícito en su mensaje que no quería volver a verme, Αν και δεν το έλεγε ρητά, ήταν έμμεσο στο μήνυμα του ότι δεν ήθελε να με ξαναδεί

implícitamente 1. επρ, εμ-πλεκτικά= έμμεσα

aplique 1. α, απλίκα

2. ρπτ, απλικέ

aplicar πρχ ανα-πλέκω= πλέκω κάτι ή πάνω σε κάτι, πρχ απλίκα

1. ρμ, εφαρμόζω μια γνώση πάνω σε κάτι, θέτω σε εφαρμογή,

aplican una nueva técnica, εφαρμόζουν μια νέα τεχνική

Para este tipo de cirugía tenemos que aplicar anestesia,

Για αυτό το είδος χειρουργικής επέμβασης πρέπει να εφαρμόσουμε αναισθησία

En la sala de emergencias aplicas lo que aprendiste en clase,

Στα επείγοντα εφαρμόζεις όσα έμαθες στην τάξη

2. εφαρμόζω, βάζω υλικό πάνω σε επιφάνεια, κάτι, ακουμπώ,

Aplique la loción en el brazo y extiéndala de manera uniforme,

Εφαρμόστε τη λοσιόν στο χέρι σας και απλώστε την ομοιόμορφα

aplicó la oreja a la pared para escuchar a los vecinos,

ακούμπησε το αυτί του στον τοίχο για να ακούσει τους γείτονες

3. μτφ, εμ-πλέκω κάτι σε κάποιον= αποδίδω, κολλάω,

le aplicó un apodo, του απέδωσε ένα παρατσούκλι

4. νομ, εφαρμόζω, επιβάλλω, El juez aplicó fuertes sanciones por comercio ilegal,

Ο δικαστής επέβαλε αυστηρές ποινές για παράνομο εμπόριο

5. ραντ, εφαρμόζομαι σε επιφάνεια, τοποθετούμαι για υλικό, απλώνομαι πάνω σε κάτι

ή για γνώση, εφαρμόζομαι πάνω σε κάτι, ese método ya no se aplica,

αυτή η μέθοδο πλέον δεν εφαρμόζεται

6. μτφ, εμ-πλέκομαι σε κάτι με ζήλο, αφοσιώνομαι, δείχνω επιμέλεια,

Tengo que aplicarme en los estudios si quiero graduarme el año que viene,

Πρέπει να αφοσιωθώ στις σπουδές μου αν θέλω να αποφοιτήσω του χρόνου

7. εφαρμόζω σε μένα κάτι, apliqúese el cuento, εφαρμόστε το δίδαγμα

aplicación 1. θ, εφαρμογή, εκτέλεση, la aplicación de una teoría, η εφαρμογή μιας θεωρίας

La aplicación de estas normas es obligatoria en todas las escuelas,

Η εφαρμογή αυτών των κανόνων είναι υποχρεωτική σε όλα τα σχολεία

2. εφαρμογή υλικού, La aplicación de esta loción debería aliviar el picor,

Η εφαρμογή αυτής της λοσιόν θα πρέπει να ανακουφίσει τον κνησμό

3. μτφ, εμ-πλεκότητα σε κάτι= επιμέλεια, αφοσίωση, Pablo es un alumno que ha demostrado mucha aplicación y ganas de aprender, Ο Πάμπλο είναι ένας μαθητής που έχει επιδείξει μεγάλη αφοσίωση και όρεξη για μάθηση

4. νομ, εφαρμογή, La ONU autorizó la aplicación de sanciones económicas contra el país

Ο ΟΗΕ ενέκρινε την εφαρμογή οικονομικών κυρώσεων κατά της χώρας

5. μτφ, διακοσμητικό στοιχείο, σαν απλίκα

6. πλφ, εφαρμογή

7. μαθ, εφαρμογή

8. χρήση, La aplicación de la canela como condimento no es la única. También es antiséptico,

Η χρήση της κανέλας ως καρύκευμα δεν είναι μοναδική. Είναι επίσης αντισηπτικό

aplicativo, va 1. ε, εφαρμοστικός, -ή, -ό

aplicativo 1. α, πλφ, λογισμικό εφαρμογών

aplicabilidad 1. θ, εφαρμοσιμότητα

aplicable 1. ε, εφαρμόσιμος, -η, -ο, εφαρμοστέος, -α, -o,

es un ejemplo aplicable, είναι ένα παράδειγμα εφαρμόσιμο

aplicado, da πρχ εμ-πλεκτο

1. ε, εφαρμοσμένος, -η, -o, lingüística aplicada, εφαρμοσμένη γλωσσολογία

2. επιμελής, -ής, -ές, αφοσιωμένος, -η, -ο, φιλομαθής, -ής, -ές,

Susana es tan aplicada que puedo confiar en su trabajo,

Η Σουζάνα είναι τόσο αφοσιωμένη που μπορώ να εμπιστευτώ τη δουλειά της

aplicador 1. α, εργαλείο εφαρμογής, απλικατέρ

desaplicado, da 1. ε, πρχ δεν εμ-πλέκει προσοχή= απρόσεκτος, -η, -ο σε μελέτη,

αμελής, -ές, -ή, con su inteligencia es una pena que sea tan desaplicado,

Με την εξυπνάδα του, είναι κρίμα να είναι τόσο αμελής

2. α θ, τεμπέλης, -α, ακαμάτης, -α, επειδή δεν πλέκονται σε δουλειά

desaplicación 1. θ, αμέλεια, απροσεξία στην μελέτη, μάθηση

inaplicable 1. ε, ανεφάρμοστος, -η, -ο

inaplicación 1. θ, νομ, ανεφάρμοστο για νόμο, κανόνα

inaplicado, da 1. ε, μτφ, αμελής, -ής, -ές, χωρίς εμ-πλοκή σε μελέτη

implicar πρχ εμ-πλέκω κάτι

1. ρμ, εμπλέκω κάποιον σε κάτι, me implicaron en el asalto, με έμπλεξαν στη ληστεία,

No quiero implicarte en este asunto, pero necesito tu ayuda,

Δεν θέλω να σε εμπλέξω σε αυτό το θέμα, αλλά χρειάζομαι τη βοήθειά σου

2. κάτι εμπλέκει μια συνέπεια μαζί του, προϋποθέτω, συνεπάγομαι,

ser campeón implica sacrificios, να γίνεις πρωταθλητής εμπλέκει= προϋποθέτει θυσίες

este cargo implica una gran responsabilidad, αυτή η θέση συνεπάγεται μια μεγάλη ευθύνη

3. μτφ, κάτι εμπλέκει μια σημασία μαζί του, σημαίνω, υποδηλώνω,

es un buen jugador, pero no implica ser una buena persona,

είναι ένας καλός παίκτης αλλά δεν εμπλέκει αυτό= σημαίνει να είναι καλό άτομο,

Abandonar la Unión Europea implicaría volver a tener una moneda débil,

Η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα σήμαινε επιστροφή σε ένα αδύναμο νόμισμα

4. ραντ, μτφ, εμπλέκομαι, quiero implicarme en negocios turbios,

δεν θέλω να εμπλακώ, μπλεχτώ σε ύποπτες δουλειές

implicación 1. θ, εμπλοκή, ανάμειξη, συμμετοχή, La implicación del conocido terrorista en el atentado era evidente, Η εμπλοκή του γνωστού τρομοκράτη στην επίθεση ήταν προφανής

el éxito de la ONG se basa en la activa implicación en las tareas de todos sus miembros,

Η επιτυχία της ΜΚΟ βασίζεται στην ενεργό συμμετοχή όλων των μελών της στο έργο της

2. συνέπεια, συνεπαγωγή

implicaciones 1. θ πλ, εμπλοκές = επιπτώσεις, συνέπειες, επακόλουθα,

tu actuación traerá graves implicaciones para el resto del grupo,

Οι πράξεις σας θα έχουν σοβαρές επιπτώσεις για την υπόλοιπη ομάδα

implicado, da 1. ε, α θ, εμπλεκόμενος, -η, -ο

implicancia 1. θ, πρχ μη-πλεκτότητα μεταξύ 2 όρων= αντίφαση

implicatorio, ria 1. ε, εμπλεκτικός, -ή, -ό σε κάτι, που εμπλέκει, ενοχοποιητικός, -ή, -ό,

la prueba es implicatoria, η απόδειξη είναι ενοχοποιητική

replicar πρχ παρα-πλέκω= αντι-πλέκω κάτι

1. ρμ, ρα, μτφ, (αντ)απαντώ, ρεπλικάρω, "¡Sabes muy bien que eso no es cierto!" replicó,

«Ξέρεις πολύ καλά ότι αυτό δεν είναι αλήθεια!» απάντησε

2. αντιλέγω, no repliques a tu madre, μην αντιλέγεις στην μητέρα σου

3. αντικρούω, El político no tardó en replicar las acusaciones en su contra,

Ο πολιτικός δεν άργησε να αντικρούσει τις κατηγορίες εναντίον του

4. κάνω ρέπλικα, αντίγραφο, αντιγράφω

5. ραντ, βιο, αντιγράφομαι

réplica 1. θ, (αντ)απάντηση, αντιλογία, αντίκρουση επιχειρήματος,

Su réplica a mi carta pidiéndole consejo no se hizo esperar,

Η απάντηση του στην επιστολή μου, ζητώντας του συμβουλές, δεν άργησε να έρθει

2. ρεπλίκα, αντίγραφο, una réplica perfecta, ένα τέλειο αντίγραφο

No es la escultura original, es una réplica,

Δεν είναι το αυθεντικό γλυπτό, είναι ένα αντίγραφο

3. μτφ, ανα-πλέξιμο εδάφους= μετασεισμός, El terremoto tuvo lugar a las seis de la tarde y, en las dos horas siguientes, se registraron diez réplicas, Ο σεισμός σημειώθηκε στις έξι το βράδυ και, τις επόμενες δύο ώρες, καταγράφηκαν δέκα μετασεισμοί

4. πλφ, αντίγραφο

5. εκφ, dar réplica a, ανταπαντώ σε

sin réplica, χωρίς αντίλογο

replicación 1. θ, βιο, ανα-πλεξη= αντιγραφή, la replicación del ADN, η αντιγραφή του DNA

replicante 1. ε, α θ, αντιγραφικός, -ή, -ό, αντιγραφέας

replicón, ona 1. ε, α θ, που ανταπαντά, αντιλέγει πολύ, αντιμιλά, αντιλέγων, -ουσα, -ον,

no seas tan replicón y haz lo que te mandan,

μην είσαι τόσο αντιλέγων και κάνε ό, τι σου λένε

suplicar πρχ σου-πλικαρ> σε-παρακαλώ ή συ-πλέκω, υπο-πλέκω το σώμα μου

1. ρμ, παρακαλώ, ικετεύω, εκλιπαρώ, te suplico que no lo hagas,

σε ικετεύω να μην το κάνεις

2. σε αίτηση> αιτούμαι

3. νομ, ασκώ έφεση, κάνω προσφυγή, Vamos a suplicar al tribunal de distrito,

Θα προσφύγουμε στο περιφερειακό δικαστήριο

súplica 1. θ, ικεσία, έκκληση, παράκληση για κάτι, La súplica de los padres pidiendo a los secuestradores que liberaran a su hija salió en televisión, Η έκκληση των γονέων ζητώντας στους απαγωγείς να απελευθέρωναν την κόρη τους μεταδόθηκε στην τηλεόραση

2. αίτηση, προσφυγή γραπτή

3. νομ, έφεση, El acusado presentó una súplica al juez pidiendo una sentencia menos severa

Ο κατηγορούμενος υπέβαλε έφεση στον δικαστή ζητώντας λιγότερο αυστηρή ποινή

suplicación 1. θ, ικεσία, παράκληση

2. νομ, έφεση

suplicante 1. ε, ικετευτικός -ή, -ό

suplicatorio, ria 1. ε, ικετευτικός, -ή, -ó

suplicatorio 1. α, νομ, αίτηση δικαστηρίου προς το νομοθετικό σώμα

2. αίτηση δικαστή προς ανώτερο δικαστήριο

suplicio πρχ σαν συ-πλέξη σώματος

1. α, κυρ, μτφ, μαρτύριο, βασανιστήριο, es un suplicio, είναι μαρτύριο,

el suplicio de la rueda, το μαρτύριο του τροχού

El ruido que viene de la calle es un auténtico suplicio,

Ο θόρυβος που έρχεται από τον δρόμο είναι ένα πραγματικό βασανιστήριο

2. σνθ, último suplicio, η εσχάτη των ποινών

multiplicar πρχ μουλτι-πλεκω> πολλα-πλασιάζω

1. ρα, πολλαπλασιάζω, Los niños hoy van a aprender a multiplicar y dividir,

Σήμερα τα παιδιά θα μάθουν να πολλαπλασιάζουν και να διαιρούν

2. ρμ, πολλαπλασιάζω, αυξάνω, la crisis ha multiplicado el índice de paro,

Η κρίση έχει αυξήσει τον δείκτη ανεργίας

3. ραντ, πολλαπλασιάζομαι, con la nueva propaganda se han multiplicado las ventas,

Με τη νέα διαφήμιση έχουν πολλαπλασιαστεί οι πωλήσεις

4. βιο, Insectos como las moscas se multiplican con una rapidez increíble,

Έντομα όπως οι μύγες πολλαπλασιάζονται με απίστευτη ταχύτητα

5. μτφ, αφοσιώνομαι, δίνομαι ολοκληρωτικά σε προσπάθεια, γίνομαι χίλια κομμάτια,

se multiplica con tal de responder bien a todas sus obligaciones,

δίνεται όλος για να ανταποκρίνεται καλά σε όλες τις υποχρεώσεις του

Tendré que elegir entre ir a tu boda o a la de Marta porque no me puedo multiplicar,

Θα πρέπει να διαλέξω ανάμεσα στο να πάω στον γάμο σου ή της Μάρθας, επειδή δεν μπορώ να γίνω χίλια κομμάτια

multiplicación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του multiplicar, multiplicarse,

πολλαπλασιασμός, αύξηση

multiplicador, ra 1. ε, α θ, πολλαπλασιαστικός, -ή, -ό, αυξητικός, -ή, -ό,

la subida de precios tuvo un efecto multiplicador de la inflación,

η άνοδος των τιμών είχε πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα στον πληθωρισμό

2. α, μαθ, πολλαπλασιαστής

multíplice 1. ε, πολλαπλός, -ή, -ό

desmultiplicar 1. ρμ, τχν, υποπολλαπλασιάζω στροφές, μειώνω

desmultiplicador 1. α, τχν, υποπολλαπλασιαστής

triplicar 1. ρμ, τριπλασιάζω

2. ραντ, τριπλασιάζομαι

triplicación 1. θ, τριπλασιασμός

triplicado 1. α, τριπλότυπο

2. εκφ, por triplicado, εις τριπλούν

reduplicar 1. ρα, αναδιπλασιάζω

reduplicación 1. θ, αναδιπλασιασμός

2. γλγ, αναδιπλασιασμός

anadiplosis 1. θ, λγτ, αναδίπλωση, παλιλλογία

equimúltiplo, pia 1. ε, μαθ, ισοπολλαπλός, -ή, -ó

equimúltiplo 1. α, μαθ, ισοπολλαπλάσιο

submúltiplo, pia 1. ε, μαθ, υποπολλαπλάσιος, -α, -o

submúltiplo 1. α, μαθ, υποπολλαπλάσιο

emplear πρχ εμ-πλέκω κάτι

1. ρμ, εμπλέκω κάτι, χρησιμοποιώ για ένα σκοπό, La autora emplea un lenguaje muy metafórico en sus novelas, Η συγγραφέας χρησιμοποιεί μια πολύ μεταφορική γλώσσα στα μυθιστορήματά της

2. εμπλέκω χρόνο= αφιερώνω, περνάω, Emplea mucho tiempo en la cocina,

Περνάει πολύ χρόνο στην κουζίνα

emplea las tardes en pasear por la ribera del río,

περνάει τα απογεύματα του κάνοντας βόλτες κατά μήκος της όχθης του ποταμού

3. εμπλέκω χρήμα σε κάτι= ξοδεύω, επενδύω, empleó la paga en un viaje,

ξόδεψε τον μισθό σε ένα ταξίδι

ή μτφ, ξοδεύω, ¡ojalá empleases tu vigor en algo más que en el deporte!

Μακάρι να ξόδευες το σθένος σου σε κάτι άλλο εκτός από τον αθλητισμό!

4. εμπλέκω προσωπικό, εργαζόμενο σε δουλειά, προσλαμβάνω, απασχολώ,

ή πρχ εμ-πλεαρ> υπάλληλος γίνομαι κάπου, me han empleado para podar plantas,

με έχουν προσλάβει για να κλαδεύω φυτά

5. ραντ, για αντικείμενο, πράγμα, εμπλέκομαι σε κάτι, χρησιμοποιούμαι

6. εμπλέκομαι σε κάτι, αναλώνομαι, κοπιάζω

7. προσλαμβάνομαι, βρίσκω δουλειά, Se empleó de fotógrafo para el periódico,

προσλήφθηκε ως φωτογράφος στην εφημερίδα

8. εκφ, dar algo por bien empleado, δίνω κάτι ως καλή εμπλοκή> χρήση=

μτφ δεν μετανιώνω για κάτι

empleársele bien a alguien algo, να του εμπλέκεται καλώς> άξια σε κάποιον κάτι=

καλά να πάθει

empleo 1. α, εμ-πλοκή σε δουλειά, εργασία, απασχόληση

petición de empleo, αίτηση εργασίας

2. εμπλοκή αντικειμένου για κάτι, χρήση, χρησιμοποίηση,

el empleo de la maquinaria agrícola facilita las tareas de labranza,

η χρήση των γεωργικών μηχανημάτων διευκολύνει τις γεωργικές εργασίες

3. στρ, βαθμός, σαν εμ-πλοκή σε ιεραρχία

4. σνθ, empleo temporal, πρόσκαιρη, προσωρινή απασχόληση

pleno empleo, πλήρης απασχόληση

5. εκφ, suspender a alguien de empleo y sueldo, θέτω σε διαθεσιμότητα

tener un buen empleo, έχω καλή θέση

empleabilidad 1. θ, δυνατότητα απασχόλησης, Agregar estas destrezas a tu CV mejorará tu empleabilidad, Η προσθήκη αυτών των δεξιοτήτων στο βιογραφικό σου σημείωμα θα βελτιώσει την δυνατότητα απασχόλησης σου

empleado, da 1. α θ, εμ-πλεκόμενος σε δουλειά, πρχ υπάλληλος,

trabaja como empleado en una tienda, εργάζεται ως υπάλληλος σε ένα μαγαζί

2. σνθ, empleado de correos, ταχυδρομικός υπάλληλος

empleado del Estado, κρατικός υπάλληλος

empleado, da de hogar, οικιακός, -κη βοηθός

empleador, ra 1. ε, α θ, που δίνει εμπλοκή σε δουλειά> εργοδοτικός, -ή, -ó, εργοδότης, -ια,

negociaciones entre empleadores y sindicatos,

διαπραγματεύσεις μεταξύ εργοδοτών και συνδικάτων

empleomanía 1. α θ, οικ πρχ υπαλληλο-μανία, μανία για μια θέση στο δημόσιο

pluriempleado, da 1. ε, α θ, πρχ πολυ-εμπλεκόμενος= πολυ-απασχολούμενος, -η, -ο, πολυθεσίτης, -ια

pluriemplearse 1. ραντ, πρχ πολυ-εμπλέκομαι σε δουλειά, είμαι πολυθεσίτης

pluriempleo 1. α, πολυ-απασχόληση

desempleado, da 1. ε, α θ, μη-εμπλεκόμενος σε δουλειά, άνεργος, -η, -ο,

Desde que estoy desempleado, he enviado docenas de currículums sin respuesta,

Από τότε που είμαι άνεργος, έχω στείλει δεκάδες βιογραφικά χωρίς απάντηση

2. σνθ, desempleados de larga duración, μακροχρόνιοι άνεργοι

desempleo 1. α, ανεργία, En la última década, la tasa de desempleo del país se ha duplicado,

Στην τελευταία δεκαετία, το ποσοστό ανεργίας στη χώρα έχει διπλασιαστεί

2. επίδομα ανεργίας

3. εκφ, cobrar el desempleo, εισπράττω επίδομα ανεργίας

reempleo 1. α, επ-αν-εμπλοκή σε εργασία= επαν-απασχόληση

subemplear πρχ υπο-εμ-πλέκω κάποιον εργασιακά

1. ρμ, υποαπασχολώ σε εργασία κατώτερη από ικανότητες του,

Muchos con títulos de universidades extranjeras están siendo subempleados actualmente,

Πολλοί με πτυχία από ξένα πανεπιστήμια είναι επί του παρόντος υποαπασχολούμενοι

subempleo 1. α, υποαπασχόληση εργαζομένου

subempleado, da 1. ε, α θ, υποαπασχολούμενος, -η, -o

plisar 1. ρμ, πλισάρω, κάνω πιέτες, πτυχώνω

plisado, da 1. ε, πλισέ, πτυχωμένος, -η, -o

plisado 1. α, πλισάρισμα

2. πιέτα, τσάκισμα, σε χαρτί, φούστα

plegar πρχ πλεγω> πλέκω

1. ρμ, πλέκω= διπλώνω χαρτί, καρέκλα, τραπέζι, Te puedo enseñar a plegar el papel para hacer una palomita de origami, Μπορώ να σου μάθω πώς να διπλώνεις το χαρτί για να φτιάξεις ένα περιστέρι origami

¿Qué tal si plegamos estas sillas para que ocupen menos espacio?

Τι θα λέγατε να διπλώσουμε αυτές τις καρέκλες ώστε να καταλαμβάνουν λιγότερο χώρο;

2. πλισάρω ύφασμα

3. γωλ, σχηματίζω πτυχές, πτυχώνω

4. ραντ, διπλώνομαι, Esta mesa se pliega y se puede guardar cuando no se usa,

Αυτό το τραπέζι διπλώνεται και μπορεί να φυλαχθεί όταν δεν χρησιμοποιείται

5. plegarse a, μτφ, πλέκομαι προς επιθυμία, απόφαση άλλου= υποχωρώ, υποτάσσομαι,

me he plegado a sus exigencias, έχω πλεχθεί= υποχωρήσει στις απαιτήσεις του

se plegó a los deseos de su madre, υποτάχθηκε στις επιθυμίες της μητέρας του

plegable 1. ε, πλεκόμενος, -η, -ο για αντικείμενο, καρέκλα, πτυσσόμενος, -η, -o

siempre lleva un paraguas plegable en el bolso,

πάντα κουβαλάει μια πτυσσόμενη ομπρέλα στην τσάντα της

2. αναδιπλούμενος, -η, -o

3. για καλάμι ψαρέματος, παρόμοια αντικείμενα, τηλεσκοπικός, -ή, -ó

plegadera 1. θ, χαρτοκόπτης, επειδή κόβει διπλωμένα χαρτιά

2. εργαλείο αναδίπλωσης χαρτιών

plegado πρχ πλέξιμο σε κάτι

1. α, πτυχή, τσάκιση χαρτιού

2. πτυχή, δίπλωση υφάσματος

plegador, ra 1. ε, που διπλώνει, πτυχώνει

plegador 1. α, εργαλείο δίπλωσης

plegadora 1. θ, τυπ, πλεκτική= διπλωτική μηχανή

2. σνθ, plegadora de bolsas, μηχανή δίπλωσης τσαντών

plegadura 1. θ, δίπλωση χαρτιού

2. πλισές

plegamiento 1. α, γωλ, πτύχωση

plegaria πρχ πλέξιμο σώματος

1. θ, παράκληση, ικεσία, nadie hizo caso de sus plegarias, a pesar de su dramatismo,

κανείς δεν έδωσε σημασία στις ικεσίες τους, παρά τον δραματικό τους χαρακτήρα

2. θρη, εσπερινός

plica 1. θ, πρχ σαν πλάκα= σφραγισμένος φάκελος

pliego 1. α, διπλωμένο χαρτί

2. έγγραφο, επιστολή, επειδή είναι πλεκτό= διπλωμένο

en pliego cerrado, σφραγισμένη επιστολή

3. τυπ, θεματική ενότητα εφημερίδας, ένθετο, σαν πλεκτό

pliegue πρχ πλέξη

1. α, πτύχωση υφάσματος, le gustan las faldas con muchos pliegues,

Της αρέσουν οι φούστες με πολλές πτυχώσεις

2. ζάρα στόματος, πτυχές δέρματος, Mi abuela tiene profundos pliegues bajo los ojos,

Η γιαγιά μου έχει βαθιές πτυχές κάτω από τα μάτια της

3. δίπλωμα χαρτιού, πτύχωση, τσάκιση, Hay varios pliegues en el póster,

Υπάρχουν αρκετές πτυχώσεις στην αφίσα

4. γωλ, πτυχή, Los pliegues de la corteza terrestre forman montañas y depresiones,

Οι πτυχές του φλοιού της Γης σχηματίζουν βουνά και κοιλότητες

despliegue πρχ ξε-πλεγμα

1. α, ξε-δίπλωμα ικανοτήτων, γνώσεων, προσόντων= επίδειξη, σόου,

La ceremonia de inauguración fue un despliegue extravagante de esplendor,

Η τελετή έναρξης ήταν μια εκθαμβωτική επίδειξη λαμπρότητας

2. στρ, ξεδίπλωμα στρατού, ανάπτυξη, El general anunció el despliegue de tropas en Siria,

Ο στρατηγός ανακοίνωσε την ανάπτυξη στρατευμάτων στη Συρία

3. σνθ, despliegue de misiles, ανάπτυξη πυραύλων

desplegable πρχ ξε-πλεξιμος

1. ε, αναδιπλούμενος, -η, -ο για βιβλίο, χάρτη, un mapa plegable de Montevideo,

ένας αναδιπλούμενος χάρτης του Μοντεβιδέο

2. πλφ, για μενού, αναδιπλούμενος, -η, -ο, αναπτυσσόμενος, -η, -ο

Haga clic en el menú desplegable, Κάντε κλικ στο αναπτυσσόμενο μενού

3. πτυσσόμενος, -η, -ο, una cama desplegable, ένα πτυσσόμενο κρεβάτι

4. α, πτυσσόμενο φύλλο σε εφημερίδα ή πτυσσόμενο φύλλο,

un desplegable con el mapa de Panamá, ένα πτυσσόμενο φύλλο με τον χάρτη του Παναμά

desplegar πρχ ξε-πλεκω

1. ρμ, ξεδιπλώνω ύφασμα, περιοδικό, χάρτη, ανοίγω, απλώνω,

El arquitecto desplegó el plano sobre la mesa, Ο αρχιτέκτονας άπλωσε το σχέδιο στο τραπέζι

Vimos el ave desplegar sus alas e irse volando,

Είδαμε το πουλί να ανοίγει τα φτερά του και να πετάει μακριά

¿Me ayudas a desplegar el mantel y a poner la mesa?

Θα με βοηθήσεις να ξεδιπλώσω το τραπεζομάντιλο και να στρώσω το τραπέζι;

2. μτφ, επιδεικνύω, Los inversores desplegaron un gran interés en nuestra empresa,

Οι επενδυτές επέδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για την εταιρεία μας

3. ξε-πλέκω σχοινιά, λύνω, χαλαρώνω

4. μτφ, ξεδιπλώνω γνώσεις, στρατηγική, καμπάνια για κάτι, αναπτύσσω, οργανώνω,

desplegó todo su ingenio para convencernos,

ξεδίπλωσε όλη του την ευρηματικότητα για να μας πείσει

5. στρ, αναπτύσσω, παρατάσσω πυραύλους, στρατό, El general ordenó desplegar las tropas en la frontera sur, Ο στρατηγός διέταξε να αναπτύξουν τα στρατεύματα στα νότια σύνορα

6. ξεπλέκω, ανοίγω πανιά, el marinero deplegó las velas, ο ναύτης άνοιξε τα πανιά

7. ραντ, ξεδιπλώνομαι

8. στρ, αναπτύσσομαι, παρατάσσομαι

desplegadura 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του desplegar, ξεδίπλωμα, ανάπτυξη

despleguetear 1. ρμ, οιν, ξε-πλεκίζω = κόβω τους έλικες του κλήματος

replegar πρχ περι-πλέκω

1. ρμ, διπλώνω κάτι, replega las sábanas, δίπλωσε τα σεντόνια,

No se puede replegar un papel más de siete veces,

Δεν μπορεί να διπλωθεί ένα χαρτί περισσότερες από επτά φορές

2. στρ, ανα-διπλώνω την διάταξη= υποχωρώ, el ejército replega, o στρατός υποχωρεί

3. αερ, ανασύρω (σύστημα προσγείωσης), El avión despegó y replegó el tren de aterrizaje, Το αεροπλάνο απογειώθηκε και τράβηξε το σύστημα προσγείωσης

4. ραντ, μτφ για άτομο, ανα-πλέκομαι > μαζεύομαι, κλείνομαι,

es una persona que se replega mucho en sí mismo,

είναι ένα άτομο που κλείνεται πολύ στον εαυτό του

5. στρ, αθλ, οπισθοχωρώ, El ejército tuvo que replegarse,

Ο στρατός αναγκάστηκε να υποχωρήσει

6. εκφ, replegarse en, sobre sí mismo, κλείνομαι στον εαυτό μου

repliegue πρχ ανα-πλεγμα

1. α, πτυχή, τσάκιση σε υλικό, guardaste mal las sábanas y están llenas de repliegues,

έβαλες λάθος τα σεντόνια και είναι γεμάτα τσακίσεις

2. στρ, υποχώρηση, αποχώρηση, El repliegue de las tropas,

Η αποχώρηση των στρατευμάτων

3. σνθ, repliegue táctico, στρ, τακτική υποχώρηση

complexión πρχ κόμπλεξ> συμ-πλοκή > σύνολο στοιχείων

1. θ, κράση, φύση, σωματική διάπλαση, σκαρί,

Un hombre de su complexión podría trabajar como guardia de seguridad,

Ένας άντρας της δικής του σωματικής διάπλασης θα μπορούσε να εργαστεί ως φύλακας ασφαλείας

ser de complexión fuerte, débil, είναι με, έχει γερή, αδύναμη κράση

complejo, ja πρχ κομ-πλεξ= συμ-πλεκτο, πολύ-πλοκο

1. ε, πολύπλοκος, -η, -o, περίπλοκος, -η, -ο, σύνθετος, -η, -o

es una máquina compleja, είναι ένα μηχάνημα περίπλοκο,

La cuestión de los permisos de construcción en esta zona está muy compleja,

Το ζήτημα των οικοδομικών αδειών σε αυτήν την περιοχή είναι πολύ περίπλοκο

complejo 1. α, σύμπλεγμα κτιρίων, εγκαταστάσεων, συγκρότημα,

El nuevo gobierno municipal construyó un complejo deportivo,

Η νέα δημοτική αρχή κατασκεύασε ένα αθλητικό συγκρότημα

2. σύμπλεγμα από κάτι, σύνολο, complejo vitamínico, ένα σύμπλεγμα βιταμινών

3. ψυχ, σύμπλεγμα, κόμπλεξ, Hugo sufre de un complejo de inferioridad,

Ο Χιούγκο πάσχει από σύμπλεγμα κατωτερότητας

4. σνθ, complejo de culpabilidad, inferioridad, superioridad,

σύμπλεγμα ενοχής, κατωτερότητας, ανωτερότητας

acomplejar 1. ρμ, κομ-πλεξάρω κάποιον, προκαλώ κόμπλεξ,

Los niños del colegio se burlaron de mí y me acomplejaron por llevar gafas,

Τα παιδιά στο σχολείο με κορόιδεψαν και προκάλεσαν κόμπλεξ που φορούσα γυαλιά

2. ραντ, αποκτώ κόμπλεξ, Conozco a muchos hombres que se acomplejaron cuando empezaron a quedarse calvos, Γνωρίζω πολλούς άντρες που έγιναν απόκτησαν κόμπλεξ όταν άρχισαν να γίνονται φαλακροί

acomplejamiento 1. α, κόμπλεξ, σύμπλεγμα

acomplejado, da 1. ε, κομπλεξικός, -ή, -ó, συμπλεγματικός, -ή, -ó

acomplejante 1. ε, που προκαλεί κόμπλεξ

perplejo, a πρχ περί-πλεκτος, -η, -ο στο μυαλό

1. ε, αμήχανος, -η, -ο, σαστισμένος, -η, -o, μπερδεμένος, -η, -ο, άναυδος, -η, -ο,

el suceso me dejó perplejo, το γεγονός με άφησε σαστισμένο

se quedó perplejo al verla llegar, έμεινε άναυδος βλέποντάς την να φτάνει

perplejidad 1. α, περι-πλεξη στο μυαλό, αμηχανία, σύγχυση, σάστισμα

cómplice πρχ συμ-πλεκό-μενος σε κάτι

1. ε, συνωμοτικός, -ή, -ό, συναδελφικός, -ή, -ό, συνεργατικός, -ή, -ό, συνένοχος, -η, -ο,

Su guiño cómplice me indicó que mi secreto estaba seguro con ella,

Το συνωμοτικό της κλείσιμο ματιού μου έδειξε ότι το μυστικό μου ήταν ασφαλές μαζί της

Se sentía cómplice de las prácticas comerciales poco éticas de su compañía y renunció,

Αισθανόταν συνένοχος στις ανήθικες επιχειρηματικές πρακτικές της εταιρείας του και παραιτήθηκε

2. α θ, νομ, συνένοχος, -η, συνεργός, συναυτουργός σε έγκλημα, παρανομία,

El cómplice en el homicidio todavía se encuentra prófugo,

Ο συνεργός στην ανθρωποκτονία εξακολουθεί να διαφεύγει της σύλληψης

complicar πρχ συμ-πλέκω κάτι

1. ρμ, περιπλέκω, μπλέκω, κάνω περίπλοκο, δύσκολο, δυσκολεύω, μπερδεύω,

¡Mis cuñados siempre me complican la vida!

Οι κουνιάδοι μου πάντα μου κάνουν τη ζωή δύσκολη!

no compliques más el asunto, μην περιπλέκεις κι άλλο την υπόθεση

2. complicar en, εμπλέκω σε, αναμειγνύω, lo han complicado en un asalto,

τον έχουν μπλέξει σε μια ληστεία

El mafioso jamás complicó a su familia en sus negocios,

Ο μαφιόζος δεν ενέπλεξε ποτέ την οικογένεια του στις επιχειρηματικές του συναλλαγές

3. ραντ, εμπλέκομαι σε κάτι, μπερδεύομαι, περιπλέκομαι, αναμειγνύομαι,

No me compliqué con los estudiantes que se drogaban,

Δεν μπλέχτηκα με μαθητές που έκαναν χρήση ναρκωτικών

4. περιπλέκεται, γίνεται περίπλοκο κάτι, El paciente había empezado a mejorar cuando su cuadro se complicó con una neumonía, Ο ασθενής είχε αρχίσει να βελτιώνεται όταν η κατάσταση του έγινε περίπλοκη, περιπλέχτηκε με πνευμονία

5. κάνω περίπλοκο, δύσκολο κάτι, μπερδεύομαι, περιπλέκομαι,

No te compliques la vida. Hay una solución mucho más fácil,

Μην κάνεις τη ζωή σου περίπλοκη. Υπάρχει μια πολύ πιο εύκολη λύση

complicación 1. θ, επιπλοκή σε κάτι, αρρώστια, κατάσταση, δυσκολία, μπέρδεμα,

La presunta participación del director ejecutivo en un fraude causó mayor complicación en las negociaciones, Η υποτιθέμενη συμμετοχή του Διευθύνοντος Συμβούλου σε απάτη προκάλεσε μεγαλύτερη επιπλοκή στις διαπραγματεύσεις

Lamentablemente, surgieron varias complicaciones durante la operación y el paciente falleció, Δυστυχώς, κατά τη διάρκεια της επέμβασης προέκυψαν αρκετές επιπλοκές και ο ασθενής απεβίωσε

2. περιπλοκότητα, El problema presenta un nivel de complicación bastante alto,

Το πρόβλημα παρουσιάζει ένα αρκετά υψηλό επίπεδο περιπλοκότητας

complejidad 1. θ, πολυπλοκότητα, La complejidad de la anatomía humana es fascinante,

Η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ανατομίας είναι συναρπαστική

complicado, da πρχ συμ-πλεκτο

1. ε, περίπλοκος, -η, -o, πολύπλοκος, -η, -ο, el islandés es un idioma muy complicado,

τα ισλανδικά είναι μια πολύ περίπλοκη γλώσσα,

El primer problema en el examen de matemáticas era muy complicado,

Το πρώτο πρόβλημα στο τεστ μαθηματικών ήταν πολύ περίπλοκο

2. σύνθετος, -η, -o, για αντικείμενο, πράγμα

3. μπερδεμένος, -η, -ο, μπλεγμένος, -η, -ο, για υπόθεση

4. για άτομο, δυσνόητος, -η, -ο, περίπλοκος, -η, -o, πολύπλοκος, -η, -ο,

No entiendo lo que quieres. Eres la persona más complicada que conozco,

Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις. Είσαι ο πιο περίπλοκος άνθρωπος που ξέρω

complicidad 1. θ, πρχ συμ-πλοκ-ότητα= συνενοχή σε κάτι παράνομο, συνεργία, συνενοχή,

El espía fue acusado de complicidad en un atentado contra la vida del presidente,

Ο κατάσκοπος κατηγορήθηκε για συνενοχή σε μια απόπειρα κατά της ζωής του προέδρου

2. συνενοχή σε μια δραστηριότητα

complot 1. α, πρχ συμ-πλοκή= συνωμοσία, σχέδιο κακόβουλο, πλεκτάνη,

Los servicios de seguridad desarticularon un complot para asesinar al presidente,

Οι υπηρεσίες ασφαλείας εξάρθρωσαν συνωμοσία, σχέδιο δολοφονίας του προέδρου

complotar 1. ρα, ρμ, συμ-πλέκομαι για κάτι= συνωμοτώ, στήνω πλεκτάνη, σχέδιο,

Los hombres acusados de complotar contra el gobierno fueron sentenciados a muerte,

Οι κατηγορούμενοι άνδρες που συνωμότησαν κατά της κυβέρνησης καταδικάστηκαν σε θάνατο

explotar πρχ εξ-πλοταρ> εκ-πλουτίζω από κάτι, παίρνω τον πλούτο από κάτι

1. ρμ, εκμεταλλεύομαι φυσικούς πόρους, γη, άτομα, πλουτίζω από αυτά,

explotar una mina, εκμεταλλεύομαι ένα ορυχείο,

explota a sus trabajadores, εκμεταλλεύεται τους εργάτες του,

Este país tiene muchos recursos naturales que aún no han sido explotados,

Αυτή η χώρα έχει πολλούς φυσικούς πόρους που δεν έχουν ακόμη εκμεταλλευθεί

La gente de esta región explota la tierra para cultivos agrícolas y ganadería,

Οι κάτοικοι αυτής της περιοχής εκμεταλλεύονται τη γη για γεωργικές καλλιέργειες και κτηνοτροφία

2. εκμεταλλεύομαι μια κατάσταση, πρόβλημα, παίρνω όφελος, επωφελούμαι,

Yo que tú, renunciaría. ¡Te están explotando en ese trabajo!

Εγώ στη θέση σου, θα παραιτούμουν. Σε εκμεταλλεύονται σε αυτή τη δουλειά!

3. δουλεύω, τρέχω επιχείρηση, explota el negocio familiar desde muy joven,

δουλεύει την οικογενειακή επιχείρηση από πολύ μικρός

explotación 1. θ, πρχ εκ-πλούτευση από κάτι= εκμετάλλευση, εξόρυξη,

explotación petrolífera, εξόρυξη πετρελαίου

la explotación de gas natural, η εκμετάλλευση του φυσικού αερίου

Se suspendió la explotación de la mina de carbón,

Ανεστάλη η εκμετάλλευση του ανθρακωρυχείου

La renta que deja la explotación de este negocio es relativamente baja,

Τα έσοδα που αφήνει η εκμετάλλευση αυτής της επιχείρησης είναι σχετικά χαμηλά

Los obreros protestaron contra la explotación y los salarios bajos,

Οι εργάτες διαμαρτυρήθηκαν ενάντια στην εκμετάλλευση και τους χαμηλούς μισθούς

2. σύνολο από εργαλεία, μηχανήματα για εκ-πλουτισμό= μονάδα παραγωγής

son propietarios de una explotación ganadera,

είναι ιδιοκτήτες μιας κτηνοτροφικής μονάδας

3. σνθ, explotación infantil, εκμετάλλευση παιδιών

explotador, ra 1. θ, εκμεταλλευτικός, -ή, -ó, εξορυκτικός, -ή, -ό,

la compañía explotadora de la mina, Η εκμεταλλευτική εταιρεία του ορυχείου

2. εκμεταλλευόμενος, -η, -o

3. α θ, εκμεταλλευτής, -ια, φορέας εκμετάλλευσης, La empresa alemana es la explotadora de varios de los complejos turísticos de la isla, Η γερμανική εταιρεία είναι ο φορέας εκμετάλλευσης αρκετών τουριστικών συγκροτημάτων του νησιού

El dueño de la plantación era un explotador que se hizo rico a costa de sus jornaleros,

Ο ιδιοκτήτης της φυτείας ήταν ένας εκμεταλλευτής που έγινε πλούσιος, πλούτισε εις βάρος των εργατών του

explotable 1. ε, πρχ που δίνει πλούτο> εκ-πλουτεύσιμος= εκμεταλλεύσιμος, -η, -ο, αξιοποιήσιμος, -η, -ο, una superficie agrícola explotable,

μια καλλιεργήσιμη έκταση εκμεταλλεύσιμη

inexplotable 1. ε, ανεκμετάλλευτος, -η, -ο, μη αξιοποιήσιμος, -η, -ο,

ese yacimiento es inexplotable, αυτό το κοίτασμα είναι ανεκμετάλλευτο

sobreexplotar, sobrexplotar 1. ρμ, πρχ υπερ-εκ-πλουτίζω από κάτι= υπερ-εκμεταλλεύομαι

sobreexplotación, sobrexplotación 1. θ, υπερ-εκμετάλλευση,

la sobreexplotación de los recursos naturales, η υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων

diplococo 1. α, βιο, διπλόκοκκος

diplodocus, diplodoco 1. α, διπλόδοκος

diploide 1. ε, βιο, διπλοειδής, -ής, -ές

diplopía 1. θ, ιατ, διπλωπία

diploma 1. α, δίπλωμα, El médico tenía todos sus diplomas colgados en la pared de su consulta, Ο γιατρός είχε όλα τα πτυχία του κρεμασμένα στον τοίχο του ιατρείου του

¿Te dan un diploma al final del curso de francés?

Σου δίνουν δίπλωμα στο τέλος των μαθημάτων γαλλικών;

diplomacia 1. θ, διπλωματία, Se ha firmado una tregua entre las dos naciones. Ahora es el momento de la diplomacia, Έχει υπογραφεί εκεχειρία μεταξύ των δύο εθνών. Τώρα είναι η ώρα για διπλωματία

2. διπλωματική αποστολή, διπλωματικό σώμα, A Claudio le gustaba codearse con la diplomacia y la alta sociedad de Berlín, Στον Κλαούντιο του άρεσε να συναναστρέφεται με τη διπλωματία και την υψηλή κοινωνία του Βερολίνου

La diplomacia británica está llena de universitarios de Oxford y Cambridge,

Η βρετανική διπλωματία είναι γεμάτη από πτυχιούχους των πανεπιστημίων της Οξφόρδης και του Κέιμπριτζ

3. μτφ, διπλωματία, τακτ, No seas tan directo y ten un poco más de diplomacia, por favor,

Μην είσαι τόσο άμεσος και έχε λίγο διπλωματία, σε παρακαλώ

diplomar 1. ρμ, χορηγώ δίπλωμα

2. ραντ, παίρνω δίπλωμα, πτυχίο, se diplomó en filosofía, πήρε πτυχίο φιλοσοφίας

diplomática 1. θ, διπλωματική εργασία

diplomado, da 1. ε, α θ, διπλωματούχος, -α, -o, πτυχιούχος, -α, -ο,

Aunque el aspirante al puesto no es diplomado, tiene mucha experiencia en el área,

Αν και ο υποψήφιος για τη θέση δεν είναι πτυχιούχος, έχει μεγάλη εμπειρία στον τομέα

diplomáticamente 1. επρ, διπλωματικά

diplomático, ca 1. ε, διπλωματικός, -ή, -ό, Durante su carrera diplomática, Julio trabajó en numerosas embajadas y consulados, Κατά τη διάρκεια της διπλωματικής του καριέρας, ο Χούλιο εργάστηκε σε πολυάριθμες πρεσβείες και προξενεία

2. μτφ, διπλωματικός, -ή, -ó, Insultarlo de esa manera no fue para nada diplomático,

Το να τον προσβάλλεις με αυτό τον τρόπο δεν ήταν καθόλου διπλωματικό

3. διπλωμάτης, -ισσα, Un grupo de diplomáticos se reunió en Ginebra para discutir sobre problemas fronterizos, Μια ομάδα διπλωματών συναντήθηκε στη Γενεύη για να συζητήσει για συνοριακά ζητήματα

diplomatura 1. θ, δίπλωμα κατώτερο του πτυχίου

doble 1. ε, διπλός, -ή, -ό, διπλάσιος, -α, -o, una doble ventana, ένα διπλό παράθυρο

un café doble, ένας διπλός καφές

Tienen doble nacionalidad porque sus padres son de dos países distintos,

Έχουν διπλή υπηκοότητα επειδή οι γονείς τους προέρχονται από δύο διαφορετικές χώρες

2. μτφ, διπρόσωπος, -η, -ο, υποκριτικός, -ή, -ό, es una persona de trato doble,

είναι ένα άτομο με φέρσιμο διπρόσωπο

3. εκφ, de doble sentido, κυρ, μτφ, με διπλό νόημα, αμφισημία

doble 1. α θ, μτφ, διπλός, -ή, σωσίας, El Sr. Thomson trabajaba como el doble de Gorbachev

Ο κ. Τόμσον εργάστηκε ως σωσίας του Γκορμπατσόφ

Contratamos a un doble de Elvis para la feria,

Προσλάβαμε έναν σωσία του Έλβις για την έκθεση

2. κνμ, σωσίας, κασκαντέρ, Usó una doble para las escenas peligrosas,

Χρησιμοποίησε μια σωσία για τις επικίνδυνες σκηνές

3. α, αντίγραφο, el doble de un acta, το αντίγραφο των πρακτικών

4. δίπλωμα= τσάκιση, πτυχή

5. σαν διπλός ήχος> ντιν-νταν= κωδωνοκρουσία

6. οικ, σαν διπλή δόση= κανάτα μπύρας με χερούλι

7. διπλό στο τένις

8. διπλάσιο, Diez es el doble de cinco, 10 είναι το διπλάσιο του 5

9. σνθ, doble contra sencillo, δύο προς ένα

10. εκφ, el doble que, το διπλάσιο από ό, τι

subir el doble, ανεβαίνω το διπλάσιο= διπλασιάζομαι, la gasolina subió el doble en un año,

η βενζίνη διπλασιάστηκε μέσα σε ένα χρόνο

dobles 1. α πλ, τένις διπλό, hoy se juegan los dobles, σήμερα παίζονται τα διπλά

2. αθλ, μπάσκετ καλάθι δύο πόντων

doble 1. επρ, διπλά, διπλάσια, Estoy comiendo doble ahora que estoy embarazada,

Τρώω διπλάσια τώρα που είμαι έγκυος

2. μτφ, πολύ, διπλάσιο, tengo doble interés, έχω διπλάσιο ενδιαφέρον

3. εκφ, al doble, τα διπλάσια, apostaré al doble de lo que él apueste,

θα ποντάρω τα διπλάσια από όσα ποντάρει αυτός

doble ο nada, διπλά ή τίποτα

doblemente 1. επρ, διπλά

2. μτφ, διπρόσωπα

doblete 1. γωλ, ντουμπλέτα

2. αθλ, διπλή βολή, ντουμπλέ

3. γλγ, ετυμολογικά δίδυμα

4. εκφ, hacer doblete, παίρνω το νταμπλ

ή θτρ, παίζω δύο ή περισσότερους ρόλους σε ένα θεατρικό έργο

doblez πρχ δίπλωση

1. α θ, δίπλωμα, Quiero hacer un avión de papel. ¿Cuántos dobleces tengo que hacer?

Θέλω να φτιάξω ένα χάρτινο αεροπλάνο. Πόσες διπλώματα πρέπει να κάνω;

2. σημάδι από δίπλωμα, τσάκιση, πτυχή, Planché los dobleces que tenía la camisa,

Σιδέρωσα τις πτυχές που είχε το πουκάμισο

3. πτύχωση

4. μτφ, διπλοπροσωπία στο φέρσιμο, υποκρισία, actúa siempre con doblez,

φέρεται πάντα με διπροσωπία, διπρόσωπα

tresdoblar πρχ τρι-διπλώνω

1. ρμ, τριπλασιάζω, el ejercicio consiste en tresdoblar las cifras que se os dan,

Η άσκηση συνίσταται στον να τριπλασιάσετε τους αριθμούς που σας δίνονται

2. διπλώνω στα τρία

3. κάνω 3 φορές το ίδιο πράγμα, επαναλαμβάνω 3 φορές μια πράξη,

ha tresdoblado la tarea por hacerla mal,

έκανε 3 φορές την εργασία επειδή την έκανε άσχημα

doblilla 1. θ, παλιό χρυσό ισπανικό νόμισμα, 20 ρεάλια

doblón 1. α, δουβλόνι

doblar πρχ δι-πλώνω

1. ρμ, διπλασιάζω, πολλαπλασιάζω επί δύο, dobla la apuesta, διπλασίασε το στοίχημα

Un bebé dobla su tamaño en unos cinco meses,

Ένα μωρό διπλασιάζει το μέγεθος του σε περίπου πέντε μήνες

2. διπλώνω κάτι, dobla la ropa, δίπλωσε τα ρούχα

Dobla el papel por la mitad, Διπλώστε το χαρτί στη μέση

3. λυγίζω, κάμπτω αντικείμενο, doblar una vara, λυγίζω μια βέργα

4. μτφ, διπλώνω την πορεία μου= στρίβω, al doblar la esquina, στρίβοντας στη γωνία

El coche dobló en el semáforo, Το αυτοκίνητο έστριψε στο φανάρι

5. διπλώνω> λυγίζω, κλίνω άκρο του σώματος, doblo el brazo, λυγίζω το βραχίονα,

doblο la rodilla, λυγίζω το γόνατο

6. κνμ, ντουμπλάρω τον ηθοποιό ή την φωνή, μεταγλωττίζω,

El estudio dobla 40 películas al año, Το στούντιο μεταγλωττίζει 40 ταινίες τον χρόνο

7. αθλ, μτφ, διπλώνω συναθλητή = προσπερνάω, αφήνω πίσω

8. ναυ, μτφ, διπλώνω ένα σημείο> περνάω, doblar un cabo, περνάω ένα κάβο

9. οικ, μτφ, διπλώνω από κάτι ψυχικά, σωματικά, λυγίζω, καταβάλλω,

el divorcio me ha doblado, το διαζύγιο με έχει λυγίσει

10. ρα, μτφ, διπλώνουν οι καμπάνες, σα διπλό ντιν-νταν, χτυπώ,

Las campanas de la catedral doblan a cada hora,

Οι καμπάνες του καθεδρικού ναού χτυπούν κάθε ώρα

11. ραντ, διπλασιάζομαι, πολλαπλασιάζομαι επί δύο,

La tasa de natalidad se ha doblado en los últimos diez años,

Το ποσοστό γεννήσεων έχει διπλασιαστεί τα τελευταία δέκα χρόνια

12. διπλώνω, λυγίζω για αντικείμενο, la vara se dobló, η βέργα δίπλωσε, λύγισε

13. μτφ, διπλώνομαι = κάμπτομαι, υποκύπτω, él no se dobla, αυτός δεν κάμπτεται,

Nuestro país nunca se dobla ante la presión, Η χώρα μας δεν υποκύπτει ποτέ στις πιέσεις

14. εκφ, antes doblar que quebrar, πριν ας διπλώσει από το να σπάσει=

βέργα που λυγάει δεν σπάει

doblamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του doblar, doblarse

2. δίπλωμα, πτυχή

dobladura 1. θ, ρπτ, τσάκισμα, πτυχή, las dobladuras de una tela no se borran facilmente,

οι πτυχές ενός υφάσματος δεν σβήνονται εύκολα

doblado, da 1. ε, διπλωμένος, -η, -o, La parte superior del examen estaba doblada para ocultar el nombre del alumno, Το πάνω μέρος του τεστ ήταν διπλωμένο για να κρύψει το όνομα του μαθητή

2. μεταγλωττισμένος, -η, -o, Prefiero ver las películas en versión original que dobladas, Προτιμώ να βλέπω τις ταινίες στην πρωτότυπη έκδοση παρά μεταγλωττισμένες

3. μτφ, διπλοπρόσωπος, -η, -ο, υποκριτικός, -ή, -ό

4. μτφ, διπλός σε όγκο, κοντός, -ή, -ó και γεροδεμένος, -η, -o

5. λυγισμένος, -η, -ο, El palo acabó doblado después de utilizarlo como palanca,

Το ραβδί κατέληξε λυγισμένο αφού το χρησιμοποίησα ως μοχλό

doblador, ra 1. α θ, κνμ, διπλός για φωνή, ντουμπλαριστής> μεταγλωττιστής, -ια

doblaje 1. α, κνμ, ντουμπλάρισμα, μεταγλώττιση

dobladamente 1. επρ, διπλασίως για ποσότητα

dobla 1. θ, χρυσό ισπανικό νόμισμα του Μεσαίωνα

2. εκφ, jugar a la dobla, διπλασιάζω το στοίχημα

dobladillar 1. ρμ, ρπτ, πρχ δι-πλω-δίνω= στριφώνω

dobladillo 1. α, ρπτ, δι-πλο-δόσιμο= στρίφωμα, ρέλιασμα

2. σνθ, dobladillo de vainica, ρπτ, ριζοβελονιά

doblegar πρχ δι-πλο-άγω κάτι, διπλώνω

1. ρμ, μτφ, διπλώνω ηθικά κάποιον, κάμπτω, λυγίζω,

doblegar la voluntad, λυγίζω την θέληση

2. νικάω, Hércules doblegó al León de Nemea y se hizo con su piel,

Ο Ηρακλής νίκησε το λιοντάρι της Νεμέας και πήρε το δέρμα του

3. ρμ, ραντ, διπλώνω, λυγίζω, el peso doblegó la vara, το βάρος λύγισε την βέργα

4. ραντ, μτφ, υποτάσσομαι, λυγίζω, κάμπτομαι, υποκύπτω, υποχωρώ,

El rey se doblegó ante los pedidos de los señores feudales,

Ο βασιλιάς υποχώρησε έναντι στις απαιτήσεις των φεουδαρχών

doblegable πρχ διπλώσιμος

1. ε, μτφ, που υποχωρεί, υποτάσσεται εύκολα, ευπειθής, -ής, -ές,

2. για υλικό, εύκαμπτος, -η, -ο, ευλύγιστος, -η, -ο

doblegadizo, za 1. μτφ, για άτομο, υποτακτικός, -ή, -ό, ευπειθής, -ής, -ές

2. για υλικό, εύκαμπτος, -η, -ο

desdoblar πρχ ξε-διπλώνω

1. ρμ, ξεδιπλώνω κάτι, El mesero desdobló el mantel blanco y lo puso en la mesa,

Ο σερβιτόρος ξεδίπλωσε το λευκό τραπεζομάντιλο και το άφησε στο τραπέζι

2. διπλασιάζω όγκο σε κάτι= διαπλατύνω, κάνω διαπλάτυνση,

Los proyectos para desdoblar la autopista durarán 15 meses,

Τα έργα για να κάνουν διαπλάτυνση του αυτοκινητόδρομου θα διαρκέσουν 15 μήνες

3. ξεδιπλώνω > διαιρώ, χωρίζω στα 2, διχάζω, desdoblarán la empresa en dos,

θα χωρίσουν την εταιρία σε δύο

4. ραντ, ξεδιπλώνομαι για υλικό

5. διπλασιάζομαι, la imagen se desdobla al pasar por este aparato,

Η εικόνα διπλασιάζεται καθώς περνάει μέσα από αυτήν τη συσκευή

6. διαιρούμαι, χωρίζομαι σε δύο, διχάζομαι, κάνω διχάλα,

El sendero se desdobla aquí, ¿qué camino deberíamos seguir?

Το μονοπάτι χωρίζεται, κάνει διχάλα εδώ, προς τα πού να πάμε;

La nación se desdobló tras la muerte del rey,

Το έθνος διχάστηκε μετά τον θάνατο του βασιλιά

7. αθλ, ξεδιπλώνομαι στο χώρο, απλώνομαι, για παίκτες, ομάδα

desdoblamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του desdoblar, -se

2. σνθ, desdoblamiento de la personalidad, διχασμός προσωπικότητας

desdoble 1. α, οκν, ξε-δίπλωμα= διάσπαση, σπάσιμο (μετοχής)

2. πράξη και αποτέλεσμα του desdoblar, -se

dublé 1. α, ντουπλέ

dublés 1. α πλ, διπλές περιστροφές στο σχοινάκι

dúplex πρχ ντούπλεξ

1. ε, διπλός, -ή, -ό σε όγκο, ποσότητα, μέγεθος

2. για σύστημα με διπλή απόκριση> πλφ, αμφίδρομος, -η, -o

3. α, μτφ μεζονέτα με διπλό πάτωμα

4. τχν, ντούπλεξ

dúplice 1. ε, διπλός, -ή, -ό

2. για μοναστήρι, μικτός, -ή, -ό

duplicidad 1. θ, ιδιότητα του διπλού, διπλή ποσότητα, διπλασιασμός,

la duplicidad de copias de ficheros hace que su pérdida sea más difícil,

Η διπλή ύπαρξη αντιγράφων αρχείων κάνει την απώλειά τους να είναι δύσκολη

2. μτφ, διπλοπροσωπία, δολιότητα, υποκρισία,

es una personalidad patológica, caracterizada por la duplicidad. ¡Ten cuidado!

είναι μια παθολογική προσωπικότητα, χαρακτηρισμένη από διπροσωπία. Προσοχή!

duplo, pia 1. ε, διπλάσιος, -α, -ο

duplo 1. α, διπλάσιο

duplicar πρχ δι-πλασιάζω, κάνω ντού-πλεξ

1. ρμ, διπλασιάζω σε κάτι σε όγκο, ποσότητα, μέγεθος ή πολλαπλασιάζω επί 2,

duplicar la producción, διπλασιάζω την παραγωγή

2. ντουμπλάρω σε ποσότητα, έχω ή είμαι 2 φορές, διπλάσιος σε κάτι,

Es menor que yo, pero me duplica en altura,

Είναι μικρότερος από μένα, αλλά έχει το διπλάσιο ύψος μου

3. ντουμπλάρω κάτι, αντιγράφω, ανατυπώνω, duplican todos los diplomas,

ντουμπλάρουν όλα τα διπλώματα

4. ραντ, διπλασιάζομαι, Los gastos se duplicaron cuando nació nuestro segundo hijo,

Τα έξοδα διπλασιάστηκαν όταν γεννήθηκε το δεύτερο παιδί μας

duplica 1. θ, νομ, ντου-μπλάρισμα απάντησης= ανταπάντηση εγγράφου

duplicación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του duplicar, -se

2. βιο, ντουμπλάρισμα γενετικού υλικού

duplicado, da 1. ε, ντουμπλαρισμένος, -η, -ο, διπλός, -ή, -ό

duplicado 1. α, αντίγραφο έργου

2. διπλότυπο ενός εγγράφου

3. αντίγραφο από κάτι, δεύτερο, Mis padres tienen un duplicado de la llave de mi casa,

Οι γονείς μου έχουν ένα δεύτερο κλειδί του σπιτιού μου

4. εκφ, por duplicado, σε 2 αντίγραφα, todos los documentos debe presentarlos por duplicado, Όλα τα έγγραφα πρέπει να υποβληθούν σε δύο αντίγραφα

redoblar πρχ περι-διπλώνω> ανα-διπλώνω

1. ρμ, διπλασιάζω κάτι, αυξάνω διπλά, εντείνω, hay que redoblar la vigilancia en la zona,

πρέπει να διπλασιαστεί η επιτήρηση στην περιοχή

2. διπλώνω μύτη, πριτσινώνω καρφί, El carpintero dio vuelta la silla y redobló los clavos que había clavado antes en el asiento, Ο ξυλουργός γύρισε την καρέκλα και πριτσίνωσε τα καρφιά που είχε καρφώσει προηγουμένως στο κάθισμα

3. μτφ, ξανακάνω κάτι

4. ρα, κρούω το τύμπανο

5. ραντ, διπλασιάζομαι, La cantidad de turistas que visitó nuestra ciudad se redobló,

Ο αριθμός των τουριστών που επισκέπτονται την πόλη μας διπλασιάστηκε

redoblamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του redoblar

2. διπλασιασμός, αύξηση της έντασης

redobladura 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του redoblar

2. διπλασιασμός, αύξηση της έντασης

redoblado, da 1. ε, μτφ, για πράγμα διπλασιασμένο σε ισχύ, ενισχυμένος, -η, -o,

2. μτφ, για άτομο, σαν ανα-διπλωμένος> κοντόχοντρος, -η, -o

redoblante 1. α, μτθ ρε-ντομπλε> τα-μπούρλο

redoble 1. α, χτύπος ταμπούρλου, κρούση καμπάνας

2. αναδιπλασιασμός σε όγκο, ένταση, ενίσχυση

3. εκφ, al redoble del tambor, με τυμπανοκρουσίες

redoblón 1. α, πριτσίνι, επειδή διπλώνει το καρφί

decuplar, decuplicar 1. ρμ, δεκαπλασιάζω

décuplo, pia 1. ε, δεκαπλάσιος, -α, -o

décuplo 1. α, δεκαπλάσιο

halda 1. θ, πρχ αλντα> λινάτ(σ)α

haploide 1. ε, βιο, απλοειδής, -ή, -ές

falda πρχ φούστα> φαλδα

1. θ, φούστα, lleva una falda corta muy provocativa,

φοράει μια κοντή φούστα πολύ προκλητική

2. μτφ, φούστα βουνού> πλαγιά, πρόποδες

3. μτφ, μέρος σώματος μεταξύ μέσης και γόνατα > κόρφος,

tenía al niño en su falda, είχε το παιδί στο κόρφο της

4. μτφ, λάπα ζώου

5. μτφ, φιλέτο (από το κάτω μέρος των πλευρών)

6. μτφ, γείσο καπέλου

7. επιμηρίδα σε πανοπλία

8. σνθ, falda escocesa, σκωτσέζικη φούστα

falda fruncida, plisada, tableada, φούστα σουρωτή, πλισέ, με μεγάλο πλισέ

falda pantalón, παντελονό-φουστα

9. εκφ, estar pegado, cosido a las faldas de su madre, οικ,

είμαι κολλημένος, κρέμομαι από το φουστάνι της μάνας μου

faldas 1. θ πλ, κάλυμμα μέχρι το πάτωμα σε τραπέζια με σόμπα

2. πλευρά μακριού ρούχου

3. μτφ, φούστες= γυναίκα ή γυναίκες, hay faldas en el asunto,

υπάρχουν φούστες στην υπόθεση

4. εκφ, andar entre faldas, μτφ, βαδίζω μεταξύ φούστες> κυνηγώ τα κορίτσια

faldear 1. ρμ, μτφ, περπατώ στην φούστα> πλαγιά, πρόποδες του βουνού

faldero, ra 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με φούστα

2. για άντρα, που κυνηγά φούστες, γυναικάς ή του αρέσει να βρίσκεται με γυναίκες

3. για παιδί, μτφ, μαμάκιας, στην φούστα της μαμάς κολλημένος

4. α θ, σκύλος μικρόσωμος

5. θ, μοδίστρα για φούστες

faldicorto, ta 1. ε, φουστό-κοντος, -η, -ο, με κοντή φούστα

faldilla 1. θ, μτφ, πρχ φουστίτσα= λάπα

faldillas 1. θ πλ, ποδιά ρούχου, μπάσκα

2. μτφ, κάλυμμα τραπεζιού με σόμπα μέχρι το πάτωμα ώστε να διατηρείται η ζέστη

faldón πρχ φουστόνι

1. α, ουρά ρούχου, πλευρά

2. ουρά φράκου, μπάσκα

3. κάλυμμα μέχρι το πάτωμα σε τραπέζια με σόμπα

4. μτφ, τρίκλινη στέγη

5. μτφ, ποδιά τζακιού

6. μτφ, κάτω μέρος σελίδας

7. μτφ, λασπωτήρας, ποδιά σε όχημα

8. faldón de cristianar, θρη, ρόμπα βαπτίσεως

sobrefalda 1. θ, υπερ-φουστα> κοντή φούστα που φοριέται πάνω από άλλη

enfaldar πρχ εν> ανα-φουστίζω

1. ρμ, ανασηκώνω, σηκώνω την φούστα

2. αγρ, μτφ, κλαδεύω τα χαμηλά κλαδιά σε δέντρο, σαν να φτιάχνω φούστα

enfaldo 1. α, πτύχωση φούστας

enfaldado, da 1. ε, οικ, μτφ, εν-φουστανάτος= μαμόθρεφτος, -η, -o

enfaldador 1. α, πρχ ανα-φουστά-τηρ= καρφίτσα που στέκει την φούστα

sofaldar 1. ρμ, πρχ συ-φουσταρω= σηκώνω φούστα

2. μτφ, ανασηκώνω πράγμα

llegar πρχ γιεγκαρ> Ήγγικεν η ώρα, ω Έλληνες = έφθασε η ώρα, Έλληνες = φτάνω,

πρχ π-λεγαρ> πλέκω > μτφ, ένα πράγμα πάει στο άλλο = το φτάνω

1. ρα, για άτομο, όχημα, φτάνω σε χώρο, llegar a casa, φτάνω σπίτι,

Voy a llegar al restaurante un poco atrasado, Θα φτάσω στο εστιατόριο λίγο αργά

¿Sabes cuándo llegarán? Ξέρετε πότε θα φτάσουν;

el tren llega a las siete de la tarde, Το τρένο φτάνει στις επτά το βράδυ

2. για πράγμα, φτάνω κάπου, έρχομαι, ha llegado el paquete, έχει φτάσει το πακέτο

3. για εποχή, καιρό, ώρα, γεγονός, μτφ, φτάνω, έρχομαι,

ha llegado la primavera, έχει φτάσει η Άνοιξη

ha llegado el momento, έχει φτάσει η ώρα

El fin de semana llegó rápido, Το Σαββατοκύριακο ήρθε γρήγορα

4. μτφ, φτάνω σε κάποιον ψυχικά= αγγίζω, su música llega a la gente,

η μουσική του αγγίζει τον κόσμο

5. μτφ, φτάνω σε ένα σημείο, me llega hasta la cintura, μου φτάνει μέχρι την μέση

el cable no llega al enchufe, το καλώδιο δεν φτάνει στην πρίζα

¿Llegas al teléfono desde la cama? Φτάνεις στο τηλέφωνο από το κρεβάτι σου;

la cuenta llegó al doble de lo previsto,

ο λογαριασμός έφτασε στο διπλάσιο από το αναμενόμενο

El precio del barril de Brent llegó a los 100 dólares,

Η τιμή του βαρελιού αργού πετρελαίου Brent έφτασε τα 100 δολάρια.

Nuestras tierras llegan hasta el río, Τα εδάφη μας φτάνουν μέχρι το ποτάμι

Después del aguacero, el agua me llegaba a la rodilla,

Μετά την καταρρακτώδη βροχή, το νερό μου έφτανε στα γόνατα

6. μτφ, καταφέρνω να φτάσω σε ένα σημείο ή καταφέρνω,

ha llegado a ser presidente, έχει φτάσει να γίνει πρόεδρος

¿Llegaste a ver el eclipse? Κατάφερες να δεις την έκλειψη;

llegó a comprender el problema tras muchas explicaciones,

κατάφερε να καταλάβει το πρόβλημα μετά από πολλές εξηγήσεις

7. μτφ, φτάνω, είναι αρκετό κάτι, αρκώ, me llegan 10 euros, μου φτάνουν 10 ευρώ,

No me llega el sueldo, así que voy a pedir un aumento,

Δεν μου φτάνει ο μισθός, οπότε θα ζητήσω αύξηση

8. μτφ, φτάνω, κρατάω, αντέχω, διαρκώ, ισχύω μέχρι ένα όριο χρήσης ή χρονικό,

Ojalá estas llantas me lleguen otras cien mil millas,

Μακάρι αυτά τα ελαστικά να μου φτάσουν, κρατήσουν για άλλες εκατό χιλιάδες μίλια

la invitación llega hasta mañana, Η πρόσκληση ισχύει μέχρι αύριο

9. ρμ, ζυγώνω πράγμα, πλησιάζω δίπλα σε άλλο, σαν να το πλέκω, llega la silla al sofá, ζύγωσε την καρέκλα στον καναπέ

10. ραντ, llegarse a, hasta, πάω σε κοντινό σημείο, πετάγομαι, περνάω,

Llégate a casa de Rosa y pídele una taza de azúcar,

Πήγαινε στο σπίτι της Ρόζας και ζήτα της ένα φλιτζάνι ζάχαρη

Me llegué a ella y le pedí un autógrafo, πήγα σε αυτή και της ζήτησα ένα αυτόγραφο

11. εκφ, estar al llegar, στέκω σαν να φτάνω> όπου να ’ναι έρχομαι, τώρα φτάνω,

por la hora que es, ya está al llegar, λόγω της ώρας που είναι, ήδη όπου να ‘ναι φτάνει

está al llegar el plazo de la declaración, όπου νά ‘ναι φτάνει η προθεσμία της δήλωσης

llegar tarde, φτάνω ύστερα> φτάνω καθυστερημένα ή φτάνω πολύ αργά

¡hasta ahí podíamos llegar!, ορίστε που φτάσαμε,

¡hasta ahí podíamos llegar!, te prohíbo que insultes a tu padre,

ορίστε που φτάσαμε! Σου απαγορεύω να προσβάλλεις τον πατέρα σου

llegar y besar ή besar el santo, τελειώνω γρήγορα, τσακ-μπαμ,

no había nadie en la consulta, así que llegué y besé,

Δεν υπήρχε κανείς στο ιατρείο, οπότε τελείωσα γρήγορα,

no llegar una persona o cosa a otra, δεν φτάνω κάποιον, κάτι σε ποιότητα, προσόντα,

la mayor no llega a su hermana en simpatía,

η μεγαλύτερη δεν φτάνει στην αδερφή της στην συμπόνια

llegar lejos, φτάνω μακριά, Esta chica llegará lejos, Αυτή η κοπέλα θα φτάσει μακριά

llegar a oídos de, φτάνει στα αυτιά του, Esa noticia no ha llegado aún a mis oídos,

Αυτή η είδηση ​​δεν έχει φτάσει ακόμα στα αυτιά μου

llegada 1. θ, φτάσιμο, άφιξη, ερχομός, hicimos una fiesta para celebrar su llegada,

κάναμε ένα πάρτι για να γιορτάσουμε την άφιξη, ερχομό του

2. αθλ, γραμμή τερματισμού, σαν φτάσιμο τελικό

Mi hermano fue el primero en atravesar la línea de llegada,

Ο αδερφός μου ήταν ο πρώτος που πέρασε τη γραμμή τερματισμού

Ilegador, ra 1. α θ, αθλ, ποδηλασία, αφικνούμενος, -η στο τέρμα

allegar πρχ πρχ α-λεγαρ> συ-λλέγω, πρχ εμ-πλέκω 2 πράγματα> πλησιάζω, ενώνω

1. ρμ, συλλέγω πράγματα, συγκεντρώνω, συσσωρεύω,

El presidente habló de la necesidad de allegar fondos para la campaña,

Ο πρόεδρος μίλησε για την ανάγκη συγκέντρωσης χρημάτων για την εκστρατεία

2. πλησιάζω κάτι προς, allega el libro a la señora, πλησίασε το βιβλίο στην κυρία,

allegó el oído a la puerta para conocer el nombre de su interlocutor,

πλησίασε το αυτί του στην πόρτα για να μάθει το όνομα του συνομιλητή του

3. εμπλέκω κάτι σε σύνολο= προσθέτω, συνεισφέρω,

allega nuevas teorías, προσθέτει νέες θεωρίες

4. allegarse a, πλησιάζω σε, la chica se allega a la casa, η κοπέλα πλησιάζει στο σπίτι

5. μτφ, συναινώ, συγκατατίθεμαι, me allego a eso, συναινώ σε αυτό

6. μπλέκομαι ιδεολογικά> ασπάζομαι, Marisol se allegó a una nueva religión cuando estaba pasando por momentos difíciles, Η Μαρισόλ ασπάστηκε μια νέα θρησκεία όταν περνούσε δύσκολες στιγμές

allegado, da πρχ από πλεγαρ> εμ-πλεκόμενος

1. ε, μτφ, κοντινός, -ή, -ó σε χώρο ή χρόνο

2. ε, α θ, για άτομο, κοντινός, -ή, -ό, στενός, -ή, -ό, Nadie podía sospechar que uno de los consejeros más allegados del presidente lo traicionaría, Κανείς δεν μπορούσε να υποψιαστεί ότι ένας από τους πιο κοντινούς συμβούλους του προέδρου θα τον πρόδιδε

3. α θ, οπαδός ιδεολογίας

4. α πλ, allegados, για άτομα, κοντινά στην οικογένεια ή περιβάλλον στενό ή συγγενείς,

asistieron al funeral todos los allegados de la viuda,

παρευρέθηκαν στην κηδεία όλοι οι συγγενείς της χήρας

allegador πρχ πλεκ-τήριο για φύλλα ή φωτιά

1. α, τσουγκράνα, σβάρνα

2. συνδαυλιστήριο για φωτιά

andrajo πρχ αντ-ράχο> ράκος

1. α, κουρέλι ρούχο, El mendigo que estaba cerca de la catedral llevaba andrajos

Ο ζητιάνος που ήταν κοντά στον καθεδρικό ναό φορούσε κουρέλια

2. μτφ, για άτομο, ράκος, κουρέλι, es un andrajo humano, είναι ένα ανθρώπινο ράκος

3. εκφ, estar hecho un andrajo, είμαι σκέτο ράκος

andrajosamente 1. επρ, ρακιασμένα= με κουρέλια

andrajoso, sa πρχ ανδ-ραχοσο> ένδ(υμα)-ράκος

1. ε, α θ, για άτομο, ρακένδυτος, -η, -ο, κουρελιάρης, -α -ικο, κουρελιάρης, -α,

Nadie podía imaginar que la chica andrajosa fuera en realidad la princesa,

Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το ρακένδυτο κορίτσι ήταν στην πραγματικότητα

η πριγκίπισσα

2. για ρούχο, κουρελιασμένος, -η, -ο, ¿Adónde vas con esos pantalones andrajosos?

¡Vete a cambiar ahora mismo!

Πού πας με αυτά τα κουρελιασμένα παντελόνια; Πήγαινε να αλλάξεις τώρα!

Scroll to Top