IDÓNEO

IDÓNEO= ΠΡΧ ΙΔΑΝΙΚΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

idóneo, a 1. ε, ιδανικός, -ή, -ό, κατάλληλος, -η, -o, es idóneo para este cargo,

είναι ιδανικός για αυτήν την θέση,

una mesa idónea para el ordenador, ενα τραπέζι κατάλληλο για τον υπολογιστή

la palabra idónea, η κατάλληλη λέξη

es el lugar idóneo, είναι το ιδανικό μέρος

idoneidad 1. θ, καταλληλότητα, su idoneidad para el puesto está fuera de toda duda,

η καταλληλότητα για την θέση είναι έξω απο κάθε αμφιβολία

Scroll to Top