IDEA= ΠΡΧ ΙΔΕΑ, ΠΡΧ ΑΠΟ ΛΑΤΙΝΙΚΟ V-IDERE> ΡΙΖΑ (Β) ΙΔ- > ΕΝΝΟΙΑ ΙΔΕΑΣ, ΕΙΔΩΛΟ,
ΠΡΧ ΒΙΝΤΕΟ, ΒΕΡ> ΒΛΕΠΩ, ΙΔΩΜΕΝΟΣ> ΜΕΤΟΧΗ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΒΛΕΠΩ,
ΡΙΖΑ VID-, VIS-, ΑΠΟΔΙΔΕΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΟΥ ΒΛΕΠΩ, ΒΛΕΜΜΑ, ΕΙΚΟΝΑΣ, ΟΡΑΣΗΣ, ΟΡΑΜΑ,
ΠΡΧ ΒΙΣ> ΒΛΕ(Π)ΣΗ> ΒΛΕΨΗ, ΠΡΧ ΒΙΖΙΤΑ > ΕΠΙΣΚΕΨΗ,
ΠΡΧ ΒΙΖΑ> ΕΓΓΡΑΦΟ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ, ΕΝΝΟΙΑ ΒΛΕΨΗΣ > ΕΙΚΟΝΑΣ ΑΤΟΜΟΥ,
VERAS= ΠΡΧ ΒΕΡΟΣ> ΑΛΗΘΙΝΟΣ, ΓΝΗΣΙΟΣ, ΠΡΧ ΒΕΡ-ΔΑΔ> ΒΕΡΟ-ΤΗΤΑ> ΑΛΗΘΕΙΑ,
ΠΡΧ Β-ΕΡ> ΕΦ-ΟΡΩ> ΟΡΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
idea πρχ ιδέα και οι μεταφορές της
1. θ, ιδέα, una buena, mala idea, μια καλή, κακή ιδέα,
Tengo una idea para solucionarlo, Έχω μια ιδέα για να το λύσω,
¿Quién tuvo la brillante idea de venir aquí con esta lluvia?
Ποιος είχε την λαμπρή ιδέα να έρθει εδώ με αυτή τη βροχή;
lo que contaste me dio la idea para la novela,
αυτό που διηγήθηκες μου έδωσε την ιδέα για το μυθιστόρημα,
se me ocurre una idea, podríamos… μου έρχεται μια ιδέα, θα μπορούσαμε…
2. έννοια, La idea de tiempo es una invención humana,
Η έννοια του χρόνου είναι ανθρώπινη επινόηση,
La justicia es idea innata, Η δικαιοσύνη είναι μια έμφυτη έννοια
3. γνώση, mis ideas de medicina son básicas, οι γνώσεις μου στην ιατρική είναι στοιχειώδεις tengo alguna idea de informática, έχω κάποιες γνώσεις πληροφορικής
4. πρόθεση, Tiene idea de casarse, Έχει πρόθεση να παντρευτεί,
nuestra idea es volver pronto, πρόθεσή μας είναι να γυρίσουμε νωρίς
5. άποψη, γνώμη, ιδέα, εντύπωση, Me había hecho una idea falsa de tus amigos,
Είχα σχηματίσει μια εσφαλμένη εντύπωση για τους φίλους σου,
Tenía una idea equivocada de ti, Είχα μια λανθασμένη ιδέα για σένα,
no tengo una idea formada sobre el tema, δεν έχω διαμορφωμένη άποψη για το θέμα
he cambiado de idea, άλλαξα γνώμη
6. εικόνα, Su idea no se borrará jamás de mi mente,
Η εικόνα του δεν θα σβηστεί ποτέ από το μυαλό μου
7. ικανότητα, επιδεξιότητα, τέχνη, επινοητικότητα, Tiene mucha idea para estos trabajos,
Έχει πολύ ικανότητα για αυτές τις δουλειές
8. μανία, εμμονή, ahora le ha dado la idea de no comer y no come,
Τώρα του έκατσε η εμμονή να μην φάει, και δεν τρώει
9. σνθ, idea brillante, luminosa λαμπρή, φαεινή ιδέα
idea eje, κεντρική, βασική ιδέα
idea fija, έμμονη ιδέα
idea general, de conjunto, γενική ιδέα
idea preconcebida, προϊδεασμός
10. εκφ, a, con mala idea, με κακή πρόθεση, σκοπό, επίτηδες, κακόβουλα,
lo ha hecho así con mala idea, para vengarse,
το έκανε έτσι με κακή πρόθεση, για να εκδικηθεί,
con idea (la) de, με σκοπό, πρόθεση να, Vino con idea de hacer daño,
Ήρθε με σκοπό, πρόθεση να κάνει ζημιά,
apartar a alguien de una idea, απομακρύνω κάποιον από μια ιδέα, πρόθεση,
hacerse a la idea de algo, συνηθίζω στην ιδέα,
hacerse, formarse una idea de algo, de alguien, σχηματίζω μια ιδέα για κάτι, για κάποιον
llevar, tener idea de hacer algo, έχω σκοπό να κάνω κάτι,
¡ni idea! οικ, σαν απάντηση, δεν έχω ιδέα!
no tener ni idea ή ni la más remota idea ή ni pastelera idea de algo,
δεν έχω την παραμικρή ιδέα για κάτι
no tener ni pajolera idea de algo, οικ, δεν έχω ιδέα για κάτι
ser alguien de la idea de que, είμαι της άποψης, γνώμης ότι,
no tener idea de, δεν έχω σκοπό να,
tener idea de cómo hacer algo, ξέρω πώς να κάνω κάτι
tener ideas de bombero, οικ, έχω παράτολμες ιδέες
ser una cosa una idea de bombero, είναι ένα πράγμα παράλογο, τρελό,
sus propuestas son, a veces, ideas de bombero,
οι προτάσεις του είναι, μερικές φορές, απλώς τρελές ιδέες
tener ideas negras, κάνω μαύρες σκέψεις,
tener una ligera idea, έχω μια ελαφριά, αμυδρή, σχετική ιδέα,
tener mala idea, έχω κακές προθέσεις
ideas 1. θ πλ, ιδέες, πιστεύω, sus ideas políticas no me convencen,
οι πολιτικές ιδέες του δεν με πείθουν,
Mi tío es conservador, pero algunas de sus ideas son liberales,
Ο θείος μου είναι συντηρητικός, αλλά μερικές από τις ιδέες του είναι φιλελεύθερες,
fue perseguido por sus ideas, καταδιώχθηκε για τα πιστεύω του
ideación 1. θ, φλφ, ψυχ, ιδεοποίηση
ideal 1. ε, ιδανικός, -ή, -ό, ιδεώδης, -ης, -ες, En un mundo ideal no habría guerra,
Σε έναν ιδανικό κόσμο δεν θα υπήρχε πόλεμος,
el hombre ideal no existe, o ιδανικός άντρας δεν υπάρχει,
Ιο ideal sería hacerlo mañana, το ιδανικό θα ήταν να το κάνουμε αύριο,
Si nos puedes recoger a las 8 am, eso sería ideal,
Αν μπορείς να μας παραλάβεις στις 8 π.μ., αυτό θα ήταν ιδανικό
2. που υπάρχει σαν ιδέα μόνο, δεν έχει υλική υπόσταση, νοητός, -ή, -ό, ιδεατός, -ή, -ό,
los meridianos y los paralelos son líneas ideales que dividen la tierra,
Οι μεσημβρινοί και οι παράλληλοι είναι γραμμές νοητικές που χωρίζουν τη Γη
ideal 1. α, ιδανικό, ιδεώδες, El ideal de la belleza cambia de cultura a cultura,
το ιδεώδες της ομορφιάς αλλάζει από κουλτούρα σε κουλτούρα,
su ideal es ayudar a los demás, το ιδεώδες του είναι να βοηθά τους άλλους
2. στόχος, επιθυμία, su ideal ahora es comprarse una casa,
Ο στόχος του τώρα είναι να αγοράσει ένα σπίτι
ideal 1. επρ, οικ, ιδανικά, τέλεια, εκπληκτικά, nos lo pasamos ideal, τα περνάμε τέλεια
¿Quedamos a las 7? Ideal, Κανονίζουμε για τις 7; Τέλεια
ideales 1. α πλ, ιδανικά, ιδεώδη, El líder siempre fue fiel a sus ideales, sin importar el costo,
Ο ηγέτης υπήρξε πάντα πιστός στα ιδανικά του, χωρίς να τον νοιάζει το κόστος
idealismo 1. α, ιδεαλισμός
2. σνθ, idealismo lógico, objetivo, αντικειμενικός ιδεαλισμός
idealismo platónico, πλατωνικός ιδεαλισμός
idealismo psicológico, subjetivo, ψυχολογικός, υποκειμενικός ιδεαλισμός
idealista 1. ε, α θ, ιδεαλιστικός, -ή, -ό, ιδεαλιστής, ιδεαλίστρια
idealizar 1. ρμ, εξιδανικεύω, Me gustó la película sobre Frida Kahlo, aunque la idealizaba,
Μου άρεσε η ταινία για τη Φρίντα Κάλο, αν και την εξιδανίκευε,
Es un error idealizar a las personas que apenas conoces,
Είναι λάθος να εξιδανικεύεις τους ανθρώπους που μόλις γνωρίζεις
El arte clásico buscaba idealizar la figura humana,
Η κλασική τέχνη επεδίωκε να εξιδανικεύσει την ανθρώπινη φιγούρα
idealización 1. θ, εξιδανίκευση
idealmente 1. επρ, ιδανικά, Idealmente, deberíamos terminar antes del mediodía,
Ιδανικά, θα έπρεπε να τελειώσουμε πριν το μεσημέρι
2. θεωρητικά, Idealmente, el nuevo sistema es infalible, pero en la práctica falla,
Θεωρητικά, το νέο σύστημα είναι αλάνθαστο, αλλά στην πράξη αποτυγχάνει
idear πρχ ιδεο-ποιώ> σχηματίζω μια ιδέα στο νου, πρχ ιδ-εαρ> σχ-εδ-ιάζω
1. ρμ, σχεδιάζω, καταστρώνω, επινοώ, Dos oficiales estadounidenses idearon un plan para fugarse del campo de prisioneros de guerra, Δύο Αμερικανοί αξιωματικοί κατέστρωσαν ένα σχέδιο για να αποδράσουν από το στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου,
Tenemos que idear una excusa para explicar por qué no fuimos a la escuela,
Πρέπει να επινοήσουμε μια δικαιολογία για να εξηγήσουμε γιατί δεν πήγαμε σχολείο,
El arquitecto ideó la distribución de los espacios,
Ο αρχιτέκτονας σχεδίασε την κατανομή των χώρων
2. εφευρίσκω, επινοώ, Idearon un sistema más eficiente para la calefacción,
Επινόησαν ένα πιο αποτελεσματικό σύστημα για τη θέρμανση
Leonardo da Vinci ya había ideado una máquina voladora siglos atrás,
Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι είχε ήδη επινοήσει μια ιπτάμενη μηχανή αιώνες πριν
3. συλλαμβάνω ιδέα, ¿Quién ideó esta estrategia tan compleja?
Ποιος συνέλαβε αυτή την τόσο πολύπλοκη στρατηγική;
ideario 1. α, ιδεολογία, αρχές, πιστεύω, Es un líder que nunca traicionó su ideario,
Είναι ένας ηγέτης που δεν πρόδωσε ποτέ την ιδεολογία του
ideografía 1. θ, ιδεογραφία
ideográfico, ca 1. ε, ιδεογραφικός, -ή, -ό
ideograma 1. α, ιδεόγραμμα, La escritura china utiliza miles de ideogramas,
Η κινεζική γραφή χρησιμοποιεί χιλιάδες ιδεογράμματα
ideología 1. θ, ιδεολογία, La ideología de un partido se refleja en sus propuestas,
Η ιδεολογία ενός κόμματος αντικατοπτρίζεται στις προτάσεις του
El liberalismo es una ideología económica y política,
Ο φιλελευθερισμός είναι μια οικονομική και πολιτική ιδεολογία
ideólogo, ga 1. α θ, ιδεολόγος
ideológico, ca 1. ε, ιδεολογικός, -ή, -ó
ideologismo 1. α, ιδεολογισμός, ιδεολογία, ιδεοληψία, δογματισμός,
el ocaso del ideologismo partidista, η δύση, παρακμή του κομματικού ιδεολογισμού
Es necesario superar el ideologismo y buscar soluciones prácticas,
Είναι απαραίτητο να ξεπεράσουμε τον δογματισμό και να αναζητήσουμε πρακτικές λύσεις
ideológicamente 1. επρ, ιδεολογικά
ideologizar 1. ρμ, ραντ, ιδεολογικοποιώ, δογματίζω, εμποτίζω με ιδέες κάποιον,
ideologizar a través de la educación, να ιδεολογικοποιώ δια μέσου της εκπαίδευσης
ideologización 1. θ, ιδεολογικοποίηση
ideologizador, ra 1. ε, ιδεολογιστικός, -ή, -ó
desideologizar 1. ρμ, ραντ, αποϊδεολογικοποιώ
desideologización 1. θ, αποϊδεολογικοποίηση
desideologizado, da 1. ε, αποϊδεολογικοποιημένος, -η, -o
eidético, ca 1. ε, φλφ, ψυχ, ειδητικός, -ή, -ó
idilio 1. α, ειδύλλιο, ρομάντζο, Tuvieron un idilio de verano muy intenso,
Είχαν ένα πολύ έντονο καλοκαιρινό ειδύλλιο
2. λγτ, ποιητική σύνθεση που εξιδανίκευε την ζωή και τον έρωτα στην εξοχή, ειδύλλιο,
El autor es conocido por sus idilios pastorales,
Ο συγγραφέας είναι γνωστός για τα ποιμαντικά του ειδύλλια
idílico, ca 1. ε, ειδυλλιακός, -ή, -ό, Pasamos unas vacaciones en una playa idílica,
Περάσαμε διακοπές σε μια ειδυλλιακή παραλία
ídolo 1. α, κυρ, μτφ, είδωλο, ειδώλιο, En el altar se encontraba un ídolo tallado en madera,
Στον βωμό βρισκόταν ένα είδωλο σκαλισμένο σε ξύλο,
La Biblia condena la adoración de ídolos, Η Βίβλος καταδικάζει τη λατρεία των ειδώλων,
este cantante es el nuevo ídolo de la juventud,
αυτός o τραγουδιστής είναι το νέο είδωλο των νέων
Para él, el poder se ha vuelto un ídolo al que sacrificar todo,
Γι’ αυτόν, η εξουσία έχει γίνει ένα είδωλο στο οποίο θυσιάζει τα πάντα
idólatra 1. ε, α θ, ειδωλολατρικός, -ή, -ó, ειδωλολάτρης, ειδωλολάτρισσα,
En la antigüedad, ese pueblo fue considerado idólatra,
Στην αρχαιότητα, αυτός ο λαός θεωρήθηκε ειδωλολατρικός
2. α θ, λάτρης, φανατικός θαυμαστής σε κάτι, κάποιον,
Es idólatra de su equipo de fútbol, Είναι φανατικός λάτρης της ποδοσφαιρικής του ομάδας
No quiero ser idólatra del dinero, Δεν θέλω να είμαι λάτρης του χρήματος
idolatrar 1. ρμ, κυρ, μτφ, ειδωλοποιώ, ειδωλολατρώ, λατρεύω ως θεό, θεοποιώ,
En algunas culturas antiguas, se acostumbraba idolatrar a los animales,
Σε ορισμένους αρχαίους πολιτισμούς, συνηθιζόταν να ειδωλοποιούν, λατρεύουν τα ζώα,
La misión era convencer a los nativos de no idolatrar a las estatuas,
Η αποστολή ήταν να πείσει τους ιθαγενείς να μην ειδωλολατρούν τα αγάλματα,
El público idolatró a la actriz por su talento y carisma,
Το κοινό λάτρεψε την ηθοποιό για το ταλέντο και το χάρισμά της,
No debemos idolatrar las posesiones materiales,
Δεν πρέπει να θεοποιούμε τα υλικά αγαθά
idolatría 1. θ, κυρ, μτφ, ειδωλολατρία, λατρεία, La idolatría en las culturas precolombinas,
Η ειδωλολατρία στους προκολομβιανούς πολιτισμούς
La idolatría al dinero es un problema social,
Η ειδωλολατρία στο χρήμα είναι κοινωνικό πρόβλημα
idolátrico, ca 1. ε, ειδωλολατρικός, -ή, -ó, un ceremonial idolátrico de origen antiguo,
μια ειδωλολατρική τελετή αρχαίας προέλευσης
idolopeya 1. θ, λγτ, ειδωλοποίηση, κάνω να μιλάει ένας νεκρός μέσα από το κείμενο
oídio 1. α, βοτ, ωίδιο
vídeo πρχ βίντεο, πρχ β-ιδερε από λατινικά> ρίζα ιδ-> να ιδ-ωθούμε> βλέπω, όραση,
και οι ιδιότητες τους
1. α, σύστημα, εγγραφή βίντεο, hace unas décadas todo el mundo grababa en video,
πριν από μερικές δεκαετίες όλοι έκαναν εγγραφή, βιντεοσκοπούσαν σε βίντεο
Tenemos que analizar las imágenes del vídeo de vigilancia,
Πρέπει να αναλύσουμε τις εικόνες από το βίντεο παρακολούθησης,
cinta de vídeo, βιντεοταινία
película de video, βιντεοταινία
El canal emitió un vídeo sobre la historia del arte,
Το κανάλι πρόβαλε ένα βίντεο για την ιστορία της τέχνης
2. βιντεοκασέτα, se ha hecho una estantería para poner videos, libros y discos,
έχει φτιάξει μια ραφιέρα για να βάλει βιντεοκασέτες, βιβλία και δίσκους
3. έργο, una colección de cinco videos, μια συλλογή από πέντε έργα
4. α θ, συσκευή βίντεο, el video era uno de los aparatos fundamentales de la casa, ahora no,
το βίντεο ήταν μια από τις βασικές συσκευές στο σπίτι, τώρα όχι
5. σνθ, vídeo comunitario, καλωδιακή συνδρομητική τηλεόραση
vídeo digital, ψηφιακό βίντεο
vídeo doméstico, casero, ερασιτεχνικό βίντεο
vídeo interactivo, διαδραστικό βίντεο
vídeo porno, βίντεο πορνό
videoaficionado, da 1. α θ, ερασιτέχνης βιντεοταινιών
videoarte 1. α, βίντεο τέχνη, βιντεοάρτ
videoartista 1. α θ, καλλιτέχνης, καλλιτέχνιδα βίντεο
videocámara 1. θ, βιντεοκάμερα
videocasete 1. α, βιντεοκασέτα
2. α θ, συσκευή βίντεο
videocinta 1. θ, βιντεοταινία
videoclip 1. α, βιντεοκλίπ
videoclub 1. α, βιντεοκλάμπ
videoconferencia 1. θ, βιντεοδιάσκεψη, εικονο-τηλεδιάσκεψη
videoconsola 1. θ, κονσόλα βιντεοπαιχνιδιών
videodisco 1. α, βιντεοδίσκος
videoedición 1. θ, βιντεοέκδοση
videofórum, videoforo 1. α, προβολή με συζήτηση μιας βιντεοταινίας
videotelefonía 1. θ, εικονοτηλεφωνία
videoteléfono, videófono 1. α, εικονοτηλέφωνο
videofrecuencia 1. θ, βιντεοσυχνότητα
videografía 1. θ, βιντεογραφία
videográfico, ca 1. ε, βιντεογραφικός, -ή, -ό
videoinstalación 1. θ, βίντεο-εγκατάσταση
videojuego 1. α, βιντεοπαιχνίδι
videolibro 1. α, βιντεοβιβλίο
videollamada 1. θ, βιντεοκλήση
videomarcador 1. α, ηλεκτρονικός πίνακας βαθμολογίας
videopelícula 1. θ, βιντεοταινία
videoportero 1. α, θυροτηλεόραση
videoteca 1. θ, βιντεοθήκη
videoterminal 1. α, τερματικό απεικόνισης
videotex, videotexto 1. α, βιντεοτέξτ
videovigilancia 1. θ, βιντεο-παρακολούθηση
vedette, vedete 1. θ, τεχ, βεντέτα, ντίβα, αστέρι
2. αθλ, βεντέτα, αστέρι
vedismo 1. α, θρη, βεδισμός
voyeur 1. α θ, ηδονοβλεψίας, ματάκιας
voyeurismo 1. α, ηδονοβλεψία, οφθαλμοπορνεία, μάτι
voyeurista, voyeurístico, ca 1. ε, α θ, ηδονοβλεπτικός, -ή, -ó, ηδονοβλεψίας
acrídido, acridio πρχ ακρ-ιδιο> ακρη+ιδ> όψη
1. α, ζωλ, ακρίδα
2. εκφ, los acrídidos, οι ακρίδες
videncia πρχ β-ιδενσια> ρίζα ιδ- > από να δω> έννοια όρασης
1. θ, διόραση, ενόραση, μαντική ικανότητα, Esa mujer dice que tiene poderes de videncia, Αυτή η γυναίκα ισχυρίζεται ότι έχει δυνάμεις διόρασης
invidencia 1. θ, πρχ άνευ-να δω= έλλειψη όρασης
vidente 1. ε, πρχ από ιδόντες> που βλέπει, en este centro hay niños videntes e invidentes,
σε αυτό το κέντρο υπάρχουν παιδιά που βλέπουν και παιδιά που δεν βλέπουν
no vidente, δίχως όραση
2. α θ, μάντης, -ισσα, μέντιουμ, La vidente le leyó las cartas y le anunció un viaje,
Η μάντισσα του διάβασε τα χαρτιά και του ανακοίνωσε ένα ταξίδι
3. άτομο που έχει την όραση του, los no videntes, οι τυφλοί, οι μη βλέποντες
invidente 1. ε, α θ, πρχ άνευ-να δω= που δεν βλέπει, αόμματος, -η, -ο, τυφλός, -ή, -ó,
tiene un hermano invidente, έχει ένα αδερφό τυφλό
envidia πρχ εν-βιδια> εν-δω> επ-οφθαλμιώ κάτι
1. θ, ζήλεια, αντικείμενο ζήλιας, Seré la envidia de la oficina gracias a mi ascenso,
Θα είμαι το αντικείμενο ζήλιας του γραφείου χάρη στην προαγωγή μου
lo dices por envidia, το λες από ζήλεια
Sentía envidia por el talento de su hermano, Ένιωθε ζήλια για το ταλέντο του αδελφού του
2. φθόνος, La envidia es uno de los siete pecados capitales,
Ο φθόνος είναι ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα,
3. σνθ, envidia sana, καλώς εννοούμενη ζήλια
4. εκφ, ¡qué envidia! σα να λέμε τι ζηλευτό είναι κάτι, τι ωραία, μακάρι να ήμουν εγώ!
τυχερέ!, ha estado de vacaciones en varios países europeos, ¡qué envidia!
έχει κάνει διακοπές σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, τυχερέ!
carcomer a alguien la envidia, οικ, κατατρώει κάποιον η ζήλεια,
la envidia lo carcome, τον κατατρώει η ζήλεια,
dar envidia, προκαλεί ζήλεια κάτι, su belleza da envidia a la gente,
η ομορφιά της προκαλεί ζήλια στον κόσμο,
morirse de envidia, οικ, σκάω από ζήλια ή με τρώει η ζήλεια
sentir envidia, νιώθω ζήλεια, ζηλεύω
tener envidia de algo, ζηλεύω κάτι,
tener envidia de alguien, ζηλεύω, le tiene mucha envidia a su amigo porque es muy rico,
ζηλεύει πολύ τον φίλο του επειδή είναι πολύ πλούσιος
envidiar 1. ρμ, πρχ εν-βλέπω ή εν-δω = ζηλεύω, φθονώ, ορέγομαι, εποφθαλμιώ,
Es inútil envidiar la vida de los demás, Είναι ανώφελο να ζηλεύεις τη ζωή των άλλων
envidiaba la posición económica de su hermana,
εποφθαλμιούσε την οικονομική κατάσταση της αδερφής της
2. εκφ, no tener que envidiar a, δεν έχω να ζηλέψω τίποτα από,
Este vino no tiene nada que envidiar a los franceses,
Αυτό το κρασί δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τα γαλλικά,
más vale ser envidiado que envidioso, πρμ, καλύτερα να είσαι ζηλευτός παρά ζηλόφθονος =
καλύτερα να σε ζηλεύουν παρά να σε λυπούνται
envidioso, sa 1. ε, α θ, ζηλόφθονος, -η, -o, φθονερός, -ή, -ó,
Tenía una actitud envidiosa hacia sus compañeros,
Είχε μια ζηλόφθονη στάση απέναντι στους συναδέλφους του,
Los envidiosos siempre encuentran algo que criticar,
Οι ζηλόφθονοι πάντα βρίσκουν κάτι να επικρίνουν
envidiable 1. ε, επίζηλος, -η, -o, ζηλευτός, -ή, -ó, αξιοζήλευτος, -η, -o,
Ha conseguido una posición envidiable en la empresa,
Έχει κερδίσει μια αξιοζήλευτη θέση στην εταιρεία,
El atleta goza de una salud envidiable, Ο αθλητής απολαμβάνει μια αξιοζήλευτη υγεία
envidiablemente 1. επρ, αξιοζήλευτα
envidiosamente 1. επρ, ζηλόφθονα, φθονερά
providencia πρχ προ-βιδενσια> προ-βλεψη, προ-βλεπότητα για κάτι, προ-ιδ-οτητα
ή να προ-δω, να έχω προ-θέαση για κάτι και να πάρω τα μέτρα μου
1. θ, μέτρο, προφύλαξη, el gobierno tomará las providencias debidas,
η κυβέρνηση θα λάβει τα οφειλόμενα μέτρα
2. νομ, διαδικαστική απόφαση, Las providencias deciden cuestiones sencillas o de trámite,
Οι διαδικαστικές αποφάσεις ρυθμίζουν απλά ή διαδικαστικά ζητήματα
3. θρη, Θεία Πρόνοια, Dejaron su destino en manos de la Providencia,
Άφησαν τη μοίρα τους στα χέρια της Θείας Πρόνοιας
ή Θεός, la Providencia todo lo puede, ο Θεός όλα τα μπορεί
4. προνοητικότητα, Es un hombre de gran providencia,
Είναι ένας άνθρωπος με μεγάλη προνοητικότητα
5. εκφ, dictar una providencia, νομ, εκδίδω διαδικαστική απόφαση,
la (Divina) Providencia, θρη, η Θεία Πρόνοια,
a la providencia, στη θεία πρόνοια, Dejó el resultado del juicio a la providencia,
Άφησε το αποτέλεσμα της δίκης στη θεία πρόνοια,
tomar una providencia, προνοώ
ή λαμβάνω απόφαση, προβαίνω σε ενέργεια, piénsalo bien antes de tomar una providencia,
σκέψου το καλά πριν προβείς σε οποιαδήποτε ενέργεια
como primera providencia, ως, σαν πρώτο μέτρο,
de momento, como primera providencia, despejaremos la zona del atentado,
για τώρα, ως πρώτο μέτρο, θα καθαρίσουμε την περιοχή από την επίθεση
providenciar 1. ρμ, πρχ προ-βλέπω= προνοώ, λαμβάνω μέτρα, προφυλάξεις για κάτι,
Dios siempre va a providenciar lo que es necesario para que las puertas se abran,
Ο Θεός θα προνοεί πάντα ό, τι είναι αναγκαίο για να ανοίξουν οι πόρτες
2. νομ, εκδίδω απόφαση, El juez debe providenciar lo pertinente sobre la apelación,
Ο δικαστής πρέπει να εκδώσει τη σχετική απόφαση σχετικά με την έφεση
providente 1. ε, λογ, πρχ προ-βλέπων για κάτι= συνετός, -ή, -ó, φρόνιμος, -η, -ο,
Es importante ser providente con el gasto energético,
Είναι σημαντικό να είμαστε φρόνιμοι με την ενεργειακή κατανάλωση
2. προνοητικός, -ή, -ó, Un administrador providente ahorra para los tiempos difíciles,
Ένας προνοητικός διαχειριστής αποταμιεύει για τις δύσκολες στιγμές
providencial 1. ε, πρχ σαν προ-ιδωμένο από θεό= θεόσταλτος, -η, -o, θεόπεμπτος, -η, -o, ουρανόσταλτος, -η, -ο, ουρανόπεμπτος, -η, -o, σταλμένος, -η, -ο από τον Θεό,
La lluvia resultó providencial para detener el incendio,
Η βροχή αποδείχθηκε θεόσταλτη για να σταματήσει η φωτιά,
fue providencial que pasara por ahí una ambulancia,
σαν σταλμένο από το Θεό περνούσε εκείνη την ώρα ένα ασθενοφόρο
El descubrimiento de la penicilina fue un hecho providencial,
Η ανακάλυψη της πενικιλίνης ήταν ένα θεόσταλτο γεγονός
2. θρη, θεόπεμπτος, -η, -ο, θεόσταλτος, -η, -ο
3. τυχαίος, -α, -ο, ευτυχές, -ής, -ή, έγκαιρος, -η, -ο, ευνοϊκός, -ή, -ό
providencialismo 1. α, θρη, θεολογικό δόγμα της Θείας Πρόνοιας
providencialista 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ό με το δόγμα της Θείας Πρόνοιας
ή οπαδός του δόγματος της Θείας Πρόνοιας
providencialmente 1. επρ, τυχαία
2. θρη, θεόπεμπτα, θεόσταλτα
próvido, da 1. ε, προνοητικός, -ή, -ó Un padre próvido asegura el futuro de sus hijos,
Ένας προνοητικός πατέρας εξασφαλίζει το μέλλον των παιδιών του
2. αγαθοεργός, -ή, -ó, la mano próvida del Señor, το αγαθοεργό χέρι του Κυρίου
prudencia πρχ από pro-(vi)dencia, προ-ιδ-οτητα, προ-βλεπότητα, προνοητικότητα σε πράξη
1. θ, προσοχή, Se recomienda manejar con prudencia en carreteras heladas,
Συνιστάται να οδηγείτε με προσοχή σε παγωμένους δρόμους
2. σύνεση, φρόνηση, φρονιμάδα, La prudencia es fundamental para los líderes políticos,
Η σύνεση είναι θεμελιώδης για τους πολιτικούς ηγέτες
La experiencia le enseñó a tratar los negocios con prudencia,
Η εμπειρία του έμαθε να χειρίζεται τις επιχειρήσεις με φρόνηση, φρονιμάδα
3. μέτρο, puede comer dulces, pero con prudencia,
μπορείτε να τρώτε γλυκά, αλλά με μέτρο
4. διακριτικότητα, Actuó con prudencia y no reveló información sensible,
Ενέργησε με διακριτικότητα και δεν αποκάλυψε ευαίσθητες πληροφορίες
5. θρη, διάκριση
imprudencia πρχ μη προ-βλεπότητα, προνοητικότητα σε πράξη
1. θ, απερισκεψία, αφροσύνη, Es una imprudencia confiar en esa información sin verificarla,
Είναι μια απερισκεψία να εμπιστεύεσαι αυτή την πληροφορία χωρίς να την ελέγξεις
2. απροσεξία, La imprudencia al volante es la causa principal de accidentes,
Η απροσεξία στην οδήγηση είναι η κύρια αιτία των ατυχημάτων
3. σνθ, actuar con imprudencia, ενεργώ απερίσκεπτα
imprudencia concurrente, νομ, συνυπαιτιότητα
imprudencia temeraria, βαρεία αμέλεια
imprudencia laboral, εργασιακή αμέλεια
prudencial 1. ε, συνετός, -ή, -ό, La valoración del riesgo requiere un criterio prudencial,
Η αξιολόγηση του κινδύνου απαιτεί μια συνετή κρίση
2. για ποσότητα, απόσταση, χρόνο, λογικός, -ή, -ó, εύλογος, -η, -ο,
La multa se redujo a una cuantía prudencial,
Το πρόστιμο μειώθηκε σε ένα λογικό ποσό,
esperaré un tiempo prudencial y, si no llega, me voy,
θα περιμένω ένα εύλογο χρονικό διάστημα και, αν δεν φτάσει, φεύγω
prudencialmente 1. επρ, συνετά
2. εύλογα
prudente πρχ προ-ιδ-ων σε πράξη, σκέψη
1. ε, συνετός, -ή, -ó, Fue un paso prudente esperar antes de firmar el contrato,
Ήταν ένα συνετό βήμα να περιμένεις πριν υπογράψεις το συμβόλαιο
2. μετρημένος, -η, -o, Es mejor ser prudente en tus declaraciones públicas,
Είναι καλύτερο να είσαι μετρημένος στις δημόσιες δηλώσεις σου
3. εχέφρων, -ων, -ον, μυαλωμένος, -η, -ο, φρόνιμος, -η, -o,
un consejero prudente piensa antes de hablar,
ένας εχέφρων σύμβουλος σκέφτεται πριν μιλήσει,
lo más prudente sería esperar, το φρονιμότερο θα ήταν να περιμένουμε
4. λογικός, -ή, -ó, nos acostamos a una hora prudente, πήγαμε για ύπνο σε μια λογική ώρα
5. προσεκτικός, -ή, -ό, Es un conductor muy prudente y nunca excede la velocidad,
Είναι ένας πολύ προσεκτικός οδηγός και ποτέ δεν υπερβαίνει την ταχύτητα
prudentemente 1. επρ, προσεκτικά, actuó muy prudentemente, ενήργησε πολύ προσεκτικά
2. μετρημένα, συγκρατημένα, los médicos se muestran prudentemente optimistas,
οι γιατροί δείχνουν συγκρατημένα αισιόδοξοι
imprudente πρχ μη προ-ιδ-ων σε πράξη, σκέψη
1. ε, α θ, απερίσκεπτος, -η, -o, άφρονος, -η, -o, ασύνετος, -η, -ο,
Fue un comentario imprudente en una reunión de negocios,
Ήταν ένα απερίσκεπτο σχόλιο σε μια επαγγελματική συνάντηση
Su comportamiento es demasiado imprudente para su edad,
Η συμπεριφορά του είναι πολύ απερίσκεπτη για την ηλικία του
El imprudente siempre habla sin pensar en el daño que causa,
Ο ασύνετος μιλά πάντα χωρίς να σκέφτεται τη ζημιά που προκαλεί,
2. απρόσεκτος, -η, -ο, Los imprudentes son un peligro en la carretera,
Οι απρόσεκτοι είναι κίνδυνος στον δρόμο
imprudentemente 1. επρ, απερίσκεπτα, ασύνετα, απρόσεκτα
evidencia πρχ ε-βιδενσια> εκ-βλεπότητα ή εξ-ιδότητα> φανερή θέαση σε κάτι
1. θ, προφανής ή πασιφανής ή ολοφάνερη κατάσταση, γεγονός, πραγματικότητα, αυταπόδεικτο, La crisis económica es una evidencia innegable,
Η οικονομική κρίση είναι μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα,
A pesar de la evidencia de su embarazo, nadie le cedió el asiento,
Παρά το πασιφανές της εγκυμοσύνης της, κανείς δεν της παραχώρησε τη θέση του,
la evidencia de las pruebas, το πασιφανές των αποδείξεων,
con toda evidencia, προφανώς, αναμφίβολα
2. απόδειξη, ένδειξη, αποδεικτικό, στοιχείο, τεκμήριο, πειστήριο,
El detective reunió toda la evidencia del crimen,
Ο ντετέκτιβ συνέλεξε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία του εγκλήματος,
hay evidencias de que fue un acto premeditado,
υπάρχουν ενδείξεις ότι ήταν προμελετημένη πράξη
La teoría está respaldada por una fuerte evidencia científica,
Η θεωρία υποστηρίζεται από ισχυρά επιστημονικά τεκμήρια
3. εκφ, poner, estar, dejar en evidencia, εκθέτω, γελοιοποιώ κάποιον,
su desastrada manera de vestir le puso en evidencia,
ο ατημέλητος τρόπος ντυσίματος του τον γελοιοποίησε,
me dejó en evidencia delante de todos, με έκθεσε μπροστά σε όλους,
poner algo en evidencia, κάνω κάτι ξεκάθαρο, υποδεικνύω, φανερώνω, αποκαλύπτω,
El informe puso en evidencia las deficiencias del sistema,
Η έκθεση αποκάλυψε τις αδυναμίες του συστήματος,
ponerse en evidencia, για άτομο, εκτίθεμαι, ρεζιλεύομαι, φανερώνομαι,
Se puso en evidencia al intentar hablar de un tema que desconocía por completo,
Εκτέθηκε όταν προσπάθησε να μιλήσει για ένα θέμα που αγνοούσε παντελώς,
ή για κάτι, συνάγομαι, υποδεικνύομαι, φανερώνομαι, αποκαλύπτομαι,
El defecto anatómico puede ponerse en evidencia por ecografía,
Το ανατομικό ελάττωμα μπορεί να φανερωθεί με υπερήχους,
quedar en evidencia, για κάτι, γίνεται ξεκάθαρο, εμφανές,
ή για άτομο, γελοιοποιούμαι, es un ignorante que queda en evidencia cuando habla,
Είναι ένας αδαής που γελοιοποιείται του όταν μιλάει,
rendirse a, ante la evidencia, παραδέχομαι το προφανές
evidenciar πρχ εξ-ιδ-ώνω κάτι> το κάνω φανερό
1. ρμ, καθιστώ εμφανές, αποδεικνύω, υποδεικνύω, φανερώνω,
Los documentos evidencian el acuerdo secreto entre las partes,
Τα έγγραφα καθιστούν εμφανή τη μυστική συμφωνία μεταξύ των μερών,
El análisis de datos evidencia la fuerte correlación entre ambas variables,
Η ανάλυση των δεδομένων αποδεικνύει την ισχυρή συσχέτιση μεταξύ των δύο μεταβλητών,
2. ραντ, φαίνομαι καθαρά, είμαι προφανής, εμφανής, εκδηλώνομαι,
Su nerviosismo se evidenció durante la entrevista,
Ο νευρικότητά του εκδηλώθηκε ή έγινε εμφανής κατά τη διάρκεια της συνέντευξης,
La diferencia de opiniones se evidencia en cada reunión,
Η διαφορά απόψεων είναι εμφανής σε κάθε συνάντηση
evidente 1. ε, προφανής, -ής, -ές, εμφανής, -ής, -ές, πασιφανής, -ής, -ές, έκδηλος, -η, -ο, φανερός, -ή, -ó, La diferencia entre ambos productos es evidente,
Η διαφορά μεταξύ των δύο προϊόντων είναι προφανής,
La tensión en el ambiente era evidente, Η ένταση στην ατμόσφαιρα ήταν εμφανής,
– ¿te gustaría ganar más? – ¡(es) evidente!
– θα ήθελες να κερδίζεις περισσότερα; – (είναι) προφανές> εννοείται!, βέβαια!, σαφώς!
evidentemente 1. επρ, εμφανώς, προφανώς, σαφώς, εννοείται,
Las políticas implementadas, evidentemente, han tenido un impacto positivo,
Οι εφαρμοσμένες πολιτικές, εμφανώς, είχαν θετικό αντίκτυπο
ver 1. α, αίσθηση όρασης
2. εμφάνιση, παρουσία, ¿Cómo es tu prima? – Es inteligente y además tiene buen ver,
Πώς είναι η ξαδέρφη σου; – Είναι έξυπνη και επίσης έχει καλή εμφάνιση, παρουσία,
es una chica de buen ver, είναι μια κοπέλα με καλή εμφάνιση,
Ese actor no es de mal ver, pero a mí no me gusta,
Αυτός ο ηθοποιός δεν είναι κακός στην εμφάνιση, αλλά δεν μου αρέσει
ή όψη πράγματος
3. εκφ, a mi, tu, su ver, μτφ, με την ματιά μου> κατά την άποψη μου, σου, του, της,
Bueno, a mi ver, la educación debe ser gratis para todos,
Λοιπόν, κατά την άποψη μου, η εκπαίδευση πρέπει να είναι δωρεάν για όλους
estar de buen ver, είμαι εμφανίσιμος, Ese actor está de buen ver,
Αυτός ο ηθοποιός είναι εμφανίσιμος
ver πρχ βερ> βλέπω ή από λατινικό vid-ere> βίντεο> έννοια του βλέπω και μεταφορές τους
πρχ β-ερ> εβ-ορώ> εφ-ορώ> βλέπω
1. ρμ, βλέπω με τα μάτια, ¿ves algo? βλέπεις κάτι;
los ciegos no ven, Οι τυφλοί δεν μπορούν να δουν,
lo he visto con mis propios ojos, το είδα με τα ίδια μου τα μάτια
nunca he visto cosa igual, δεν έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο
¿Quieres ver mi carro nuevo? Θέλεις να δεις το καινούργιο μου αυτοκίνητο;
2. βλέπω, παρακολουθώ, Se sentaron en el sofá a ver su programa de televisión favorito,
Κάθισαν στον καναπέ για να παρακολουθήσουν την αγαπημένη τους τηλεοπτική εκπομπή
Me gusta ir a ver los cuadros en el museo,
Μου αρέσει να πηγαίνω να βλέπω τους πίνακες στο μουσείο
He leído el libro, pero no he visto la película. ¿Es buena?
Έχω διαβάσει το βιβλίο, αλλά δεν έχω δει την ταινία. Είναι καλή;
ver la tele, βλέπω τηλεόραση
nunca veo esos programas, ποτέ δε βλέπω αυτά τα προγράμματα
3. βλέπω, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, συνειδητοποιώ,
¿Ves lo que te digo? Καταλαβαίνεις αυτό που σου λέω, τι εννοώ;
No veo por qué tengo que trabajar, Δεν βλέπω τον λόγο ή γιατί πρέπει να δουλέψω,
No vio la señal que había a la puerta y entró sin llamar,
Δεν είδε την πινακίδα που είχε στην πόρτα και μπήκε μέσα χωρίς να χτυπήσει,
tardé años en ver que me engañaba con otro,
μου πήρε χρόνια για να συνειδητοποιήσω ότι με απατούσε με άλλον,
ahora veo como son las cosas realmente,
Τώρα βλέπω πώς έχουν στην πραγματικότητα τα πράγματα,
¿no ves que te ama? δε βλέπεις ότι σε αγαπά;
es una manera de ver las cosas, είναι ένας τρόπος να βλέπεις τα πράγματα,
por lo que veo, no estás satisfecho, απ’ ó,τι βλέπω δεν είσαι ικανοποιημένος
yo no lo veo tan mal, εμένα δε μου φαίνεται τόσο κακό
ya Ιο veo todo claro, τώρα τα βλέπω όλα καθαρά
4. βλέπω, τσεκάρω, ελέγχω, Ve a ver quién está en la puerta,
Πήγαινε να δεις ποιος είναι στην πόρτα,
Tengo que ver cuánto dinero tengo en el banco,
Πρέπει να δω πόσα χρήματα έχω στην τράπεζα
5. βλέπω, είμαι μάρτυρας, έχω εμπειρία από κάτι,
Este campo vio la muerte de muchos durante la guerra,
Αυτό το πεδίο είδε τον θάνατο πολλών κατά τη διάρκεια του πολέμου
Mi abuelo ha visto cuatro guerras y sigue siendo optimista,
Ο παππούς μου έχει δει τέσσερις πολέμους και παραμένει αισιόδοξος
6. βλέπω στο μέλλον, φαντάζομαι, εικάζω, No la veo viviendo en otro país,
Δεν την βλέπω, την φαντάζομαι να ζει σε άλλη χώρα,
Estoy viendo que va a llover y no he recogido la ropa,
Βλέπω ότι θα βρέξει και δεν έχω βάλει τα ρούχα στη θέση τους,
estoy viendo que no acabamos hoy, βλέπω ότι δεν θα τελειώσουμε σήμερα
me sorprendió, porque no lo veía como médico,
με εξέπληξε, επειδή δεν τον έβλεπα ως γιατρό
7. βλέπω, εξετάζω κάτι με προσοχή, vamos a ver este asunto con calma,
πάμε να δούμε αυτό το θέμα με ψυχραιμία,
Veamos las ofertas, Ας δούμε τις προσφορές,
El semestre que viene veremos el impacto de las empresas sobre el medioambiente,
Το επόμενο εξάμηνο θα εξετάσουμε τον αντίκτυπο των εταιρειών στο περιβάλλον
Es importante ver todas las opciones antes de decidir,
Είναι σημαντικό να εξετάσουμε όλες τις επιλογές πριν αποφασίσουμε
8. βλέπω, κρίνω, θεωρώ, yo eso lo veo ridículo, εγώ αυτό το βλέπω γελοίο
9. βλέπω τι κάνω, κοιτάω, προσέχω, Ve lo que haces, no vayas a tropezar con la caja,
Κοίτα (καλά), Πρόσεχε τι κάνεις, μην σκοντάψεις στο κουτί
10. βλέπω, ασχολούμαι, καταγίνομαι, πραγματεύομαι,
hoy veremos el tema del aborto, σήμερα θα ασχοληθούμε με το θέμα της έκτρωσης
11. βλέπω, επισκέπτομαι, ven a vernos cuando quieras, έλα να μας δεις όποτε θέλεις
Mañana voy a ver a mi amigo, Αύριο θα πάω να δω τον φίλο μου
12. ιατ, βλέπω, εξετάζω, No te preocupes, la enfermera te dirá a qué hora te verá el médico,
Μην ανησυχείς, η νοσοκόμα θα σου πει τι ώρα θα σε εξετάσει ο γιατρός
13. στα χαρτιά, βλέπω, las veo, τα βλέπω,
veo tus cien y pongo cien más, βλέπω τα εκατό σου και βάζω άλλα εκατό
14. νομ, εξετάζω, El magistrado está viendo el caso del asesinato de los dos niños,
Ο δικαστής εξετάζει την υπόθεση της δολοφονίας των δύο παιδιών
15. μαζί με μετοχή, βλέπω, han visto mermada su fortuna,
είδαν την περιουσία τους να συρρικνώνεται
16. εκφ, ahí donde la, lo, nos ves, είτε το πιστεύεις είτε όχι,
como si lo viera, σαν να το βλέπω μπροστά μου,
estar, quedar por ver, μένει να δούμε ή μένει να φανεί,
Queda por ver si el nuevo plan de la empresa funcionará,
Μένει να δούμε ή να φανεί αν το νέο σχέδιο της εταιρείας θα λειτουργήσειμ
eso está por ver, αυτό θα το δούμε
¡habrase visto! οικ, για κάτι αρνητικό, που το έχεις δει αυτό!, απίστευτο! δεν έχει ξαναγίνει,
¡No solo perdió, sino que culpó al entrenador! ¡Habrase visto!
Όχι μόνο έχασε, αλλά κατηγόρησε και τον προπονητή! Δεν έχει ξαναγίνει!
habría que ver, πρέπει να το δούμε, θα δούμε, θα έπρεπε, πρέπει να δούμε κάτι,
Para saber si el plan es viable, habría que ver los costes de producción,
Για να μάθουμε αν το σχέδιο είναι βιώσιμο, θα έπρεπε να δούμε τα κόστη παραγωγής,
hay que verlo para creerlo, πρέπει να το δεις για να το πιστέψεις,
hacer ver, κάνω να δει, καταλάβει, να πάρει χαμπάρι κάποιος κάτι
ή κάνω να φανεί, δείχνω, προσποιούμαι,
hacía ver que trabajaba, pero se lo hacían todo sus colaboradores,
προσποιούνταν ότι δούλευε, αλλά του τα έκαναν όλα οι συνεργάτες του,
hacerle ver algo a alguien, κάνω κάποιον να δει, να καταλάβει κάτι,
La evidencia le hizo ver la verdad, Τα στοιχεία τον έκαναν να δει την αλήθεια,
Es difícil hacerle ver a un niño que su comportamiento está mal,
Είναι δύσκολο να κάνεις ένα παιδί να καταλάβει ότι η συμπεριφορά του είναι λάθος,
hazte ver por un médico, πήγαινε να σε δει ένας γιατρός,
¿lo ves! κατάλαβες;, βλέπεις;
no poder ver a alguien, οικ, δε θέλω να δω κάποιον
no veas… ή que no veas > δεν φαντάζεσαι, δεν πάει το μυαλό σου, για να δώσω έμφαση,
tengo un trabajo que no veas, έχω μια δουλειά που δεν πάει το μυαλό σου,
¡no veas qué rápido! δε φαντάζεσαι πόσο γρήγορο!
quedarse a verlas venir, μένω χωρίς τίποτα, μένω απένταρος
si no lo veo no lo creo, αν δεν το δω δεν το πιστεύω
verlo todo negro, τα βλέπω όλα μαύρα
ver venir, βλέπω να έρχεται κάτι, το προαισθάνομαι, το περιμένω,
El político no la vio venir, el resultado de la votación lo tomó por sorpresa,
Ο πολιτικός δεν το είδε να έρχεται το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας τον αιφνιδίασε,
lo veía venir, το έβλεπα να έρχεται,
volver a ver, ξαναβλέπω
ya verás lo que es bueno, οικ, τώρα θα δεις, θα δεις τι εστί βερίκοκο, θα δεις τι θα πάθεις,
Si no dejas de molestar a tu hermano, ya verás lo que es bueno cuando lleguemos a casa,
Αν δεν πάψεις να ενοχλείς τον αδερφό σου, θα δεις τι θα πάθεις όταν φτάσουμε σπίτι,
(y) si te he visto no me acuerdo, πού σε είδα, πού σε ξέρω, δεν σε ξέρω ή δεν σε θυμάμαι,
Desde que heredó la fortuna, aplica la ley del “si te he visto no me acuerdo,
Από τότε που κληρονόμησε την περιουσία, εφαρμόζει τον κανόνα «δεν σε ξέρω ή
πού σε είδα, πού σε ξέρω»
1. ρα, βλέπω, Amanecí esta mañana y no podía ver,
Ξημέρωσα σήμερα το πρωί και δεν μπορούσα να δω
2. βλέπω, κοιτάω, παρατηρώ, Mamá, ¡ve! Puedo manejar el coche yo solito,
Μαμά, κοίτα, δες! Μπορώ να οδηγήσω το αυτοκίνητο μόνος μου
3. βλέπω, ελέγχω, τσεκάρω, ¿Tenemos papel sanitario? Déjame ver,
Έχουμε χαρτί υγείας; Άσε με να δω
4. βλέπω ένα ζήτημα, ¿Podemos ir a la playa mañana? – Veremos,
Μπορούμε να πάμε στην παραλία αύριο; – Θα δούμε.
5. βλέπω νοητικά, καταλαβαίνω, ¿Ya ves? – No, no veo. Explícame de nuevo la situación,
Βλέπεις; – Όχι, δεν βλέπω. Εξήγησέ μου ξανά την κατάσταση
6. στα χαρτιά, τα βλέπω, ¡veo! τα βλέπω!
7. ver de, βλέπω για κάτι> κοιτάω να, προσπαθώ, Veremos de arreglar el fregadero mañana,
Θα κοιτάξουμε, προσπαθήσουμε να φτιάξουμε τον νεροχύτη αύριο
Ve de conseguir las entradas antes de que se agoten,
Προσπάθησε να βρεις τα εισιτήρια πριν εξαντληθούν
8. εκφ, verás, verá, veréis ή verán, θα δεις, δει, δείτε ή θα δουν,
verás, esto es muy sencillo, θα δεις, αυτό είναι πολύ απλό,
ή σαν απειλή, προειδοποίηση, cásate y verás, παντρέψου και θα δεις (την γλύκα)
a más ver, στο επανιδείν, τα λέμε,
¡hasta más ver! στο επανιδείν!, τα λέμε!
a ver, για να δω, για να δούμε, A ver, ¿qué dice aquí? Για να δω, τι γράφει εδώ;
ή για να δούμε λοιπόν, ¿quién sigue en la lista?
Για να δούμε λοιπόν, ποιος ακολουθεί, είναι ο επόμενος στη λίστα;
ή σα πρόκληση, για να σε δω! άντε να σε δω, Dices que puedes levantar esa caja, ¡a ver!
Λες ότι μπορείς να σηκώσεις αυτό το κουτί, για να σε δω!
¿a ver? λοιπόν; για να δούμε
a ver si, για να δούμε αν, se lo pregunté a ver si lo sabía, τον ρώτησα για να δω αν το ήξερε,
darse a ver, δίνω το παρών, δείχνω, φαίνομαι, εμφανίζομαι, γίνομαι ορατός,
Después de semanas escondido, el famoso criminal finalmente se dio a ver,
Μετά από εβδομάδες κρυμμένος, ο διάσημος εγκληματίας τελικά εμφανίστηκε
La cumbre del volcán solo se da a ver cuando el cielo está totalmente despejado,
Η κορυφή του ηφαιστείου γίνεται ορατή μόνο όταν ο ουρανός είναι τελείως καθαρός, dejarse ver, εμφανίζομαι, Desde que cambió de trabajo, se deja ver muy poco por el barrio,
Από τότε που άλλαξε δουλειά, εμφανίζεται πολύ λίγο στη γειτονιά,
deje que vea, άσε να δω
¡hay que ver! για να δώσεις έμφαση, που να δεις! ¡Hay que ver qué rápido crece este niño! Που να δεις πόσο γρήγορα μεγαλώνει αυτό το παιδί
ή απίστευτο, Han subido el precio otra vez. ¡Hay que ver!
Ανέβασαν την τιμή πάλι. Είναι απίστευτο!
no tener nada que ver con, δεν έχει να κάνει, δεν έχει καμία σχέση με κάτι, κάποιον,
no tiene nada que ver que seas el gerente para que grites a los trabajadores,
δεν έχει να κάνει το ότι είσαι ο διευθυντής ώστε να φωνάζεις στους εργάτες
¡no veas! απίστευτο!
¡para que veas! για να δεις!
que no veas, δε φαντάζεσαι, ¡tengo un miedo que no veas! δε φαντάζεσαι πόσο φοβάμαι!
que no veo, οικ, που δε βλέπω, tengo un hambre que no veo,
έχω μια πείνα που δε βλέπω (μπροστά μου)
tener que ver algo, alguien con algo, alguien, έχει να κάνει, δει, σχέση με κάτι, με κάποιον,
tener que ver algo, alguien en algo, έχει να κάνει, δει, σχέση με κάτι, με κάποιον,
no tengo nada que ver en este asunto, δεν έχω καμία σχέση με αυτή την υπόθεση
¿ves! βλέπεις;, κατάλαβες;
¡ya ves! va!, ορίστε!
verse 1. ραντ, βλέπομαι, κοιτάζομαι, verse en el espejo, κοιτάζομαι στον καθρέφτη,
Me quiero ver en el espejo a ver cómo me queda el corte de pelo,
Θέλω να κοιταχτώ στον καθρέφτη για να δω πώς μου φαίνεται το κούρεμα
2. με φαντάζομαι, με βλέπω, No me veo trabajando aquí de por vida,
Δεν βλέπω τον εαυτό μου να εργάζεται εδώ μια ζωή,
No me puedo ver casado, Δεν μπορώ να με φανταστώ παντρεμένο
3. κυρ, μτφ, φαίνομαι, δείχνω, me veo más delgado, με βρίσκω πιο αδύνατο,
la ciudad se ve desde aquí, η πόλη φαίνεται από εδώ,
El carácter del padre se ve en el hijo, Ο χαρακτήρας του πατέρα φαίνεται στον γιο,
Se ve que tendremos elecciones pronto, Φαίνεται ότι θα έχουμε εκλογές σύντομα,
Te ves muy bien con ese color, Φαίνεσαι πολύ ωραίος με αυτό το χρώμα,
Después del despido, se vio abatido, Μετά την απόλυση, φάνηκε πεσμένος,
4. βλέπομαι με κάποιον, συναντιέμαι, ¿dónde nos vamos a ver? πού θα ειδωθούμε;
nos vemos mañana y lo comentamos, ¿vale? θα ειδωθούμε αύριο και το συζητάμε, εντάξει;
nos vimos en una cafetería para negociar el contrato de trabajo,
συναντηθήκαμε σε μια καφετέρια για να διαπραγματευτούμε τη σύμβαση εργασίας,
5. με μετοχή, βλέπω τον εαυτό μου> βρίσκομαι σε κατάσταση, μέρος,
Él se vio rodeado de enemigos, Βρέθηκε περικυκλωμένος από εχθρούς
ή γίνεται ρήμα, se vieron obligados a huir, υποχρεώθηκαν να το σκάσουν
6. εκφ, ser digno de verse, αξίζει να το δεις,
¡nos vemos! στο επανιδείν!, τα λέμε!
se ve que, φαίνεται ότι,
“véase…” «βλέπε», véase página 20, βλέπε σελίδα 20,
vérselas con alguien, βλέπομαι με κάποιον με αντίθετη άποψη= έχω να κάνω με κάποιον,
έρχομαι σε αντιπαράθεση με, Si me denuncias, te las verás con mi equipo de abogados,
Αν με καταγγείλεις, θα έχεις να κάνεις με την ομάδα των δικηγόρων μου,
ή συγκρούομαι με, se las vio con su gerente porque le menospreciaba,
Συγκρούστηκε με το διευθυντή του επειδή τον υποτιμούσε,
vérselas y deseárselas, τα βλέπω δύσκολα, τα βρίσκω μπαστούνια, είδαμε κι πάθαμε,
περάσαμε χίλια μύρια, μου βγαίνει το λάδι για να πετύχω κάτι,
Para sacar adelante la empresa durante la crisis, nos las vimos y nos las deseamos,
Για να βγάλουμε την εταιρεία πέρα κατά τη διάρκεια της κρίσης, είδαμε κι πάθαμε
El fontanero se las ha visto y deseado para encontrar la fuga de agua,
Ο υδραυλικός είδε κι έπαθε για να βρει τη διαρροή νερού,
hace mucho que no nos vemos, έχει πολύ καιρό, πάει πολύς καιρός που δε βλεπόμαστε
¡aquí se ve cada cosa! και τι δε βλέπεις εδώ!
veo-veo, veoveo 1. α, παιδικό παιχνίδι στο οποίο ένας παίκτης ξεκινά με τη φράση
«βλέπω κάτι που αρχίζει από το γράμμα…», βλέπω, βλέπω…
¡Veo-veo! Βλέπω-βλέπω, ¿Qué ves? Τι βλέπεις;
Una cosita, Ένα πραγματάκι, ¿Qué cosita es? Τι πραγματάκι είναι;
Empieza por la letra P. Αρχίζει από το γράμμα Π,
¿Es una puerta? Είναι μια πόρτα;
bienteveo 1. α, πρχ καλά-σε-βλέπω= καλύβα υπερυψωμένη, βίγλα σε αμπέλι
entrever πρχ εντρε-βερ> εν-τρια-βλέπω ή ενδο-βλέπω, μισο-βλέπω
1. ρμ, διακρίνω, A través de la cortina, solo entrevimos la silueta de un hombre,
Μέσα από την κουρτίνα, διακρίναμε μόνο τη σιλουέτα ενός άντρα
2. βλέπω αμυδρά, Con la poca luz, solo podía entrever las formas de los muebles,
Με το λιγοστό φως, μπορούσα μόνο να βλέπω αμυδρά τα σχήματα των επίπλων
3. μτφ, διακρίνω, αντιλαμβάνομαι, μαντεύω, εικάζω, διαβλέπω,
En sus palabras, entrevimos la intención de abandonar el proyecto,
Στα λόγια του, διακρίναμε την πρόθεση να εγκαταλείψει το σχέδιο
4. ραντ, διακρίνομαι, φαίνομαι αμυδρά, el faro se entreveía en el horizonte,
o φάρος διακρινόταν στον ορίζοντα
5. μτφ, διαφαίνομαι, no se entrevé ninguna solución a corto plazo,
δεν διαφαίνεται καμία λύση βραχυπρόθεσμα
6. εκφ, dejar entrever algo, αφήνω να διαφανεί κάτι, αφήνω να εννοηθεί, υπαινίσσομαι,
El ministro dejó entrever su intención de dimitir en su discurso,
Ο υπουργός άφησε να εννοηθεί η πρόθεσή του να παραιτηθεί στην ομιλία του
trasver 1. ρμ, πρχ δι-ορώ ή δια-βλέπω> βλέπω μέσα από κάτι, διακρίνω,
puedo trasver su figura a través de la cortina,
μπορώ να δω τη φιγούρα της μέσα από την κουρτίνα
2. μτφ, βλέπω λανθασμένα κάτι, κάνω λάθος, δεν εκτιμώ σωστά
veedor πρχ βεε-δορ> βλεπ-τηρ-ας
1. α, επιθεωρητής
2. σνθ, veedor de caminos, επιστάτης οδοποιίας,
veedor de vianda, τραπεζοκόμος των ανακτόρων
veeduría 1. θ, επιστασία οδοποιίας
2. γραφείο του επιθεωρητή ή επιστάτη οδοποιίας
πρχ βίζα > έγγραφο πιστοποίησης, έννοια βλέψης, εικόνας ατόμου
visado 1. α, βίζα, Si no me dan el visado no puedo ir a trabajar a los Estados Unidos,
Αν δεν μου δώσουν την βίζα, δεν μπορώ να πάω να εργαστώ στις Ηνωμένες Πολιτείες
2. πράξη του visar, επικύρωση, θεώρηση διαβατηρίου, εγγράφου,
tiene el pasaporte lleno de visados, Το διαβατήριο του είναι γεμάτο από θεωρήσεις
3. σνθ, visado de entrada, salida, βίζα εισόδου, εξόδου,
visado de residencia, άδεια παραμονής
visar πρχ βισαρ> βλέψη> βλέπσω> να επι-βλέψω κάτι ή να βλέψω προς ένα στόχο
1. ρμ, επικυρώνω, θεωρώ διαβατήριο ή άλλο έγγραφο για κάποια χρήση,
Antes de viajar, tienes que ir a la embajada para visar el pasaporte,
Πριν ταξιδέψεις, πρέπει να πας στην πρεσβεία για να θεωρήσεις το διαβατήριο σου
El certificado debe visarse en el ministerio,
Το πιστοποιητικό πρέπει να επικυρωθεί στο υπουργείο
2. στοχεύω διόπτρα προς ένα σημείο για πολυβολητή ή τοπογράφο
vis a vis 1. α, καναπές βιζαβί
2. τετ α τετ
3. κλειστός ιδιαίτερος χώρος επισκεπτηρίου σε φυλακή
4. εκφ, tener un vis a vis con alguien, έχω μια κατ’ ιδίαν συνομιλία με κάποιον,
ενώπιος ενωπίω
visaje 1. α, μτφ, βισ-αχε> βλέψη-έχω στο πρόσωπο= γκριμάτσα, μορφασμός,
hacer visajes, κάνω γκριμάτσες, μορφασμούς,
Al escuchar la noticia, no pudo evitar hacer un visaje de sorpresa,
Ακούγοντας το νέο, δεν μπόρεσε να αποφύγει να κάνει ένα μορφασμό έκπληξης
2. τικ, κίνηση προσώπου λόγω αρρώστιας
visera πρχ βισ-ερα> βλεψη-ερα> βλεπτ-ήριο> γείσο για να βλέπω χωρίς να με ενοχλεί φως
πρχ β-ισερα> γ-εισ-ερα
1. θ, γείσο καπέλου, κράνους, Se puso la gorra y ajustó la visera para tapar el sol,
Φόρεσε το καπέλο και ρύθμισε το γείσο για να καλύψει τον ήλιο
se puso la mano a modo de visera, έβαλε το χέρι του εν είδει γείσου,
la visera del casco, το γείσο του κράνους,
2. σκιάδιο, αλεξήλιο αμαξιού, guardó el ticket del aparcamiento en la visera del coche, φύλαξε το απόκομμα του παρκινγκ στο αλεξήλιο του αυτοκινήτου
3. αθλ, γείσο με λάστιχο, La tenista se sacó la visera y se limpió el sudor de la frente,
Η τενίστα έβγαλε το γείσο της και σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπο της
4. παρατηρητήριο περιστερών
5. ιστ, προσωπείο, κινητή όψη κράνους που κάλυπτε τα μάτια του ιππότη,
El caballero bajó la visera antes de entrar en combate,
Ο ιππότης κατέβασε το προσωπείο πριν μπει στη μάχη
6. κομμάτι υφάσματος που προστατεύει την είσοδο στις σκηνές
7. εκφ, calar, calarse la visera, κατεβάζω το γείσο
visillo 1. α, κουρτινάκι, κουρτινούλα
visita πρχ βίζιτα> επίσκεψη
1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του visitar, επίσκεψη, fuimos de visita a casa de unos familiares,
πήγαμε για επίσκεψη στο σπίτι κάποιων συγγενών
no me quedaré, estoy sólo de visita, δε θα μείνω, είμαι μόνο για μια σύντομη επίσκεψη
2. άτομο που κάνει επίσκεψη, επισκέπτης, -ια, επίσκεψη, επισκέψεις, μουσαφίρης,
La visita se quedó solamente por cinco minutos, pero pareció una hora,
Η επισκέπτρια παρέμεινε μόνο πέντε λεπτά, αλλά φάνηκε μια ώρα,
Tengo visita esta noche, así que no puedo salir,
Έχω επισκέψεις απόψε, οπότε δεν μπορώ να βγω,
El mayordomo recibió a las visitas y las condujo a la sala de estar,
Ο μπάτλερ υποδέχτηκε τους επισκέπτες και τους οδήγησε στο σαλόνι
3. επίσκεψη σε χώρο, Haremos una visita al museo mañana,
Θα κάνουμε μια επίσκεψη στο μουσείο αύριο
4. ιατ, επίσκεψη, el doctor me cobró 50 euros por la visita,
o γιατρός με χρέωσε 50 ευρώ για την επίσκεψη,
El médico hace visitas a domicilio. Ο γιατρός κάνει επισκέψεις κατ’ οίκον
5. πλφ, επίσκεψη, Mi sitio web ha tenido más de 10,000 visitas en un mes,
Η ιστοσελίδα μου είχε πάνω από δέκα χιλιάδες επισκέψεις σε ένα μήνα
6. επίσκεψη για επιθεώρηση, estamos esperando la visita del inspector del gas,
περιμένουμε την επίσκεψη του επιθεωρητή φυσικού αερίου
7. σνθ, visita de cumplido, de cortesía, επίσκεψη αβροφροσύνης
recibir visitas, έχω επισκέψεις
visita de médico, οικ, σύντομη επίσκεψη
visita de pésame, επίσκεψη συλλυπητηρίων
visita guiada, επίσκεψη με ξενάγηση
visita médica, ιατρική επίσκεψη
visita relámpago, επίσκεψη αστραπή
visita turística, τουριστική επίσκεψη
tarjeta de visita, καρτ βιζίτ, επισκεπτήριο
horario de visitas, ωράριο επισκέψεων
8. εκφ, devolverle a alguien una visita, ανταποδίδω μια επίσκεψη σε κάποιον,
hacerle una visita a alguien, επισκέπτομαι κάποιον
ir de visitas, πάω για επίσκεψη, πηγαίνω επίσκεψη, fue de visitas a su madre,
πήγε επίσκεψη στην μητέρα του
pasar visita, δέχομαι επισκέψεις, el médico no pasa visita por la tarde,
o γιατρός δε δέχεται επισκέψεις το βράδυ
tener visita, visitas, έχω επισκέψεις
visitar 1. ρμ, επισκέπτομαι χώρο, Estamos planeando visitar las ruinas mayas,
Σχεδιάζουμε να επισκεφθούμε τα ερείπια των Μάγια
2. επισκέπτομαι κάποιον, πηγαίνω, πραγματοποιώ επίσκεψη σε κάποιον,
Visitaré a mis abuelos este fin de semana,
Θα επισκεφθώ τους παππούδες μου αυτό το Σαββατοκύριακο
Es importante visitar a los enfermos en el hospital,
Είναι σημαντικό να επισκεπτόμαστε τους ασθενείς στο νοσοκομείο
3. ιατ, δέχομαι ασθενή, el médico me visitó en su consulta,
o γιατρός με δέχτηκε στο ιατρείο του
4. κάνω κατ’ οίκον επισκέψεις σε ασθενείς, el doctor no visita esta tarde,
o γιατρός δεν κάνει κατ’ οίκον επισκέψεις απόψε
cuando el médico visitó a mi padre ya era tarde,
όταν ο γιατρός επισκέφτηκε τον πατέρα μου ήταν ήδη αργά.
5. επισκέπτομαι για επιθεώρηση, έλεγχο κάποιο χώρο,
Antes de comprar, debemos visitar varias casas,
Πριν αγοράσουμε, πρέπει να επισκεφθούμε πολλά σπίτια,
La agencia reguladora vino a visitar las instalaciones de la fábrica,
Η ρυθμιστική αρχή ήρθε να επιθεωρήσει τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου
6. θρη, για Θεό, επισκέπτομαι, στέλνω μήνυμα, Lo visitó Dios, Τον επισκέφτηκε ο Θεός
ή επισκέπτομαι, πάω σε ναό, Cada domingo, visitamos la iglesia para asistir a la misa,
Κάθε Κυριακή πηγαίνουμε στην εκκλησία για να παρακολουθήσουμε τη λειτουργία
7. πλφ, επισκέπτομαι, nos pidió que también visitáramos su página web,
μας ζήτησε να επισκεπτόμασταν και την ιστοσελίδα του
8. μτφ, πληροφορούμαι προσωπικά για κάτι
9. ραντ, επισκέπτομαι ιατρείο, κλινική, εξετάζομαι, πηγαίνω για ιατρική εξέταση,
Las personas con mucho dinero están visitándose a clínicas especializadas y exclusivas,
Τα άτομα με πολύ χρήμα επισκέπτονται εξειδικευμένες και αποκλειστικές κλινικές,
ayer fui a visitarme y el médico me dio una receta,
χθες πήγα να εξεταστώ και ο γιατρός μού έγραψε μια συνταγή
10. για φυλακισμένο, να πάει στην επίσκεψη, επιθεώρηση του δικαστή στην φυλακή για να παρουσιάσει το αίτημα του
visiteo 1. α, οικ, συνήθεια να κάνω ή να δέχομαι επισκέψεις, ανταλλαγή επισκέψεων,
le gusta mucho el visiteo, του αρέσει πολύ η ανταλλαγή επισκέψεων,
Tanto visiteo no me deja tiempo para trabajar,
Τόσες πολλές επισκέψεις δεν μου αφήνουν χρόνο να δουλέψω
visitación 1. θ, θρη, Υπαπαντή
visitador, ra 1. ε, α θ, πρχ επισκεπτήριος, -α, -ο ή επισκεπτικός, -ή, -ό,
που επισκέπτεται συχνά, συχνός επισκέπτης
Camila era visitadora habitual de las tiendas más caras del centro,
Η Καμίλα ήταν συχνή επισκέπτρια των πιο ακριβών μαγαζιών του κέντρου
2. α θ, δημόσιος επιθεωρητής, -ια, Sandra es visitadora de la contraloría municipal,
Η Σάντρα είναι επιθεωρήτρια στο γραφείο του δημοτικού ελεγκτή
3. ιατ, ιατρικός ή φαρμακευτικός επισκέπτης,
El visitador médico dejó información sobre el nuevo fármaco,
Ο ιατρικός επισκέπτης άφησε πληροφορίες για το νέο φάρμακο
visitero, ra 1. ε, α θ, πρχ βιζιτ-άρικος= που επισκέπτεται συχνά
visitante 1. ε, πρχ ο επισκέπτων= που επισκέπτεται, πραγματοποιεί επίσκεψη,
alumnos visitantes, μαθητές που επισκέπτονται
2. α θ, επισκέπτης, -ια, Murcia sorprende a los visitantes y turistas por su cultura,
Η Μούρθια εκπλήσσει τους επισκέπτες και τουρίστες με τον πολιτισμό της,
Cada año el museo recibe millones de visitantes de todo el mundo,
Κάθε χρόνο το μουσείο δέχεται εκατομμύρια επισκέπτες από όλο τον κόσμο
Los visitantes deben seguir las reglas de seguridad del parque,
Οι επισκέπτες πρέπει να ακολουθούν τους κανόνες ασφαλείας του πάρκου
Un visitante inesperado tocó a la puerta, Ένας απρόσμενος επισκέπτης χτύπησε την πόρτα
3. ε, α θ, αθλ, φιλοξενούμενος, -η, -o, equipo visitante, φιλοξενούμενη ομάδα,
los visitantes jugaron mejor, οι φιλοξενούμενοι έπαιξαν καλύτερα
4. α, μτφ, ψείρα, παράσιτο στο κεφάλι, tengo una niña con la cabeza llena de visitantes,
έχω ένα κοριτσάκι με το κεφάλι του γεμάτο ψείρες
televisor 1. α, τηλεόραση
retrovisor 1. α, καθρέφτης οπισθοπορείας
visor 1. α, σκόπευτρο κάμερας, φωτογραφικής μηχανής,
En esta cámara puedes usar ya sea el visor o la pantalla LCD para ver la imagen,
Με αυτήν την κάμερα μπορείτε να χρησιμοποιήσετε είτε το σκόπευτρο είτε την οθόνη LCD για να δείτε την εικόνα
2. στόχαστρο, σκόπευτρο όπλου, Jorge miró por el visor, apuntó y disparó en el blanco,
Ο Χόρχε κοίταξε μέσα από το σκόπευτρο, σημάδεψε και πυροβόλησε τον στόχο
3. οθόνη καντράν, ντισπλέι, en el visor del teléfono aparece el número,
στην οθόνη του τηλεφώνου φαίνεται ο αριθμός
4. σνθ, visor de diapositivas, προβολέας διαφανείων, προτζέκτορας
viso 1. α, πρχ βισο> βλέψη από κάτι= ανταύγεια ή ιριδισμός υφάσματος, υλικού,
La tela de seda presenta visos verdes y azules al moverse,
Το μεταξωτό ύφασμα παρουσιάζει πράσινους και γαλάζιους ιριδισμούς όταν κινείται
2. λάμψη, αντανάκλαση σε επιφάνεια, El agua del lago hacía visos plateados con la luna,
Το νερό της λίμνης έκανε ασημένιες αντανακλάσεις με το φεγγάρι
3. φόδρα, μεσοφόρι, για να μην βλέπει κάποιος μέσα από το διάφανο ρούχο,
Si el vestido es muy claro, es obligatorio llevar un viso debajo,
Εάν το φόρεμα είναι πολύ διάφανο, είναι υποχρεωτικό να φορέσετε μεσοφόρι
3. ύψωμα, σημείο για να βλέπεις από ψηλά, Desde ese viso se ve toda la ciudad,
Από αυτό το ύψωμα βλέπεις ολόκληρη την πόλη
4. μτφ, όψη, ίχνος, στοιχείο, σημάδια, ένδειξη, Su actitud tenía un viso de cinismo,
Η στάση του είχε μια όψη κυνισμού,
La crisis tiene visos de resolverse pronto, Η κρίση έχει ίχνη ότι θα επιλυθεί σύντομα,
esta ocupación carece de todo viso de legalidad,
αυτή η απασχόληση στερείται κάθε στοιχείου νομιμότητας
El accidente de tránsito tenía visos de haber sido provocado por negligencia,
Το τροχαίο ατύχημα είχε ενδείξεις πως προκλήθηκε από αμέλεια,
no hay visos de esperanza, δεν υπάρχουν σημάδια ελπίδας
5. σνθ, viso cambiante, μεταβλητό χρώμα
6. εκφ, a dos visos, με δύο όψεις, διττός, δίκοπος
de viso, περιωπής, εξέχων, persona de viso, άτομο περιωπής
juzgar de viso, κρίνω ιδίοις όμμασι, εξ όψεως,
el comité médico juzgó de viso que no era apto,
η ιατρική επιτροπή έκρινε ιδίοις όμμασι ότι δεν ήταν κατάλληλος
tener visos de algo, έχω, περιέχω στοιχεία από κάτι
avisar πρχ α-βισαρ> προσ-βλέπω> κάνω να βλέπει κάποιος προς κάτι ή να ρίξει το βλέμμα
1. ρμ, ειδοποιώ, προειδοποιώ, προλαμβάνω, προϊδεάζω, πληροφορώ για κάτι,
Nos avisaron del riesgo de inundación en la costa,
Μας προειδοποίησαν για τον κίνδυνο πλημμύρας στην ακτή,
Te aviso que la tienda abre a las 9:00, Σε πληροφορώ ότι το κατάστημα ανοίγει στις 9:00,
El guía avisó a los turistas de la presencia de serpientes,
Ο ξεναγός προειδοποίησε τους τουρίστες για την παρουσία φιδιών,
vino sin avisar, ήρθε χωρίς να ειδοποιήσει
Te han avisado y debes corregirte si no quieres perder tu empleο,
Σε έχουν προειδοποιήσει και πρέπει να διορθωθείς αν δεν θέλεις να χάσεις τη δουλειά σου
2. ειδοποιώ μέσω τηλεφώνου, τηλεφωνώ, καλώ για ειδοποίηση, ενημέρωση,
han avisado al médico porque el enfermo había empeorado,
κάλεσαν τον γιατρό επειδή η κατάσταση του ασθενούς είχε επιδεινωθεί
avisaremos a los bomberos, θα τηλεφωνήσουμε στην πυροσβεστική
3. ενημερώνω, Por favor, avísame si hay algún cambio en el horario,
Παρακαλώ, ενημέρωσε με αν υπάρξει κάποια αλλαγή στο ωράριο, πρόγραμμα
¿Le avisaste a tu madre de que llegaremos tarde?
Την ενημέρωσες τη μητέρα σου ότι θα φτάσουμε αργά, θα αργήσουμε;
4. εκφ, el que avisa no es traidor haz lo que quieras, pero el que avisa no es traidor
κάνε ó, τι θες, αλλά μην πεις ότι δε σε προειδοποίησα
estar avisado, είμαι ενήμερος, haz lo que quieras, pero ya estás avisado,
κάνε ó, τι θες, μόνο μην πεις ότι δεν το ’ξερες
aviso 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του avisar, ειδοποίηση, προειδοποίηση, ενημέρωση,
Tuvimos que evacuar por el aviso de bomba,
Χρειάστηκε να εκκενώσουμε λόγω της προειδοποίησης για βόμβα,
El aviso de inundaciones se marca con naranja en nuestra página web,
Οι προειδοποίηση για πλημμύρες επισημαίνονται με πορτοκαλί χρώμα στην σελίδα μας,
2. ανακοίνωση, Hay un aviso importante en la puerta del edificio,
Υπάρχει μια σημαντική ανακοίνωση στην πόρτα του κτιρίου
3. ειδοποίηση σε αεροδρόμιο, último aviso, τελευταία ειδοποίηση
4. μτφ, προειδοποίηση, ένδειξη, Llegó el temblor sin previo aviso,
έφτασε ο σεισμός χωρίς προηγούμενη ένδειξη
5. γραπτή ειδοποίηση, Recibí un aviso de que el agua iba a estar apagada,
Έλαβα ειδοποίηση ότι το νερό θα ήταν κλειστό, κομμένο,
carta de aviso, δελτίο αποστολής,
un aviso de Hacienda, μια ειδοποίηση της Εφορίας
6. κλήση, τηλεφώνημα, cuando la policía recibe el aviso, όταν η αστυνομία λάβει την κλήση
7. ναυ, εντολή
8. ταυ, ειδοποίηση που απευθύνεται από τον πρόεδρο της ταυρομαχίας προς τον ταυρομάχο όταν εκείνος δεν έχει σκοτώσει τον ταύρο μέσα στον προκαθορισμένο χρόνο
9. σνθ, aviso al público, ανακοίνωση στο κοινό
aviso de bomba, συναγερμός για βόμβα
aviso de denuncia, νομ, ειδοποίηση καταγγελίας
aviso de vencimiento, εμπ, ειδοποίηση λήξης προθεσμίας
aviso publicitario, διαφήμιση
9. εκφ, andar, estar sobre aviso, είμαι ειδοποιημένος, ετοιμασμένος, σε επιφυλακή,
ya está sobre aviso, no hace falta que le envíes el fax,
ήδη είναι ειδοποιημένος, δεν χρειάζεται να του στείλεις φαξ,
hasta nuevo aviso, μέχρι νεοτέρας, hasta nuevo aviso no hagas nada,
μέχρι νεοτέρας μην κάνεις τίποτα
poner sobre aviso, προειδοποιώ, ενημερώνω, nos puso sobre aviso acerca del juicio,
Μας ενημέρωσε για τη δίκη
sin previo aviso, άνευ προειδοποίησης, las tarifas están sujetas a cambio sin previo aviso,
οι τιμές μπορεί va αλλάξουν δίχως προειδοποίηση
contraaviso 1. α, νεώτερη ειδοποίηση, si no hay contraaviso,
αν δεν υπάρξει άλλη ειδοποίηση
preaviso 1. α, προειδοποιητική ανακοίνωση, προειδοποίηση, αναγγελία
2. σνθ, preaviso de despido, νομ, προειδοποίηση απόλυσης
preaviso de huelga, προειδοποίηση για κήρυξη απεργίας
preaviso legal, νόμιμη προειδοποίηση.
3. εκφ, dar un preaviso, προειδοποιώ, δίνω προειδοποίηση,
es obligatorio dar un preaviso de 48 horas,
είναι υποχρεωτικό να δοθεί προειδοποίηση 48 ώρες πριν
avisado, da πρχ βλεψ-ατος> που βλέπει καλά ή που έχει ειδοποιηθεί να προσέξει κάτι
1. ε, προειδοποιημένος, -η, -ο, ειδοποιημένος, -η, -ο ενημερωμένος, -η, -ο,
Están avisados: si ponen la música fuerte, voy a llamar a la policía,
Είναι ειδοποιημένοι: αν βάλουν την μουσική δυνατά, θα καλέσω την αστυνομία
2. μτφ, ξύπνιος, -α, -ο, οξυδερκής, -ές, -ή, καταρτισμένος, -η, -ο, κατατοπισμένος, -η, -ο,
es una persona avisada y por eso sabe que conviene poner una vela a Dios y otra al diablo,
είναι οξυδερκής άνθρωπος και γι’ αυτό ξέρει ότι βολεύει να τα έχεις καλά με όλους
Sé avisado y no aceptes esa oferta tan rápido,
Να είσαι ξύπνιος και να μην δεχτείς αυτή την προσφορά τόσο γρήγορα
3. συνετός, -ή, -ό, Julia es avisada y sabe cuándo tiene que hablar y cuándo quedarse callada,
Η Τζούλια είναι συνετή και ξέρει πότε πρέπει να μιλήσει και πότε να σιωπήσει
4. ταυ, για ταύρο, έμπειρος, -η, -ο, el toro avisado es un toro peligroso,
ένας έμπειρος ταύρος είναι ένας επικίνδυνος ταύρος
5. εκφ, mal avisado, da, ασύνετος, -η, -ο, απερίσκεπτος, -η, -ο, απρόσεκτος, -η, -ο,
Solo un mal avisado dejaría las llaves puestas,
Μόνο ένας ασύνετος θα άφηνε τα κλειδιά πάνω
avisador, ra 1. ε, προειδοποιητικός, -ή, -ό, mecanismos avisadores luminosos o acústicos,
μηχανισμοί προειδοποιητικοί φωτεινοί ή ακουστικοί
2. ε, α θ, καταγγέλλων, -ουσα, -ον, καταγγέλων, -ουσα
3. α, μηχανισμός προειδοποίησης, ειδοποίησης, ένδειξη, ανιχνευτής, συναγερμός,
El coche iba provisto con un avisador sonoro que pitaba si dejabas las luces encendidas,
Το αυτοκίνητο ήταν εξοπλισμένο με μια ηχητική συσκευή προειδοποίησης που σφύριζε αν άφηνες τα φώτα αναμμένα
¿Cómo funciona un avisador de radar GPS? Πώς λειτουργεί ένας ανιχνευτής ραντάρ GPS;
Cuando Manuel vio las llamas, disparó el avisador presionando un botón,
Όταν ο Μανουέλ είδε τις φλόγες, ενεργοποίησε τον συναγερμό πατώντας ένα κουμπί
4. α θ, αγγελιοφόρος, κλητήρας
avisadamente 1. επρ, λογικά, συνετά, φρόνιμα, σκόπιμα,
El negociador actuó avisadamente y consiguió un buen acuerdo,
Ο διαπραγματευτής ενήργησε φρόνιμα και πέτυχε μια καλή συμφωνία
Es necesario invertir avisadamente para asegurar el futuro,
Είναι απαραίτητο να επενδύουμε συνετά για να διασφαλίσουμε το μέλλον
desavisado, da 1. ε, α θ, αδαής, -ής, -ές, άκριτος, -η, -ο, ασύνετος, -η, -ο, άφρων, -ων, -ον, απερίσκεπτος, -η, -ο, El inversor desavisado perdió todos sus ahorros,
Ο ασύνετος επενδυτής έχασε όλες τις οικονομίες του
revisar πρχ ρε-βισαρ> περι-βλέπω
1. ρμ, αναθεωρώ, El parlamento votará para revisar la Constitución,
Το κοινοβούλιο θα ψηφίσει για να αναθεωρήσει το Σύνταγμα
Según el contrato, el banco puede revisar sus principales términos del contrato,
Σύμφωνα με τη σύμβαση, η τράπεζα μπορεί να αναθεωρήσει τους κύριους όρους της σύμβασης
2. ελέγχω, επαληθεύω, τσεκάρω, ¿Podría revisar mi cuenta, por favor?
Μπορείτε να ελέγξετε τον λογαριασμό μου, παρακαλώ;
El guía nos dijo que la policía revisaría los pasaportes uno por uno,
Ο ξεναγός μας είπε ότι η αστυνομία θα έλεγχε τα διαβατήρια ένα προς ένα,
Tienes que revisar el correo electrónico antes de enviarlo,
Πρέπει να ελέγξεις το email πριν το στείλεις
El mecánico vino a revisar la caldera, Ο μηχανικός ήρθε να τσεκάρει τον λέβητα
Debemos revisar la ortografía y la gramática del informe,
Πρέπει να ελέγξουμε την ορθογραφία και τη γραμματική της έκθεσης
3. εξετάζω, ερευνώ, επιθεωρώ, Nuestro abogado revisará el contrato antes de proceder,
Ο δικηγόρος μας θα εξετάσει τη σύμβαση πριν προχωρήσει
4. ιατ, εξετάζω
5. αυτ, τσεκάρω, κάνω σέρβις, siempre revisamos el coche antes de pasar la ITV,
Πάντα τσεκάρουμε το αυτοκίνητο πριν από τον έλεγχο ΚΤΕΟ
6. ελέγχω εισιτήρια
7. επικαιροποιώ, ενημερώνω, el gobierno ha estado revisando los datos del paro,
Η κυβέρνηση επικαιροποίησε τα στοιχεία για την ανεργία
revisión πρχ περι-βλεψη
1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του revisar
2. αναθεώρηση, La revisión de la ley laboral generó un gran debate,
Η αναθεώρηση του εργατικού νόμου προκάλεσε μεγάλη συζήτηση
3. έλεγχος, επαλήθευση, εξέταση, τσεκάρισμα, επιθεώρηση, έρευνα,
La policía encontró dos pistolas durante la revisión del lugar,
Η αστυνομία βρήκε δύο πιστόλια κατά την έρευνα στο χώρο,
Presiona F7 para iniciar la revisión de ortografía y estilo,
Πατήστε F7 για να ξεκινήσετε τον έλεγχο ορθογραφίας και στυλ
Puede pedir una revisión de su examen si piensa que hay justificación,
Μπορείτε να ζητήσετε επανεξέταση του διαγωνίσματος σας εάν πιστεύετε ότι υπάρχει λόγος για αυτό
4. ιατ, εξέταση, Tiene una revisión médica programada para el próximo mes,
Έχει προγραμματισμένη ιατρική εξέταση για τον επόμενο μήνα
5. αυτ, σέρβις, έλεγχος, En el taller le hicieron la revisión al auto y lo lavaron,
Στο συνεργείο του έκαναν το σέρβις στο αυτοκίνητο και το έπλυναν,
Llevé el coche al mecánico para que le haga la revisión de los frenos,
Πήγα το αυτοκίνητο στον μηχανικό για να του κάνει τον έλεγχο στα φρένα
6. έλεγχος εισιτηρίων
7. στρ, επιθεώρηση, συμβούλιο κρίσεων
8. σνθ, revisión médica, ιατρική εξέταση
revisionismo 1. α, τάση για αναθεώρηση σε κάτι= αναθεωρητισμός, ρεβιζιονισμός,
Sometieron a revisionismo la teoría de la evolución,
Υπέβαλαν τη θεωρία της εξέλιξης σε αναθεωρητισμό
revisionista 1. ε, α θ, αναθεωρητικός, -ή, -ό, ρεβιζιονιστικός, -ή, -ό, αναθεωρητής, -ια,
ρεβιζιονιστής, -ια
revisor, ra 1. ε, επιθεωρησιακός, -ή, -ό, ερευνητικός, -ή, -ό, εξεταστικός, -ή, -ό,
ελεγκτικός, -ή, -ό
2. α θ, ελεγκτής, -ια σε τρένο, λεωφορείο, evisor de autobuses, de trenes,
El revisor subió al tren pidiendo los billetes,
Ο ελεγκτής εισιτηρίων ανέβηκε στο τρένο ζητώντας τα εισιτήρια
3. επιμελητής, -ια, La editorial contrató a un revisor para su nueva colección,
Ο εκδοτικός οίκος προσέλαβε έναν επιμελητή για τη νέα του συλλογή
4. ελεγκτής, -ια, La empresa debe entregar los documentos al revisor externo,
Η εταιρεία πρέπει να παραδώσει τα έγγραφα στον εξωτερικό ελεγκτή
supervisar πρχ σουπερ-βλέψω> υπερ-βλέπω
1. ρμ, επιβλέπω, επιστατώ, El gerente tiene que supervisar la fase final de la obra,
Ο υπεύθυνος του έργου πρέπει να επιβλέπει την τελική φάση των εργασιών
Tu trabajo será supervisar al personal de limpieza,
Η δουλειά σου θα είναι να επιστατείς το προσωπικό καθαριότητας
el juez que supervisa el caso, ο δικαστής που επιβλέπει την υπόθεση,
2. επιτηρώ, επιθεωρώ, εποπτεύω, cada semana supervisan sus tareas,
κάθε εβδομάδα επιθεωρούν τις εργασίες τους,
La agencia se encarga de supervisar el cumplimiento de las normativas,
Η υπηρεσία επιφορτίζεται να εποπτεύει την τήρηση των κανονισμών
avizorar πρχ από avisar> προς-βλέπω, επι-βλέπω
1. ρμ, καιροφυλακτώ, κατασκοπεύω, παρακολουθώ, επιτηρώ,
El gato avizoraba a los pájaros desde la ventana,
Η γάτα παρακολουθούσε τα πουλιά από το παράθυρο
Avizoró a su marido y confirmó sus sospechas. Le estaba engañando,
Κατασκόπευσε τον άντρα της και επιβεβαίωσε τις υποψίες της. Την απατούσε
El vigilante se pasó la noche avizorando la entrada del puerto,
Ο φύλακας πέρασε τη νύχτα επιτηρώντας την είσοδο του λιμανιού
2. διακρίνω, διαβλέπω, Los analistas no avizoran una pronta recuperación económica,
Οι αναλυτές δεν διαβλέπουν μια άμεση οικονομική ανάκαμψη
3. αγναντεύω
avizor, a 1. ε, που επιτηρεί, προσέχει με το βλέμμα, παρατηρητικός, -ή, -ό,
Los ojos avizores del centinela, Τα παρατηρητικά μάτια του σκοπού
2. σκοπός, φρουρός, Colocaron un avizor en el acantilado para detectar movimientos,
Τοποθέτησαν έναν φρουρό στον γκρεμό για να εντοπίζει κινήσεις
supervisión 1. θ, επίβλεψη, επιστασία, επιτήρηση, επιθεώρηση, επόπτευση,
El proyecto se completó bajo mi supervisión directa,
Το έργο ολοκληρώθηκε υπό την άμεση επίβλεψη μου
La supervisión de calidad es esencial para la producción,
Η εποπτεία ποιότητας είναι ουσιώδης για την παραγωγή
Los niños necesitan supervisión constante de un adulto,
Τα παιδιά χρειάζονται συνεχή επίβλεψη από ενήλικα
supervisor, ra 1. ε, επιβλέπων, -ουσα, -ον, εποπτικός, -ή, -ό, επιθεωρησιακός, -ή, -ό,
los criterios establecidos por el organismo supervisor,
τα θεσπισμένα κριτήρια από την εποπτική αρχή
Los trabajos supervisores son realizados por un grupo de profesionales muy preparados,
Οι εποπτικές εργασίες εκτελούνται από μια ομάδα άρτια εκπαιδευμένων επαγγελματιών
2. α θ, που επιβλέπει, επόπτης, -ια, επιστάτης, -ια, επιβλέπων, -σα,
El supervisor del departamento aprobó nuestro informe,
Ο επιβλέπων του τμήματος ενέκρινε την έκθεση μας
Si hay algún error en el proceso, el supervisor es el responsable,
Εάν υπάρχει κάποιο σφάλμα στη διαδικασία, ο επόπτης είναι υπεύθυνος
Es el supervisor de ventas para toda la región,
Είναι ο επόπτης πωλήσεων για όλη την περιοχή
3. επιθεωρητής, -ια, el nuevo organigrama de los supervisores de la empresa,
το νέο οργανόγραμμα των επιθεωρητών της εταιρείας
4. επιτηρητής, -ια εξέτασης
vista πρχ από visita, visado > έννοια της βλέψης, όρασης, όψης και οι ιδιότητες τους
1. θ, αίσθηση όρασης, el sentido de la vista, ή αίσθηση της όρασης
Yo no necesito gafas, mi vista es perfecta,
Εγώ δεν χρειάζομαι γυαλιά, η όραση μου είναι τέλεια
La luz brillante daña la vista, Το έντονο φως βλάπτει την όραση
2. βλέμμα, ματιά, con la vista fija en el horizonte, με το βλέμμα καρφωμένο στον ορίζοντα
3. θέα, εικόνα, La vista desde aquí es impresionante, Η θέα από εδώ είναι εντυπωσιακή,
El mirador ofrece una vista panorámica de la ciudad,
Το παρατηρητήριο προσφέρει πανοραμική θέα της πόλης,
casa con vistas al mar, σπίτι με θέα στη θάλασσα
la vista de aquella escena me sobrecogió, η θέα εκείνης της σκηνής με συγκλόνισε,
la vista del accidente me ha traumatizado, Η εικόνα του ατυχήματος με έχει τραυματίσει
4. όψη, μορφή, este plato tiene muy buena vista, αυτό το πιάτο έχει πολύ ωραία όψη,
la vista del cielo anuncia lluvia, η όψη του ουρανού προμηνύει βροχή
5. μτφ, διαίσθηση, οξυδέρκεια, μάτι, es muy inteligente y tiene vista para las finanzas,
είναι πολύ έξυπνος και έχει μάτι για τα οικονομικά,
tiene vista para los negocios, έχει διαίσθηση στις επιχειρήσεις
6. αθλ, ακροαματική διαδικασία, se abre la vista, άρχεται η ακροαματική διαδικασία, testigo de vista, αυτόπτης μάρτυρας
La vista del caso ha sido aplazada hasta la próxima semana,
Η ακροαματική διαδικασία αναβλήθηκε μέχρι την επόμενη εβδομάδα
7. ατκ, φεγγίτης, άνοιγμα
8. βλέψη για κάτι, σκοπός, στόχος, πρόθεση, Su vista es alcanzar las mejores cuotas de mercado posible dentro de los presupuestos autorizados, Ο στόχος τους είναι να επιτύχουν το καλύτερο δυνατό μερίδιο αγοράς εντός των εγκεκριμένων προϋπολογισμών
9. θ πλ, συνάντηση 2 ή περισσότερων ατόμων
10. δώρα που ανταλλάσει το ζευγάρι
11. πόρτα, παράθυρο, άνοιγμα σε κτήριο από όπου μπορείς να δεις έξω ή να μπει φώς
12. σνθ, vista aérea, θέα από αέρος
vista aguda, penetrante, οξεία όραση
vista de lince, vista de águila, μάτι γερακιού, αετίσιο βλέμμα
vista panorámica, πανοραμική θέα
vista cansada, πρεσβυωπία
vista corta, μυωπία
vista de conjunto, γενική εικόνα, σφαιρική άποψη
vista frontal, (εμ)πρόσθια όψη
vista general, γενική άποψη
vista oral, δημόσια ακρόαση
doble vista, εξωαισθητηριακή αντίληψη, τηλαισθησία, κρυπταισθησία
9. εκφ, agradable a la vista, ευχάριστος στην όψη
a la vista, για έγγραφο, επί τη εμφανίσει, pagadero a la vista, πληρωτέος επί τη εμφανίσει,
ή σε κοινή θέα, εν όψει, lo puso a la vista, το έβαλε σε κοινή θέα
un barco a la vista, πλοίο εν όψει
no dejen objetos de valor a la vista en el autobús,
μην αφήνετε αντικείμενα αξίας σε κοινή θέα μέσα στο λεωφορείο
ή, εν όψει, στον ορίζοντα, Tengo un proyecto a la vista que parece interesante,
Έχω ένα πρότζεκτ στον ορίζοντα που φαίνεται ενδιαφέρων,
ή εν όψει, κάτι που θα συμβεί, ¡Qué cara tiene mi padre, hoy hay castigo a la vista!
Τι όψη έχει ο πατέρας μου, σήμερα έχει τιμωρία εν όψει!
ή στο βλέμμα> πως φαίνεται οπτικά, Un retrato consiste en decir cómo aparece a la vista una persona, Ένα πορτρέτο συνίσταται στο να περιγράψει πώς φαίνεται οπτικά ένα άτομο,
a la vista de, εν όψει, υπό το βλέμμα, προς θέα, pon el cuadro en el salón a la vista de todos,
βάλτε τον πίνακα στο σαλόνι, προς θέα όλων> όπου μπορούν να τον δουν όλοι,
ή ενώπιον, a la vista de todos, ενώπιον όλων,
ή μτφ, εν όψει, a la vista de las dificultades, εν όψει των δυσχερειών
ή βλέποντας, υπό το φως, la empresa decidió cerrar a la vista de los resultados financieros,
η επιχείρηση αποφάσισε να κλείσει υπό το φως των οικονομικών αποτελεσμάτων
A la vista de los resultados, la campaña publicitaria ha sido un éxito,
Βλέποντας τα αποτελέσματα, η διαφημιστική καμπάνια ήταν επιτυχής,
a la vista y conocimiento de, εν γνώσει,
alzar la vista, σηκώνω τα μάτια μου, alzó la vista y vio que había un hombre observándole, σήκωσε τα μάτια του και είδε έναν άνδρα να τον παρατηρεί
apartar la vista, αποστρέφω, παίρνω, απομακρύνω το βλέμμα μου,
aparta la vista de ese coche porque es demasiado caro,
απομάκρυνε το βλέμμα σου από αυτό το αυτοκίνητο γιατί είναι πολύ ακριβό,
a primera vista, εκ πρώτης όψεως, a primera vista parece sencillo,
εκ πρώτης όψεως φαίνεται απλό
a simple vista, με μια πρώτη ματιά, A simple vista parece de gran calidad pero no lo es,
Με την πρώτη ματιά φαίνεται υψηλής ποιότητας, αλλά δεν είναι
ή δια γυμνού οφθαλμού, mañana el cometa podrá verse a simple vista,
αύριο o κομήτης θα μπορεί ιδωθεί, να είναι ορατός δια γυμνού οφθαλμού,
a tantos días vista, εντός τόσων ημερών (επί τη εμφανίσει), pagadero α 30 días vista, πληρωτέο εντός 30 ημερών επί τη εμφανίσει
a dos meses vista de las elecciones, εντός περιόδου δύο μηνών από τις εκλογές
a vista de, παρουσία
a vista de ojos, ιδίοις όμμασι
a vista de pájaro, προοπτική από μεγάλο ύψος, από ψηλά, πανοραμικά,
desde la torre puede verse la ciudad a vista de pájaro,
από τον πύργο, μπορεί να δει την πόλη κάποιος από ψηλά ή πανοραμικά,
bajar la vista, χαμηλώνω το βλέμμα, al oír la sentencia, el acusado bajó la vista,
όταν άκουσε την ετυμηγορία, ο κατηγορούμενος χαμήλωσε το βλέμμα,
clavar, fijar la vista en algo, alguien, καρφώνω, προσηλώνω το βλέμμα κάπου, σε κάποιον, clavó la vista en el horizonte en busca del barco,
κάρφωσε το βλέμμα του στον ορίζοντα ψάχνοντας το πλοίο,
comerse algo, a alguien con la vista, τρώω κάποιον, κάτι με τα μάτια,
ella se dio cuenta de que se la estaba comiendo con la vista,
εκείνη κατάλαβε πως την έτρωγε με τα μάτια,
conocer de vista, γνωρίζω εξ όψεως, no puedo darte referencias, sólo lo conozco de vista, δεν μπορώ να σου δώσω συστάσεις, μόνο τον γνωρίζω εξ όψεως,
con vistas a, εν όψει, με σκοπό, decidieron no casarse aún con vistas a ahorrar,
αποφάσισαν να μην παντρευτούν ακόμα με σκοπό να εξοικονομήσουν χρήματα,
con vistas al frió me compré un abrigo, εν όψει του κρύου, αγόρασα ένα πανωφόρι
dar una vista a algo, ρίχνω μια ματιά σε κάτι, Vamos a dar una vista rápida a la exposición, Θα ρίξουμε μια γρήγορη ματιά στην έκθεση,
derramar la vista, ρίχνω λοξό βλέμμα, El caballo derramó la vista cuando vio el obstáculo,
Το άλογο έριξε λοξό βλέμμα, κοίταξε λοξά όταν είδε το εμπόδιο, (χωρίς να γυρίσει κεφάλι)
echar una vista a algo, alguien, ρίχνω μια ματιά σε κάτι, κάποιον,
en cuanto entró en la tienda echó la vista a un precioso oso de peluche,
μόλις μπήκε στο κατάστημα, έριξε το βλέμμα του σε ένα όμορφο αρκουδάκι,
échale una vista al niño de vez en cuando, ρίχνε μια ματιά στο παιδί κάπου-κάπου,
me pidió que echara un vista al fogón, pero se me olvidó y se quemó la comida,
μου ζήτησε να έριχνα μια ματιά στην φωτιά, αλλά το ξέχασα και κάηκε το φαγητό,
echar la vista encima a alguien, ρίχνω το βλέμμα επάνω σε κάποιον= καταφέρνω να τον δω,
al fin he conseguido echar la vista encima a mi vecino,
επιτέλους κατάφερα να δω τον γείτονά μου,
empañarse la vista, θολώνει η όραση, το βλέμμα ή μτφ, γεμίζουν δάκρυα τα μάτια μου,
Cada vez que piensa en su difunto marido, se le empaña la vista,
Κάθε φορά που σκέφτεται τον μακαρίτη σύζυγό της, τα μάτια της γεμίζουν δάκρυα,
en vista de, λαμβάνοντας, βλέποντας, en vista de tu buena voluntad, te perdono lo ocurrido,
λαμβάνοντας υπόψη την καλή σου θέληση, σου συγχωρώ αυτό που συνέβη
ή δεδομένων, en vista de las circunstancias, δεδομένων των περιστάσεων,
en vista de que, βλέποντας ότι, δεδομένου ότι, en vista de que no venías, me fui,
δεδομένου ότι δεν ερχόσουν, έφυγα
estar a la vista, στέκει στο βλέμμα= είμαι πρόδηλος, ολοφάνερο, οφθαλμοφανής,
βγάζει μάτι, Está a la vista que tu intuición era acertada,
Είναι ολοφάνερο ότι η διαίσθησή σου ήταν σωστή,
los resultados están a la vista, τα αποτελέσματα είναι οφθαλμοφανή, βγάζουν μάτι,
estar bien, mal de la vista, έχω καλή, κακή όραση, είμαι καλά από όραση,
mi abuelo aun está bien de la vista, ο παππούς μου ακόμη έχει καλή όραση
hacer la vista gorda, κάνω τα στραβά μάτια, hacer la vista gorda por hoy haré la vista gorda, pero mañana debes hacerte la cama, θα κάνω τα στραβά μάτια για σήμερα, αλλά αύριο πρέπει να στρώσεις το κρεβάτι σου
¡hasta la vista! εις το επανιδείν! bueno, me tengo que ir, ¡hasta la vista!,
λοιπόν, πρέπει να φύγω, εις το επανιδείν
hasta perderse de vista, μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι, μέχρι εκεί που πάει το βλέμμα,
las montañas nevadas se extendían hasta perderse de vista,
τα χιονισμένα βουνά εκτείνονταν μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι
herir ή hacer daño a la vista, πληγώνω, κάνω ζημιά, προκαλώ βλάβη, βλάπτω το βλέμμα, Esos colores chillones hieren la vista, Αυτά τα εκτυφλωτικά χρώματα πληγώνουν το βλέμμα,
no perder de vista algo, a alguien, δε χάνω κάποιον, κάτι από τα μάτια μου,
No pierdas de vista el bolso en esta zona,
Μην χάσεις από τα μάτια σου την τσάντα σε αυτή την περιοχή,
perder de vista algo, a alguien, χάνω από τα μάτια μου κάποιον, κάτι,
He perdido de vista al corredor, Έχω χάσει από τα μάτια μου τον δρομέα,
perder la vista, χάνω την όρασή μου, perdió la vista en un accidente,
έχασε την όρασή του σε ένα ατύχημα
no quitar la vista de encima a alguien, δεν παίρνω το βλέμμα πάνω από κάποιον ή
δεν αφήνω κάποιον από τα μάτια μου, no le quites ni un segundo la vista de encima,
μην τον αφήσεις από τα μάτια σου ούτε λεπτό
poner la vista en una persona, cosa, βάζω, στρέφω το βλέμμα, ενδιαφέρον, προσοχή σε κάποιον, κάτι, Puso la vista en el nuevo trabajo que se le había encargado,
Έστρεψε την προσοχή του στη νέα δουλειά που του είχε ανατεθεί,
nublársele la vista a alguien, θολώνει το βλέμμα σε κάποιον,
me dio un golpe en la cabeza y se me nubló la vista,
μου έδωσε μια στο κεφάλι και θόλωσε το βλέμμα μου,
írsele a alguien la vista, του φεύγει σε κάποιον το βλέμμα= κυρ, μτφ, ζαλίζομαι, χάνομαι,
se le fue la vista al ver la sangre, ζαλίστηκε όταν είδε το αίμα,
con cada chica guapa que pasa se le va la vista,
όποτε περνάει μια ωραία κοπέλα, ζαλίζεται
la vista engaña, τα φαινόμενα απατούν, ¡que la vista engaña! pruébalos primero,
τα φαινόμενα απατούν! δοκίμασέ τα πρώτα
medir con la vista, μετρώ, υπολογίζω με το μάτι
recobrar la vista, ανακτώ την όρασή μου
recrear la vista, τέρπω την όρασή μου
regalar la vista, είμαι χάρμα οφθαλμών
saltar a la vista, σαλτάρει στο βλέμμα κάτι= είναι φως φανάρι, ολοφάνερο, βγάζει μάτι,
salta a la vista que ha estado llorando, είναι ολοφάνερο ότι έκλαιγε,
seguir con la vista algo, a alguien, ακολουθώ κάποιον, κάτι με το βλέμμα μου
ser corto de vista, κυρ, είμαι μύωπας ή μτφ, κοντόφθαλμος, αφελής, απονήρευτος,
Es corto de vista, estaba claro que le engañaba,
Είναι αφελής, ήταν ξεκάθαρο ότι τον εξαπατούσε, δούλευε,
ser largo de vista, βλέπω μακριά, είμαι διορατικός,
sin levantar la vista, χωρίς να σηκώσω τα μάτια,
tener buena, mala vista, έχω καλή, κακή όραση,
tener mucha vista, έχω πολύ, μεγάλη διαίσθηση, εξαιρετικό μάτι, οξυδέρκεια,
tiene mucha vista para las inversiones en bolsa,
Έχει εξαιρετικό μάτι για τις επενδύσεις στο χρηματιστήριο,
tiene mucha vista para los negocios, έχει μεγάλη διαίσθηση με τις επιχειρήσεις
tener poca vista, δεν έχω καθόλου διαίσθηση, tiene poca vista para estos temas,
δεν έχει καθόλου διαίσθηση σε αυτά τα θέματα
volver, echar la vista atrás, στρέφω το βλέμμα μου στο παρελθόν,
si vuelvo la vista atrás, tal vez cambiaría muchas cosas,
αν στρέψω το βλέμμα μου στο παρελθόν, ίσως να άλλαζα πολλά πράγματα
vista 1. α, μτφ, αυτός που βλέπει τα πράγματα= τελωνειακός,
El vista me pidió que abriera la maleta para revisar el contenido,
Ο τελωνειακός μου ζήτησε να άνοιγα τη βαλίτσα για να ελέγξει το περιεχόμενο
2. σνθ, vista de aduanas, τελωνειακός
vistazo 1. α, ματιά, bastó un vistazo al escrito para detectar varias faltas ortográficas,
ήρκεσε μια γρήγορη ματιά στο γραπτό για να εντοπίσει αρκετά ορθογραφικά λάθη
2. εκφ, dar, echar un vistazo a algo, ρίχνω μια ματιά σε κάτι,
Échale un vistazo al asado, Ρίξε του μια ματιά στο ψητό
vistillas 1. θ πλ, ύψωμα με θέα, Subimos a esa vistilla para ver el pueblo desde arriba, Ανεβήκαμε σε αυτό το ύψωμα με θέα για να δούμε το χωριό από ψηλά
2. εκφ, irse a las vistillas, προσπαθώ να δω τα χαρτιά του άλλου
visto, ta 1. ε, σα μετοχή του ver, δει, mi hermano no ha visto mi nuevo coche,
ο αδερφός μου δεν έχει δει το καινούριο μου αμάξι
2. μτφ, γνωστό από όλους= κοινότοπος, -η, -ο, τριβιαλ, σαν χιλιοειπωμένος, -η, -ο, συνηθισμένος, -η, -ο, ese chiste ya está muy visto, αυτό το αστείο είναι χιλιοειπωμένο,
Ese sombrero está muy visto y es por ello mejor no llevarlo,
Αυτό το καπέλο είναι πολύ συνηθισμένο και επομένως καλύτερα να μην το φοράτε
3. μτφ, ως ιδωμένο κάτι= δεδομένου, -ης, -ου, vistos los problemas actuales…
δεδομένων των σημερινών προβλημάτων…
4. εκφ, está visto que, είναι προφανές ότι, είναι ολοφάνερο ότι, είναι δεδομένο ότι,
está visto que no se puede confiar en ella,
είναι ολοφάνερο ότι δεν μπορεί κανείς να την εμπιστευτεί,
visto que, δοθέντος, δεδομένου ότι, visto que no hay preguntas, concluimos la sesión,
Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν ερωτήσεις, ολοκληρώνουμε τη συνεδρίασηVisto que hace tanto frío, deberías llevar una abrigo,
Δεδομένου ότι κάνει τόσο κρύο, θα έπρεπε να φορέσεις ένα παλτό,
ser, estar bien, mal visto, να βλέπεται, θεωρείται κάτι με θετικό ή αρνητικό τρόπο, να καλοϊδωμένο, πρέπον, αποδεκτό, κακοϊδωμένο, απαράδεκτο, απρεπές,
no está bien visto interrumpir una conversación,
Δεν είναι καλοϊδωμένο, πρέπον να διακόπτεις μια συζήτηση,
Las faldas cortas no son bien vistas en la iglesia,
Οι κοντές φούστες δεν είναι αποδεκτές στην εκκλησία
estar muy visto, ta algo o alguien, είναι ξεπερασμένος, -η, -ο ή πασίγνωστος, -η, -ο,
ni visto ni oído, μήτε τον είδατε μήτε τον απαντήσατε, χωρίς να γίνει αντιληπτός,
salió de la casa ni visto ni oído, έφυγε από το σπίτι χωρίς να γίνει αντιληπτός
ή ασύνηθες, περίεργο, σπάνιο
por lo visto, απ’ ό, τι φαίνεται, por lo visto ella cree que yo soy el culpable,
Απ’ ό, τι φαίνεται αυτή πιστεύει ότι εγώ είμαι ο ένοχος
(ser) no visto, nunca visto o lo nunca visto, είναι πρωτοφανές,
la potencia de su disparo es lo nunca visto, Η δύναμη του σουτ του είναι πρωτοφανής
todo está visto, όλα τα έχουμε ξαναδεί
visto y no visto, εν ριπή οφθαλμού
visto 1. α, νομ, αιτιολογική σκέψη
2. σνθ, visto bueno, εγκρίνεται, έχει καλώς
ή τυπ, κατάλληλο προς έκδοση
visto bueno y conforme, σε έγγραφο, ανεγνώσθη και ενεκρίθη
3. εκφ, dar el visto bueno (a algo), εγκρίνω κάτι, el director dio el visto bueno a la propuesta, ο διευθυντής ενέκρινε την πρόταση
vistoso, sa πρχ που τραβάει, χτυπάει το βλέμμα, πρχ β-ιστοσο> γ-ουστόζικο
1. ε, χτυπητός, -ή, -ό, με έντονα χρώματα, πολύχρωμος, -η, -ο, λαμπερός, -ή, -ό,
llevaba un vestido muy vistoso, φορούσε ένα πολύ χτυπητό φόρεμα
Los bailarines llevaban faldas vistosas y collares de oro,
Οι χορεύτριες φορούσαν πολύχρωμες φούστες και χρυσά κολιέ
2. θεαματικός, -ή, -ό, εντυπωσιακός, -ή, -ό, fue un espectáculo muy vistoso,
ήταν μια πολύ θεαματική παράσταση
3. ελκυστικός, -ή, -ό, María es una mujer muy vistosa, con su cabello negro y ojos violeta,
Η Μαρία είναι μια πολύ ελκυστική γυναίκα, με τα μαύρα μαλλιά και τα βιολετί μάτια της
vistosidad 1. θ, ιδιότητα του vistoso, λαμπρότητα, μεγαλοπρέπεια, μεγαλείο,
la vistosidad de la decoración del palacio, η λαμπρότητα της διακόσμησης του παλατιού,
La vistosidad de los trajes llamó la atención del público,
Η λαμπρότητα των κοστουμιών τράβηξε την προσοχή του κοινού
2. θεαματικότητα, El patinador fue puntuado por la vistosidad de sus saltos,
Ο παγοδρόμος βαθμολογήθηκε για τη θεαματικότητα των αλμάτων του
3. ελκυστικότητα
vistosamente 1. επρ, έξοχα, λαμπρά, una sala vistosamente engalanada,
μια αίθουσα έξοχα διακοσμημένη
divisar 1. ρμ, πρχ δι-βισαρ> δια-βλέπω κάτι= διακρίνω με το βλέμμα αμυδρά,
El marinero intentaba divisar alguna señal de tierra,
Ο ναύτης προσπαθούσε να διακρίνει κάποιο σημάδι στεριάς
2. εντοπίζω με το βλέμμα, Divisé a mi tío entre la multitud de gente en la estación de tren,
Εντόπισα τον θείο μου μέσα στο πλήθος στον σιδηροδρομικό σταθμό
avistar 1. ρμ, αντιλαμβάνομαι, εντοπίζω, διακρίνω με το βλέμμα κάτι σε απόσταση,
Los guardabosques avistaron un incendio en el pico de la montaña,
Οι δασοφύλακες εντόπισαν μια πυρκαγιά στην κορυφή του βουνού
2.ραντ, βλέπομαι με κάποιον= συναντιέμαι για να συζητήσω σοβαρό ζήτημα,
Los ministros se avistaron en secreto para discutir el tratado,
Οι υπουργοί συναντήθηκαν μυστικά για να συζητήσουν τη συνθήκη
avistamiento 1. α, θέαση, βλέψη σε κάτι, εντοπισμός οπτικός σε κάτι,
El avistamiento del cometa fue un evento mundial,
Η θέαση του κομήτη ήταν ένα παγκόσμιο γεγονός
El tour se especializa en el avistamiento de ballenas,
Η εκδρομή ειδικεύεται στον εντοπισμό, βλέψη φαλαινών
La Marina confirmó el avistamiento de un submarino enemigo,
Το Ναυτικό επιβεβαίωσε τον εντοπισμό ενός εχθρικού υποβρυχίου
entrevista πρχ εντρε-βιστα> ενδο-βλέψη ή βλέψη μεταξύ 2 ατόμων
1. θ, συνέντευξη δημοσιογράφου, El escritor concedió una entrevista exclusiva a la revista,
Ο συγγραφέας παραχώρησε μια αποκλειστική συνέντευξη στο περιοδικό
2. συνέντευξη για θέση εργασίας, La primera fase del proceso es una entrevista telefónica,
Η πρώτη φάση της διαδικασίας είναι μια τηλεφωνική συνέντευξη
3. εκφ, hacerle una entrevista a alguien, παίρνω συνέντευξη από κάποιον,
El periodista le hizo una entrevistar al ministro,
Ο δημοσιογράφος πήρε συνέντευξη από τον υπουργό,
tener una entrevista con alguien, έχω συνέντευξη με κάποιον,
Mañana tengo una entrevista con el gerente de recursos humanos,
Αύριο έχω συνέντευξη με τον διευθυντή ανθρώπινου δυναμικού
entrevistar 1. ρμ, παίρνω συνέντευξη, El periodista quiere entrevistar al ministro,
Ο δημοσιογράφος θέλει να πάρει συνέντευξη από τον υπουργό
2. παίρνω συνέντευξη θέσης, La empresa debe entrevistar a todos los aspirantes al puesto,
Η εταιρεία πρέπει να πάρει συνέντευξη από όλους τους υποψηφίους για τη θέση
3. ραντ, έχω, δίνω συνέντευξη ή συναντώμαι για κάποιο θέμα, υπόθεση, έχω μίτινγκ,
El representante debe entrevistarse con los directivos,
Ο εκπρόσωπος πρέπει να συναντηθεί με τα στελέχη,
entrevistado, da 1. ε, α θ, συνεντευξιαζόμενος, -ζόμενη, -ζόμενο άτομο,
El entrevistado reveló nuevos detalles sobre el caso,
Ο συνεντευξιαζόμενος αποκάλυψε νέες λεπτομέρειες για την υπόθεση
2. υποψήφιος, -α, -ο άτομο για θέση, La ansiedad del entrevistado era evidente,
Η αγωνία του υποψηφίου ήταν εμφανής
entrevistador, ra 1. α θ, συνεντευκτής, -ια, συνεντευξιαστής, άτομο που παίρνει συνέντευξη
El entrevistador le hizo preguntas difíciles al vicepresidente del gobierno español,
Ο συνεντευκτής του έκανε δύσκολες ερωτήσεις στον αντιπρόεδρο της ισπανικής κυβέρνησης
interviú 1. θ, συνέντευξη
2. εκφ, hacer una interviú, κάνω συνέντευξη
revista πρχ ρε-βιστα> περι-βλεψη σε κάτι
1. θ, περιοδικό, επειδή περι-βλέπει γεγονότα, ειδήσεις, Compró una revista científica, Αγόρασε ένα επιστημονικό περιοδικό,
2. επιθεώρηση, todos los cadetes en formación de revista,
όλοι οι ευέλπιδες σε σχηματισμό επιθεώρησης
3. τεχ, επιθεώρηση, La Gran Revista Musical fue el evento del año,
Η Μεγάλη Μουσική Επιθεώρηση ήταν το γεγονός της χρονιάς
4. σνθ, revista del corazón, κουτσομπολίστικο περιοδικό
revista de modas, περιοδικό μόδας
revista de policía επιθεώρηση
revista de prensa, ανασκόπηση του Τύπου
revista para mujeres, γυναικείο περιοδικό
5. εκφ, pasar revista a, επιθεωρώ, pasaremos revista a los empleados,
θα επιθεωρήσουμε τους υπαλλήλους
revistar 1. ρμ, πρχ περι-βλέπω= επιθεωρώ, ελέγχω, εξετάζω,
La agencia está obligada a revistar los expedientes,
Η υπηρεσία είναι υποχρεωμένη να ελέγχει τους φακέλους,
El general va a revistar a los cadetes esta tarde,
Ο στρατηγός θα επιθεωρήσει τους ευέλπιδες σήμερα το απόγευμα
Los funcionarios revistaron la carga en busca de contrabando,
Οι υπάλληλοι επιθεώρησαν το φορτίο αναζητώντας λαθραία
revistero, ra 1. α θ, σχολιαστής, -ια σε περιοδικό
2. θτρ, ηθοποιός επιθεώρησης
revistero 1. α, έπιπλο, θήκη περιοδικών, Dejó la revista en el revistero de la sala de espera,
Άφησε το περιοδικό στο έπιπλο περιοδικών της αίθουσας αναμονής
atisbar πρχ α-τις-βαρ> τρισ-βλέπω ή δια-βλέπω, μτθ atis-bar> avi-star
1. ρμ, ελέγχω προσεκτικά, atisbo a derecha e izquierda antes de cruzar la calle,
έλεγξε προσεκτικά δεξιά και αριστερά πριν διασχίσει το δρόμο
2. διακρίνω, Atisbó una sombra que se movía entre los árboles,
Διέκρινε μια σκιά να κινείται ανάμεσα στα δέντρα
3. κατασκοπεύω, κρυφοκοιτάζω, atisbaba por la cerradura lo que pasaba en la habitación, παρακολουθούσε από την κλειδαρότρυπα τι γινόταν στο δωμάτιο,
Mi tía atisbaba por la mirilla a los vecinos,
Η θεία μου κατασκόπευε από το ματάκι τους γείτονες
4. μτφ, διαβλέπω, διακρίνω, En sus palabras, pudimos atisbar sus verdaderas intenciones,
Στα λόγια του, μπορέσαμε να διακρίνουμε τις πραγματικές του προθέσεις,
no atisbamos ninguna salida de la crisis económica,
Δεν βλέπουμε καμία διέξοδο από την οικονομική κρίση
atisbo μτθ ατισ-βο> βι-στα> βλέψη σε κάτι
1. α, πράξη του atisbar, κρυφοκοίταγμα, κατασκόπευση, ματιά,
Solo conseguí un rápido atisbo del animal en movimiento,
Κατάφερα μόνο μια γρήγορη ματιά του κινούμενου ζώου
2. μτφ, σαν βλέψη= ένδειξη, σημάδι, ίχνος, No mostró ni un atisbo de arrepentimiento,
Δεν έδειξε ούτε ένα ίχνος μεταμέλειας,
tiene atisbos de locura, έχει ενδείξεις τρέλας,
lo dijo sin el menor atisbo de duda, το είπε χωρίς την παραμικρή αμφιβολία,
lo hizo sin ningún atisbo de remordimiento, το έκανε χωρίς ίχνος τύψεων
atisbadura 1. θ, πράξη του atisbar, κρυφοκοίταγμα, κατασκόπευση, ματιά
La atisbadura de los vecinos es una forma de invasión de la privacidad,
Το κρυφοκοίταγμα των γειτόνων είναι μια μορφή παραβίασης της ιδιωτικής ζωής
visión πρχ από visita, vista, visado, έννοια βλέψης και οι μεταφορές της
1. θ, όραση, El hombre perdió la visión de un ojo en accidente laboral,
Ο άνδρας έχασε την όρασή του από το ένα μάτι σε εργατικό ατύχημα
El águila tiene una visión excelente, Ο αετός έχει εξαιρετική όραση
2. θέαση υλική, La visión del edificio no fue muy nítida porque estaba un poco lejos,
Η θέαση του κτιρίου δεν ήταν πολύ καθαρή επειδή ήταν λίγο μακριά
3. όραμα, El profeta tuvo una visión del futuro,
Ο προφήτης είχε ένα όραμα του μέλλοντος
4. μτφ, άποψη, οπτική, εστίαση, Nuestra visión del problema es muy diferente a la suya,
Η εστίαση μας για το πρόβλημα είναι πολύ διαφορετική από τη δική τους,
tiene una visión clara de la situación, έχει μια σαφή άποψη της καταστάσεως
5. μτφ, κατανόηση, μάτι, οξυδέρκεια, siempre ha tenido una gran visión para los negocios,
πάντα είχε ένα μεγάλο μάτι για τις επιχειρήσεις
tiene una buena visión de la historia, έχει καλή κατανόηση της ιστορίας
6. ψυχ, ιατ, παραίσθηση, Una “visión” es una alucinación visual y se considera un fenómeno real dentro del ámbito de la psicología y la psiquiatría, Μια «παραίσθηση» είναι μια οπτική ψευδαίσθηση και θεωρείται πραγματικό φαινόμενο στον τομέα της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής
7. σνθ, visión artificial, τεχνητή όραση
visión binocular, διοφθαλμική όραση
visión de conjunto, συνολική εικόνα
visión de futuro, όραμα του μέλλοντος
visión nocturna, νυκτερινή όραση
8. εκφ, quedarse como quien ve visiones, οικ, μένα σαν όποιον βλέπει παραισθήσεις=
αποσβολώνομαι, μένω άναυδος, κάνω σα να βλέπω φαντάσματα,
ver visiones, έχω παραισθήσεις, βλέπω οπτασίες
visionar 1. ρμ, βλέπω παραισθήσεις, βλέπω οπτασίες
2. βλέπω, παρακολουθώ ταινίες ή φωτογραφίες κυρίως από κριτική ή τεχνική άποψη,
Los críticos visionaron la película tres días antes de su estreno en los cines y le dieron una buena acogida, Οι κριτικοί είδαν την ταινία τρεις ημέρες πριν από την πρώτη προβολή της στις κινηματογραφικές αίθουσες και της έδωσαν θετική υποδοχή
3. οραματίζομαι, φαντάζομαι, El país atraviesa una guerra civil y, en estos momentos, es difícil visionar un futuro libre de violencia y caos, Η χώρα διέρχεται εμφύλιο πόλεμο και, προς το παρόν, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ένα μέλλον απαλλαγμένο από βία και χάος
visionado 1. α, θέαση, προβολή υλικού με σκοπό την κριτική ή τεχνική άποψη
La corrección requiere un visionado cuadro por cuadro del video,
Η διόρθωση απαιτεί θέαση καρέ-καρέ του βίντεο
visionadora 1. θ, φωτ, βιζιονέζα, εικονοσκόπιο, σκόπευτρο κάμερας
visionario, ria 1. ε, φαντασιόπληκτος, -η, -ο, που φαντάζεται, βλέπει παραισθήσεις,
Las personas visionarias siempre anuncian el fin del mundo cuando cambia el milenio,
Οι φαντασιόπληκτοι άνθρωποι πάντα ανακοινώνουν το τέλος του κόσμου όταν αλλάζει η χιλιετία
2. ονειροπόλος, -α, -o, ρομαντικός, -ή, -ó, ιδεαλιστικός, -ή, -ό, ουτοπικός, -ή, -ό,
una novela visionaria, ένα μυθιστόρημα ονειροπόλο,
a las personas visionarias les cuesta iniciar un proyecto,
στα ιδεαλιστικά άτομα τους δυσκολεύει να ξεκινήσουν ένα έργο
3. παραισθησιογόνος, -α, -o, descartaron la ingesta de los hongos visionarios,
απέκλεισαν την κατάποση παραισθησιογόνων μανιταριών
4. οραματικός, -ή, -ό, οραματιστικός, -ή, -ό, El equipo presentó un proyecto visionario,
Η ομάδα παρουσίασε ένα οραματιστικό πρότζεκτ
5. α θ, οραματιστής, -ια, Steve Jobs fue un visionario que transformó la tecnología,
Ο Στιβ Τζομπς ήταν ένας οραματιστής που μεταμόρφωσε την τεχνολογία
6. ονειροπόλος, -λα
visual 1. ε, οπτικός, -ή, -ó, comunicación visual, οπτική επικοινωνία,
Me gustaron los efectos visuales de la película, Μου άρεσαν τα οπτικά εφέ στην ταινία,
El examen de agudeza visual es obligatorio, Η εξέταση οπτικής οξύτητας είναι υποχρεωτική, campo visual, οπτικό πεδίο
2. θ, οπτική ακτίνα, γραμμή διόπτευσης, un coche bloqueaba la visual del francotirador,
Ένα αυτοκίνητο εμπόδιζε την γραμμή διόπτευσης του ελεύθερου σκοπευτή
visualizar 1. ρμ, οπτικοποιώ, απεικονίζω, el microscopio permite visualizar microbios,
Το μικροσκόπιο μας επιτρέπει να απεικονίσουμε τα μικρόβια
¿Crees que en el futuro podremos visualizar nuestros pensamientos?
Πιστεύεις ότι στο μέλλον θα μπορούμε να οπτικοποιούμε τις σκέψεις μας;
2. οπτικοποιώ νοητικά, διανοούμαι, φαντάζομαι, οραματίζομαι,
Trata de visualizar los pasos del proceso antes de empezar,
Προσπάθησε να οραματιστείς, να φανταστείς τα βήματα της διαδικασίας πριν ξεκινήσεις
El verano está tan cerca que ya me visualizo en una playa tomando el sol,
Το καλοκαίρι είναι τόσο κοντά που ήδη με φαντάζομαι σε μια πλαζ να κάνει ηλιοθεραπεία,
a pesar de los años transcurridos, aún puedo visualizar su rostro,
παρά τα χρόνια που πέρασαν, μπορώ ακόμα να φανταστώ το πρόσωπο του
3. πλφ, οπτικοποιώ, αναρτώ, El programa te permite visualizar los datos en un gráfico,
Το πρόγραμμα σου επιτρέπει να οπτικοποιήσεις τα δεδομένα σε ένα γραφικό
4. ραντ, πλφ, αναρτώμαι, εμφανίζομαι, προβάλλομαι, απεικονίζομαι σε οθόνη
visualización 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του visualizar, οπτικοποίηση, απεικόνιση,
La clave de la meditación es la visualización de un lugar tranquilo,
Το κλειδί του διαλογισμού είναι η οπτικοποίηση ενός ήσυχου μέρους
La visualización de los microorganismos fue posible gracias al empleo de un telescopio de mayor calidad, Η απεικόνιση των μικροοργανισμών κατέστη δυνατή χάρη στη χρήση ενός τηλεσκοπίου υψηλότερης ποιότητας
2. προβολή, El video alcanzó las diez mil visualizaciones en pocas horas,
Το βίντεο έφτασε τις δέκα χιλιάδες προβολές σε λίγες ώρες
3. πλφ, επισκόπηση στην οθόνη, visualización de datos, επισκόπηση δεδομένων
visualizador 1. ε, α, που αναρτά, προβάλλει, απεικονίζει, απεικονιστικός, -ή, -ό, οπτικοποιητικός, -ή, -ό, οπτικοποιητής, απεικονιστής, οθόνη,
Necesitas un visualizador de imágenes compatible para abrir el archivo,
Χρειάζεσαι συμβατό πρόγραμμα προβολής εικόνων για να ανοίξεις το αρχείο
2. σνθ, visualizador alfanumérico, πλφ, αλφαριθμητική οθόνη
visualizador gráfico, γραφική οθόνη
visualizador óptico, οπτική οθόνη
visualmente 1. επρ, οπτικώς
visible 1. ε, ορατός, -ή, -ó, El daño en el edificio era visible desde la calle,
Η ζημιά στο κτίριο ήταν ορατή από τον δρόμο
La luz visible es solo una parte del espectro electromagnético,
Το ορατό φως είναι μόνο ένα μέρος του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος
2. μτφ, ορατός, -ή, -ό, εμφανής, -ές, -ή, προφανής, -ές, -ή,
Había una molestia visible en su rostro, Υπήρχε μια εμφανής ενόχληση στο πρόσωπό του,
Es visible que Mario está enamorado de ti,
Είναι προφανές ότι ο Μάριο είναι ερωτευμένος με σένα
3. μτφ, για άτομο, παρουσιάσιμος, -η, -o, κατάλληλος, -η, -ο ντυμένος,
No puedo abrir la puerta vestida así en pijamas, no estoy visible,
Δεν μπορώ να ανοίξω την πόρτα ντυμένη έτσι με πιτζάμες, δεν είμαι παρουσιάσιμη
visibilidad 1. θ, ορατότητα, vuelo sin visibilidad, πτήση χωρίς ορατότητα,
La densa niebla redujo la visibilidad a solo diez metros,
Η πυκνή ομίχλη μείωσε την ορατότητα στα δέκα μόνο μέτρα
2. αντιληπτικότητα, si tienes una buena visibilidad observarás mejor los objetos,
Αν έχεις καλή αντιληπτικότητα, θα παρατηρήσεις καλύτερα τα αντικείμενα
3. πλφ, θέαση, La visibilidad en los motores de búsqueda es vital para el negocio,
Η θέαση στις μηχανές αναζήτησης είναι ζωτικής σημασίας για την επιχείρηση
invisible 1. ε, αόρατος, -η, -o, Las bacterias son invisibles a simple vista,
Τα βακτήρια είναι αόρατα με γυμνό μάτι
2. αθέατος, -η, -o, Es el héroe invisible de la historia, nadie conoce su nombre,
Είναι ο αθέατος ήρωας της ιστορίας, κανείς δεν γνωρίζει το όνομα του
3. εκφ, en un invisible, σε μια στιγμή, en un invisible la plaza se abarrotó de gente,
σε μια στιγμή, η πλατεία γέμισε κόσμο
invisibilidad 1. θ, έλλειψη ορατότητας
2. αορατότητα, La invisibilidad puede lograrse manipulando la refracción de la luz,
Η αορατότητα μπορεί να επιτευχθεί χειραγωγώντας την διάθλαση του φωτός
visiblemente 1. επρ, ορατά, El nivel del agua subió visiblemente después de la lluvia,
Η στάθμη του νερού ανέβηκε ορατά μετά τη βροχή
2. αισθητά, El equipo ha mejorado visiblemente su rendimiento,
Η ομάδα έχει βελτιώσει αισθητά την απόδοσή της
3. εμφανώς, προδήλως, El director estaba visiblemente molesto con los resultados,
Ο διευθυντής ήταν εμφανώς ενοχλημένος με τα αποτελέσματα
invisiblemente 1. επρ, αοράτως, La energía se dispersó invisiblemente en el ambiente,
Η ενέργεια διασκορπίστηκε αοράτως στο περιβάλλον
prever πρχ πρε-βερ> προ-βλέπω
1. ρμ, προβλέπω, Nadie pudo prever la magnitud del desastre,
Κανείς δεν μπόρεσε να προβλέψει το μέγεθος της καταστροφής,
el adivino previó el terremoto hace dos meses,
Ο μάντης προέβλεψε τον σεισμό πριν από δύο μήνες
2. εκτιμώ, εικάζω, υποθέτω μέσω ενδείξεων, prevén grandes atascos en las carreteras,
προβλέπουν τεράστια μποτιλιαρίσματα στους αυτοκινητοδρόμου,
Los expertos han previsto que habrá una subida en el precio de la gasolina,
Οι ειδικοί εκτιμούν ότι θα υπάρξει αύξηση στην τιμή της βενζίνης
3. προβαίνω σε μια ενέργεια προβλέποντας κάτι μελλοντικό= προβλέπω, προνοώ,
La empresa debe prever una reserva de fondos para la crisis,
Η εταιρεία πρέπει να προβλέψει ένα απόθεμα κεφαλαίων για την κρίση
previsión 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του prever
2. πρόβλεψη μέλλοντος, la previsión del terremoto no era posible,
η πρόβλεψη του σεισμού δεν ήταν δυνατή
3. πρόβλεψη, υπολογισμός, εκτίμηση, Las previsiones económicas para el próximo trimestre Οι οικονομικές προβλέψεις για το επόμενο τρίμηνο
4. πρόβλεψη, πρόνοια, Los refugiados se quejan de la falta de previsión y asistencia,
Οι πρόσφυγες παραπονιούνται για την έλλειψη πρόβλεψης (αναγκαίων) και βοήθειας
La previsión de fondos evitó la crisis de liquidez,
Η πρόβλεψη κεφαλαίων απέτρεψε την κρίση ρευστότητας
5. σνθ, previsión del tiempo, πρόγνωση του καιρού,
La previsión del tiempo para mañana es de lluvias,
Η πρόγνωση του καιρού για αύριο είναι βροχές,
previsión meteorológica, μετεωρολογική πρόβλεψη
5. εκφ, en previsión de, προληπτικά, Se construyó un muro en previsión de tsunamis,
Χτίστηκε ένα τείχος προληπτικά για τσουνάμι
imprevisión 1. θ, απροβλεψία, έλλειψη πρόβλεψης, διορατικότητας,
Las pérdidas se deben a la imprevisión del administrador,
Οι απώλειες οφείλονται στην έλλειψη πρόβλεψης του διαχειριστή
La imprevisión de la empresa la llevó al fracaso,
Η έλλειψη διορατικότητας της εταιρείας οδήγησε στην αποτυχία της
2. απρόβλεπτο, puede surgirte cualquier imprevisión, así que llévate el teléfono,
μπορεί να σου προκύψει οποιοδήποτε απρόβλεπτο, γι’ αυτό πάρε μαζί σου το τηλέφωνο
3. απρονοησία, μη προνοητικότητα, έλλειψης προετοιμασίας,
la imprevisión de los servicios de emergencia,
η έλλειψη προετοιμασίας των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης
previsor, ra 1. ε, α θ, που ενεργεί προβλεπτικά για κάτι= προνοητικός, -ή, -ó,
es muy previsor en sus ahorros para la vejez,
είναι πολύ προνοητικός στις αποταμιεύσεις του για τα γηρατειά,
Fue una acción muy previsora comprar suministros antes de la tormenta,
Ήταν μια πολύ προνοητική ενέργεια να αγοράσει προμήθειες πριν από την καταιγίδα
2. προσεκτικός, -ή, -ό, Siempre debes ser previsor con la fecha de caducidad,
Πρέπει πάντα να είσαι προσεκτικός με την ημερομηνία λήξης
3. διορατικός, -ή, -ó, Martín es un líder previsor con una clara visión del futuro de su pueblo,
Ο Μάρτιν είναι ένας διορατικός ηγέτης με ένα σαφές όραμα για το μέλλον του λαού του
imprevisor, ra πρχ μη προβλεπτικός στις ενέργειες του
1. ε, α θ, μη προνοητικός, -ή, -ό, άτομο μη προνοητικό,
El inquilino imprevisor no renovó el contrato a tiempo,
Ο μη προνοητικός ενοικιαστής δεν ανανέωσε το συμβόλαιο εγκαίρως
previsible 1. ε, προβλέψιμος, -η, -ο, αναμενόμενος, -η, -o, εικάσιμος, -η, -ο,
El deterioro de la economía era previsible tras el conflicto,
Η επιδείνωση της οικονομίας ήταν προβλέψιμη μετά τη σύγκρουση,
Su reacción fue previsible, siempre se enfada por lo mismo,
Η αντίδραση του ήταν αναμενόμενη, πάντα θυμώνει για το ίδιο πράγμα
previsibilidad 1. θ, προβλεψιμότητα, La previsibilidad del mercado de valores es muy baja,
Η προβλεψιμότητα του χρηματιστηρίου είναι πολύ χαμηλή
imprevisible 1. ε, απρόβλεπτος, -η, -o, μη προβλέψιμος, -η, -ο, απρόοπτος, -η, -ο,
El fallo del sistema fue un evento totalmente imprevisible,
Η αποτυχία του συστήματος ήταν ένα εντελώς απρόβλεπτο γεγονός
La novela dio un giro imprevisible en el último capítulo,
Το μυθιστόρημα πήρε μια απρόβλεπτη τροπή στο τελευταίο κεφάλαιο
2. ευμετάβολος, -η, -ο, άστατος, -η, -ο, El humor de Miguel es totalmente imprevisible,
Η διάθεση του Μιγκέλ είναι εντελώς άστατη
3. εκφ, lo imprevisible, το απρόβλεπτο, το απρόοπτο, παν ενδεχόμενο,
preparaba a sus soldados para lo imprevisible,
ετοίμαζε τους στρατιώτες του για παν ενδεχόμενο
imprevisibilidad 1. θ, ιδιότητα του απρόβλεπτου, απρόβλεπτο, απρόοπτο,
Los analistas intentan reducir la imprevisibilidad en el mercado de criptomonedas,
Οι αναλυτές προσπαθούν να μειώσουν το απρόβλεπτο στην αγορά κρυπτονομισμάτων,
La imprevisibilidad del clima complica la planificación agrícola,
Το απρόβλεπτο ή η απρόβλεπτη ιδιότητα του κλίματος περιπλέκει τον αγροτικό σχεδιασμό
previsto, ta 1. ε, προβλεπόμενος, -η, -o, αναμενόμενος, -η, -ο,
La reunión se celebrará a la hora prevista,
Η συνάντηση θα πραγματοποιηθεί την προβλεπόμενη ώρα
Se tomaron todas las medidas previstas de seguridad,
Λήφθηκαν όλα τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας,
Hubo más asistencia de la prevista, Υπήρξε μεγαλύτερη προσέλευση από την αναμενόμενη 2. εκφ, como estaba previsto, όπως ήταν προβλεπόμενο, αναμενόμενο, όπως αναμενόταν,
Como estaba previsto, el orador principal comenzó su discurso a las diez,
Όπως ήταν αναμενόμενο, ο κεντρικός ομιλητής ξεκίνησε την ομιλία του στις δέκα,
tener algo previsto, έχω προβλέψει κάτι, έχω προνοήσει, έχω μεριμνήσει, έχω κανονίσει,
Ιο tenía todo previsto, είχε μεριμνήσει για όλα,
¿Tienen prevista la cena de Navidad para este año?
Έχετε κανονίσει το χριστουγεννιάτικο δείπνο για φέτος;
imprevisto, ta 1. ε, απρόβλεπτος, -η, -ο, απρόοπτος, -η, -ο, αναπάντεχος, -η, -o,
gastos imprevistos, απρόβλεπτες δαπάνες,
La ola de calor fue un fenómeno imprevisto,
Ο καύσωνας ήταν ένα απρόβλεπτο φαινόμενο
Tuvimos que tomar una decisión imprevista debido a la cancelación,
Χρειάστηκε να πάρουμε μια αναπάντεχη απόφαση λόγω της ακύρωσης
imprevisto 1. α, απρόοπτο, απρόβλεπτο, Un imprevisto en el camino retrasó su llegada,
Ένα απρόοπτο στον δρόμο καθυστέρησε την άφιξή του,
hay que contar con los imprevistos, πρέπει να λάβουμε υπόψη τα απρόοπτα
2. εκφ, lo imprevisto, το απρόοπτο, απρόβλεπτο,
salvo imprevistos de última hora, εκτός απροόπτου, της τελευταίας στιγμής
surgir un imprevisto, προκύπτει, τυχαίνει, βγαίνει ένα απρόοπτο,
le surgió un imprevisto y no pudo ir al seminario,
του έτυχε κάτι απρόοπτο και δεν μπόρεσε να πάει στο σεμινάριο
imprevistos 1. α πλ, απρόβλεπτες δαπάνες, απρόοπτα έξοδα,
Siempre debes guardar dinero para los imprevistos,
Πρέπει πάντα να φυλάς χρήματα για τα απρόοπτα έξοδα
improviso, sa, improvisto, ta 1. ε, απρόβλεπτος, -η, -o, απρόοπτος, -η, -o, ξαφνικός, -η, -ο, αναπάντεχος, -η, -ο, las improvisas ovaciones del público asistente le sorprendieron,
Τα αναπάντεχα χειροκροτήματα του κοινού τον εξέπληξαν
2. εκφ, coger a alguien de improviso, ξαφνιάζω, αιφνιδιάζω, καταλαμβάνω εξ απήνης,
al ή de improviso, ξαφνικά, αιφνιδιαστικά, εξ απήνης, αναπάντεχα,
entró de improviso en la sala y se puso a gritar,
μπήκε ξαφνικά στο δωμάτιο και άρχισε να φωνάζει
proveer πρχ προ-βεερ> προ-βλέπω για κάτι
1. ρμ, προμηθεύω, εφοδιάζω, Es necesario proveer a las tropas con víveres suficientes,
Είναι απαραίτητο να εφοδιάσουμε τα στρατεύματα με επαρκή τρόφιμα,
Los granjeros locales proveen vegetales orgánicos a ese supermercado,
Οι τοπικοί αγρότες προμηθεύουν βιολογικά λαχανικά σε αυτό το σούπερ μάρκετ
Estamos proveyendo agua y comida a las víctimas del desastre,
Προμηθεύουμε νερό και τρόφιμα στα θύματα της καταστροφής
La empresa nos provee de todos los equipos técnicos,
Η εταιρεία μας προμηθεύει με όλο τον τεχνικό εξοπλισμό
2. παρέχω, El Estado debe proveer educación pública de calidad,
Το κράτος πρέπει να παρέχει δημόσια εκπαίδευση υψηλής ποιότητας,
las frutas y verduras nos proveen de vitaminas y minerales,
τα φρούτα και τα λαχανικά μάς παρέχουν βιταμίνες και μεταλλικά στοιχεία
3. προβλέπω για θέση εργασίας= καλύπτω, πληρώ θέση,
Hemos provisto la vacante, pero guardaremos su CV,
Έχουμε καλύψει την κενή θέση, αλλά θα φυλάξουμε το βιογραφικό σας
4. νομ, εκδίδω απόφαση, El juez debe proveer sobre la moción antes del fin de semana,
Ο δικαστής πρέπει να εκδώσει απόφαση για την πρόταση πριν το Σαββατοκύριακο
5. διεκπεραιώνω διαδικασία, ολοκληρώνω, δίνω λύση,
No pudo proveer el último trámite porque aún no estaba firmado el convenio,
Δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει το τελικό βήμα επειδή ακόμη δεν ήταν υπογεγραμμένη
η συμφωνία
6. ραντ, proveerse de, προμηθεύομαι με, εφοδιάζομαι με,
Tenemos que proveernos de suficiente madera para el invierno,
Πρέπει να προμηθευτούμε αρκετά ξύλα για τον χειμώνα.
es indispensable proveerse de los permisos y autorizaciones necesarios,
είναι απαραίτητο να εφοδιαστούμε με τις αναγκαίες άδειες και εξουσιοδοτήσεις
7. εκφ, ¡Dios proveerá! έχει ο Θεός!
para mejor proveer, νομ, δικαστική εντολή για τη διεξαγωγή διαδικασίας για την
παροχή νέων πληροφοριών προτού εκδοθεί η απόφαση.
provisión 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του proveer, εφοδιασμός, τροφοδοσία, παροχή,
La provisión de servicios públicos se ha visto muy afectada por la pandemia,
Η παροχή δημόσιων υπηρεσιών έχει επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από την πανδημία
2. εφόδια, Llevamos suficientes provisiones para la expedición,
Πήραμε αρκετά εφόδια για την αποστολή
3. απόθεμα, ρεζέρβα, στοκ, Tenían una gran provisión de neumáticos para el invierno,
Είχαν μεγάλο απόθεμα χειμερινών ελαστικών
4. μέτρα, las provisiones fueron inútiles, τα μέτρα αποδείχτηκαν ανώφελα
5. δημιουργία θέσης, provisión de una plaza, δημιουργία θέσεως
provisión de una vacante, δημιουργία κενής θέσεως
ή κάλυψη, πλήρωση
6. νομ, απόφαση, εντολή
7. σνθ, provisión a una vacante, πλήρωση κενής θέσεως
provisión de fondos, εμπ, προκαταβολή
provisiones 1. θ πλ, προμήθειες, han traído suficientes provisiones para una semana,
έχουν φέρει προμήθειες αρκετές για μια βδομάδα
2. σνθ, provisiones de boca, τρόφιμα
provisional 1. ε, πρχ με προ-(προς> λίγη) βλέψη για κάτι= προσωρινός, -ή, -ó,
tiene un contrato provisional, Έχει προσωρινό συμβόλαιο,
Se ha nombrado un gobierno provisional hasta las elecciones,
Έχει διοριστεί μια προσωρινή κυβέρνηση μέχρι τις εκλογές
alcalde, presidente provisional, προσωρινός Δήμαρχος, Πρόεδρος
gobierno provisional, προσωρινή Κυβέρνηση
provisionalidad 1. θ, προσωρινότητα, la provisionalidad en el empleo público no existe,
η προσωρινότητα στη δημόσια απασχόληση δεν υφίσταται
2. μεταβατικότητα, El período de provisionalidad terminó con la firma del tratado,
Η περίοδος της μεταβατικότητας έληξε με την υπογραφή της συνθήκης
provisionalmente 1. επρ, προσωρινά, προσωρινώς,
El gerente general ha sido nombrado provisionalmente
Ο γενικός διευθυντής έχει διοριστεί προσωρινά,
La carretera fue reabierta provisionalmente tras el accidente,
Ο δρόμος άνοιξε εκ νέου προσωρινά μετά το ατύχημα
provisor 1. α, προμηθευτής, -ια, εφοδιαστής, -ια, El provisor de víveres,
Ο προμηθευτής τροφίμων
2. θρη, καθολικός εκκλησιαστικός δικαστής διορισμένος από τον επίσκοπο, τοποτηρητής,
El provisor de la diócesis emitió un decreto sobre el uso del templo,
Ο εκκλησιαστικός δικαστής της μητρόπολης εξέδωσε διάταγμα για τη χρήση του ναού
proveído 1. α, νομ, προδικαστική απόφαση
proveimiento 1. α, πράξη του proveer, εφοδιασμός, προμήθεια, τροφοδοσία
proveedor, ra 1. ε, α θ, προμηθευτικός, -ή, -ó, εφοδιαστικός, -ή, -ó, προμηθευτής, -ια, εφοδιαστής, -ια, El hospital busca un proveedor fiable de equipos médicos,
Το νοσοκομείο αναζητά έναν προμηθευτή αξιόπιστο για ιατρικό εξοπλισμό
2. σνθ, proveedor de fondos, οκν, χρηματοδότης
proveedor 1. α, πλφ, πάροχος
2. σνθ, proveedor de acceso a Internet, πάροχος πρόσβασης στο Διαδίκτυο
proveedor de servicios Internet, πάροχος υπηρεσιών Διαδικτύου
proveeduría 1. θ, επάγγελμα προμηθευτή
2. πρατήριο-αποθήκη με προμήθειες
provisorato 1. α, θρη, αξίωμα καθολικού εκκλησιαστικού δικαστή που διορίζεται από τον επίσκοπο
2. δικαστήριο και γραφεία καθολικού εκκλησιαστικού δικαστή που διορίζεται από τον επίσκοπο
provisoria 1. θ, θρη, αξίωμα καθολικού εκκλησιαστικού δικαστή που διορίζεται από τον επίσκοπο
2. κελάρι, αποθήκη μοναστηριών όπου φυλάσσονται οι προμήθειες
provisto, ta 1. ε, εφοδιασμένος, -η, -ο, El refugio está bien provisto de alimentos y mantas, Το καταφύγιο είναι καλά εφοδιασμένο με τρόφιμα και κουβέρτες
desproveer 1. ρμ, πρχ δεν-προ-μηθεύω= αποστερώ ή αφήνω χωρίς εφόδια, προμήθεια,
δεν παρέχω, Desproveer de un sueldo, Αποστερώ από ένα μισθό,
La sequía amenaza con desproveer de agua a las comunidades rurales,
Η ξηρασία απειλεί με το να αποστερήσει από νερό τις αγροτικές κοινότητες,
Es un delito desproveer a los trabajadores de su equipo de protección,
Είναι έγκλημα να μην παρέχεις στους εργαζομένους τον προστατευτικό τους εξοπλισμό
desprovisto, ta 1. ε, στερούμενος, -η, -o, ελλιπής, -ές, -ή, χωρίς τα αναγκαία,
El discurso estaba desprovisto de pasión y de argumentos sólidos,
Η ομιλία ήταν στερούμενη πάθους και ισχυρών επιχειρημάτων,
El excursionista fue encontrado desprovisto de comida y agua,
Ο πεζοπόρος βρέθηκε στερούμενος από τροφή και νερό
La comunidad estaba desprovista de servicios básicos tras el huracán,
Η κοινότητα ήταν ελλιπής (ή χωρίς) βασικές υπηρεσίες μετά τον τυφώνα
aprovisionar 1. ρμ, εφοδιάζω, προμηθεύω, τροφοδοτώ,
Tuvimos que aprovisionar el cuartel para todo el invierno,
Χρειάστηκε να εφοδιάσουμε το στρατόπεδο για όλο τον χειμώνα
La empresa debe aprovisionar a sus tiendas con suficiente mercancía,
Η εταιρεία πρέπει να προμηθεύσει τα καταστήματα της με αρκετό εμπόρευμα
2. ραντ, εφοδιάζομαι, nos aprovisionamos para la travesía, εφοδιαστήκαμε για το ταξίδι
3. aprovisionarse de, εφοδιάζομαι με, προμηθεύομαι με,
Debemos aprovisionarnos de botellas de agua,
Πρέπει να εφοδιαστούμε με μπουκάλια νερού,
La gente corrió a aprovisionarse de combustible ante la huelga,
Ο κόσμος έτρεξε να προμηθευτεί με καύσιμα ενόψει της απεργίας
aprovisionamiento 1. α, εφοδιασμός, προμήθεια, τροφοδοσία, εφόδια, προμήθειες,
La crisis ha puesto en riesgo el aprovisionamiento de ciertos materiales,
Η κρίση έχει θέσει σε κίνδυνο τον εφοδιασμό ορισμένων υλικών,
El departamento de aprovisionamiento es responsable de negociar con los proveedores,
Το τμήμα προμηθειών είναι υπεύθυνο για να διαπραγματευτεί με τους προμηθευτές
improvisar πρχ ιμ-προ-βισαρ> μη-προ-βλέψω> ενεργώ χωρίς να έχω προ-βλέψει για κάτι
1. ρμ, ρα, αυτοσχεδιάζω, han improvisado una camilla para trasladar al herido,
αυτοσχεδίασαν ένα φορείο για να μετακινήσουν τον τραυματία
2. φτιάχνω πρόχειρα κάτι, Tuvimos que improvisar una mesa con cajas viejas,
Χρειάστηκε να φτιάξουμε πρόχειρα ένα τραπέζι με παλιά κουτιά
improvisación 1. θ, αυτοσχεδιασμός, Todo debe hacerse estrictamente siguiendo el protocolo. No hay margen para improvisación, Όλα πρέπει να γίνονται αυστηρά ακολουθώντας το πρωτόκολλο. Δεν υπάρχει περιθώριο για αυτοσχεδιασμό
2. πρόχειρη λύση, La falta de repuestos obligó a la improvisación en las reparaciones,
Η έλλειψη ανταλλακτικών ανάγκασε στην πρόχειρη λύση στις επισκευές
improvisadamente 1. επρ, πρόχειρα, αυτοσχέδια
improvisado, da 1. ε, αυτοσχέδιος, -α, -ο, αυτοσχεδιασμένος, -η, -ο, πρόχειρος, -η, -ο,
Dio un discurso improvisado en la cena, Έδωσε έναν αυτοσχέδιο λόγο στο δείπνο
Tuvieron que usar un puente improvisado para cruzar el río,
Χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουν μια πρόχειρη γέφυρα για να διασχίσουν το ποτάμι
improvisador, ra 1. ε, αυτοσχεδιαστικός, -ή, -ό, una enorme capacidad improvisadora,
μια εξαιρετική ικανότητα αυτοσχεδιαστική ή αυτοσχεδιασμού
2. α θ, αυτός, -ή που αυτοσχεδιάζει, αυτοσχεδιαστής, -ια, πολυμήχανος, -η,
en la vida tienes que ser improvisador, στην ζωή πρέπει να είσαι πολυμήχανος
veras= βέρος> αληθινός, γνήσιος, πρχ ver-dad> βερο-τητα> αλήθεια,
πρχ ver > β-ερ> εφ-ορώ> ορώ, όραμα, και οι ιδιότητες τους
éforo 1. α, αρχ, έφορος
diorama 1. α, διόραμα
panorama 1. α, πανόραμα σε τοπίο, θέαμα, όραση γενική, πανοραμική θέα,
La terraza tiene un panorama espectacular de la costa,
Η βεράντα έχει ένα θεαματικό πανόραμα της ακτογραμμής,
La cumbre ofrecía un panorama de 360 grados sobre la sierra,
Η κορυφή πρόσφερε μια πανοραμική θέα 360 μοιρών πάνω από την οροσειρά,
un panorama de la música, το πανόραμα της μουσικής
2. μτφ, συνολική κατάσταση, πανόραμα, τοπίο, σκηνή,
El panorama político se ha complicado después de las elecciones,
Το πολιτικό τοπίο περιπλέχτηκε μετά τις εκλογές,
el panorama económico, η γενική οικονομική κατάσταση
3. θτρ, κυκλόραμα
panorámica 1. θ, πανοραμική θέα, πανοραμική παρουσίαση,
Tomamos una panorámica de la ciudad desde el mirador,
Τραβήξαμε μια πανοραμική φωτογραφία της πόλης από το παρατηρητήριο
2. κνμ, φωτ, πανοραμική λήψη, La película comenzó con una panorámica de los desiertos de Arizona, Η ταινία ξεκίνησε με πανοραμική λήψη των ερήμων της Αριζόνας
panorámico, ca 1. ε, κυρ, μτφ, πανοραμικός, -ή, -ό, συνολικός, -ή, -ό,
El informe presenta una visión panorámica de la situación económica,
Η έκθεση παρουσιάζει μια πανοραμική εικόνα της οικονομικής κατάστασης
veras 1. θ πλ, αλήθεια, El actor reveló las veras sobre la muerte de su esposa en su libro,
Ο ηθοποιός αποκάλυψε την αλήθεια για τον θάνατο της συζύγου του στο βιβλίο του
de veras πρχ βέρος= αληθινός, γνήσιος
1. εκφ, πραγματικά, αλήθεια, για αυτό που δηλώνω, ¿de veras? αλήθεια;
de veras, yo no quería hacerte daño, αλήθεια, δεν ήθελα να σου κάνω κακό
2. σοβαρά, te lo digo de veras, créeme, σου το λέω σοβαρά, πίστεψε με
3. μτφ, πραγματικά, πολύ, es tonto de veras, είναι πολύ βλάκας
me dolió de veras, με πόνεσε πολύ
veraz 1. ε, αληθινός, -ή, -ό, αληθές, -ής, -ή, ειλικρινής, -ές, -ή, αξιόπιστος, -η, -ο,
suceso veraz, αληθινό γεγονός,
El siguiente texto es el testimonio veraz de uno de los testigos,
Το ακόλουθο κείμενο είναι η αληθινή μαρτυρία ενός από τους μάρτυρες
Necesitamos información veraz y detallada para tomar una decisión,
Χρειαζόμαστε πληροφόρηση αληθή και λεπτομερή για να πάρουμε μια απόφαση,
El juez dijo que el testigo fue muy veraz y se lo agradeció públicamente,
Ο δικαστής είπε ότι ο μάρτυρας ήταν πολύ ειλικρινής και τον ευχαρίστησε δημόσια
veracidad 1. θ, αλήθεια, εγκυρότητα, αξιοπιστία, ειλικρίνεια,
No cuestionamos la veracidad de tu explicación, pero necesitamos pruebas,
Δεν αμφισβητούμε την αλήθεια της εξήγησης σας, αλλά χρειαζόμαστε αποδείξεις,
La prensa debe garantizar la veracidad de todas sus noticias,
Ο Τύπος πρέπει να διασφαλίζει την εγκυρότητα όλων των ειδήσεων του
verazmente 1. επρ, αληθινά, πραγματικά, με ακρίβεια, Esta metodología permite el entrenamiento en procedimientos quirúrgicos en un entorno que reproduce verazmente la realidad clínica, Αυτή η μεθοδολογία επιτρέπει την εκπαίδευση σε χειρουργικές επεμβάσεις σε ένα περιβάλλον που αναπαράγει πραγματικά ή με ακρίβεια την κλινική πραγματικότητα
2. ειλικρινά, με ειλικρίνεια, creen que respondió verzmente a las preguntas del fiscal,
Πιστεύουν ότι απάντησε ειλικρινά στις ερωτήσεις του εισαγγελέα
verismo 1. α, τεχ, βερισμός, ρεαλισμός στην τέχνη, πρχ βλεπισμος> αυτό που βλέπουμε
verista 1. ε, τεχ, ρεαλιστικός, -ή, -ó, hizo una representación verista,
έκανε μια ρεαλιστική αναπαράσταση
2. τεχ, βεριστικός, -ή, -ό, του βερισμού, ópera verista, όπερα του βερισμού,
3. α θ, καλλιτέχνης βερισμού
verdad πρχ βερο-τητα> ιδιότητα του βερος> αληθινός,
πρχ βλεπο-τητα> αυτό που βλέπω> αλήθεια
1. θ, αλήθεια, Te estoy diciendo la verdad y nada más que la verdad,
Σου λέω την αλήθεια και τίποτα άλλο παρά την αλήθεια,
La verdad es que el tren salió con veinte minutos de retraso,
Η αλήθεια είναι ότι το τρένο έφυγε με είκοσι λεπτά καθυστέρηση
2. για επιβεβαίωση, αλήθεια; σωστά;, έτσι;, έτσι δεν είναι;
¿no es verdad? δεν είναι έτσι;
Vienes a la fiesta, ¿verdad? Θα έρθεις στο πάρτι, σωστά;
No vendrán mañana, ¿verdad? Δεν θα έρθουν αύριο, έτσι δεν είναι;
3. μτφ, γεγονός, Es una verdad aterradora que hayan ejecutado a muchos inocentes,
Είναι ένα τρομακτικό γεγονός το να έχουν εκτελεστεί πολλοί αθώοι άνθρωποι
4. σνθ, verdad a medias, μισή αλήθεια
verdad de Perogrullo, αυταπόδεικτη αλήθεια
verdad histórica, ιστορική αλήθεια
pura verdad η καθαρή αλήθεια,
cree que está en posesión de la verdad, νομίζει ότι κατέχει την αλήθεια
la verdad, no me importa, η αλήθεια είναι ότι δεν με ενδιαφέρει
la verdad es que no lo sé, η αλήθεια είναι ότι δεν το ξέρω
se lo digo de verdad, σας το λέω ως αλήθεια= σας διαβεβαιώνω
5. εκφ, de verdad, πραγματικά, αληθινά, me gusta de verdad, μου αρέσει πραγματικά
στ’ αλήθεια, σοβαρά, ¿lo dices de verdad? το λες στ’ αλήθεια;
¿de verdad? αλήθεια;
ή αληθινός, αυθεντικός, un jugador de verdad, ένας αληθινός παίκτης
en verdad, ειλικρινά, en verdad te lo digo, σου το λέω ειλικρινά
faltar a la verdad, δεν λέω την αλήθεια
ir con la verdad por delante, πάω με την αλήθεια εμπρός= είμαι ειλικρινής
a decir verdad ή la verdad sea dicha, για να πω την αλήθεια, η αλήθεια να λέγεται
a decir verdad no lo he visto, για να πω την αλήθεια, δεν το έχω δει
cantarle, decirle a alguien cuatro verdades, λέω σε κάποιον 4 αλήθειες=
τα ψέλνω σε κάποιον για τα καλά
las verdades del barquero, μτφ, οι αλήθειες του βαρκάρη=
τα ψέλνω σε κάποιον για τα καλά
juro decir la verdad, toda la verdad y nada más que la verdad,
ορκίζομαι να πω την αλήθεια και μόνο την αλήθεια
las verdades ofenden, η αλήθεια είναι πικρή
la verdad desnuda, al desnudo, η γυμνή αλήθεια
sacarle la verdad a alguien, του εξάγω= κάνω κάποιον να πει την αλήθεια
si bien es verdad que, αν και είναι αλήθεια ότι,
si bien es verdad que lo dijo, no voy a castigarlo,
αν και είναι αλήθεια ότι το είπε, δε θα τον τιμωρήσω
una verdad como un puño, μια αλήθεια σαν μπουνιά= η ωμή, καθαρή αλήθεια
una verdad como un templo, πέρα για πέρα αληθινό ή αναμφισβήτητη αλήθεια,
Lo que te digo es una verdad como un templo, créeme,
Αυτό που σου λέω είναι πέρα για πέρα αληθινό, πίστεψε με
verdaderamente 1. επρ, αληθινά, πραγματικά,
verdaderamente tienes razón, πραγματικά έχεις δίκιο
verdadero, ra 1. ε, αληθινός, -ή, -ó, πραγματικός, -ή, -ó,
historia verdadera, αληθινή ιστορία
la verdadera razón es otra, o πραγματικός λόγος είναι άλλος
una cadena de oro verdadera, μια αληθινή καδένα χρυσού
¿es verdadero o falso?, αληθινό ή ψεύτικο;
El anillo de diamantes es verdadero y no una imitación,
Το δαχτυλίδι με διαμάντια ή το διαμαντένιο δαχτυλίδι είναι αληθινό και όχι απομίμηση
2. αυθεντικός, -ή, -ό, Estoy seguro que es una firma verdadera,
Είμαι σίγουρος ότι είναι μια αυθεντική υπογραφή
3. ειλικρινής, -ές, -ή, su amabilidad era verdadera, η καλοσύνη του ήταν ειλικρινής,
cada vez hay menos personas verdaderas,
κάθε φορά υπάρχουν όλο και λιγότεροι ειλικρινείς άνθρωποι
4. για έμφαση, αληθινός, -ή, -ό, πραγματικός, -ή, -ó,
ha sido un verdadero placer conocerte, ήταν μια αληθινή χαρά το να σε γνωρίσω=
χάρηκα στ’ αλήθεια που σε γνώρισα
Es un placer verdadero pasar tiempo con la familia,
Είναι μια πραγματική ευχαρίστηση να περνάς χρόνο με την οικογένεια
5. εκφ, lo verdadero, το αληθινό, distinguir lo verdadero de lo falso,
ξεχωρίζω το αληθινό από το ψεύτικο
adverar πρχ αδ-βεραρ> δια-βε-βαιώνω ή δίνω ως βέρο κάτι ή κάποιο έγγραφο
1. ρμ, πιστοποιώ, βεβαιώνω, θεωρώ, επικυρώνω,
El historiador adveró la autenticidad del documento medieval,
Ο ιστορικός βεβαίωσε την αυθεντικότητα του μεσαιωνικού εγγράφου
adveración 1. θ, νομ, πιστοποίηση, βεβαίωση, θεώρηση, επικύρωση,
El procedimiento incluye la adveración de la identidad de los firmantes,
Η διαδικασία περιλαμβάνει την πιστοποίηση της ταυτότητας των υπογραφόντων
adverado, da 1. ε, για έγγραφο, κάτι, θεωρημένος, -η, -ο, επικυρωμένος, -η, -ο, πιστοποιημένος, -η, -o, testamento adverado, επικυρωμένη διαθήκη
verificar πρχ βερο-φιάκ-νω> βερο-ποιώ κάτι= βλέπω αν είναι βέρο, αληθινό
1. ρμ, επαληθεύω κάτι, εξακριβώνω, ελέγχω, τσεκάρω, εξετάζω, επιβεβαιώνω,
Debe verificar la identidad de los visitantes en la puerta,
Πρέπει να επαληθεύσει ή να ελέγξει την ταυτότητα των επισκεπτών στην πόρτα,
Voy a verificar en el diccionario cómo se escribe la palabra,
Πάω να τσεκάρω στο λεξικό πώς γράφεται η λέξη,
Los expertos están verificando la autenticidad de la pintura,
Οι ειδικοί επαληθεύουν την αυθεντικότητα του πίνακα,
Los científicos no pudieron verificar los resultados del experimento,
Οι επιστήμονες δεν μπόρεσαν να επιβεβαιώσουν τα αποτελέσματα του πειράματος
La policía acudió al lugar del incidente y verificó que mi versión era la cierta,
Η αστυνομία πήγε στον τόπο του συμβάντος και επιβεβαίωσε ότι η εκδοχή μου ήταν σωστή
2. πραγματο-ποιώ κάτι, διεξάγω, σα να το κάνω αλήθεια, la policía verificó una batida,
η αστυνομία πραγματοποίησε μια έφοδο
3. ραντ, βερο-ποιούμαι= για γεγονός, πραγματοποιούμαι, διεξάγομαι,
la fiesta se verificará mañana, η εορτή θα πραγματοποιηθεί αύριο
Las elecciones se verificaron en marzo, Οι εκλογές διεξήχθησαν τον Μάρτιο
Los cobros se verifican todos los días ante de las 12 del mediodía hora local,
Οι πληρωμές πραγματοποιούνται καθημερινά πριν από τις 12 το μεσημέρι τοπική ώρα
4. επαληθεύομαι για υποψία, υπόθεση για κάτι, για γεγονός, επιβεβαιώνεται,
se han verificado nuestras sospechas, έχουν επαληθευθεί οι υποψίες μας
se verifica que María está embarazada, επαληθεύεται πως η Μαρία είναι έγκυος
los pronósticos se verificaron, τα προγνωστικά επαληθεύτηκαν
verificación 1. θ, επαλήθευση, εξακρίβωση, επιβεβαίωση, βεβαίωση, πιστοποίηση,
verificación de voz, φωνητική επαλήθευση,
El proyecto requiere una verificación exhaustiva de todos los cálculos,
Το έργο απαιτεί μια διεξοδική επαλήθευση, εξακρίβωση όλων των υπολογισμών
La verificación de identidad es obligatoria al entrar,
Η επαλήθευση της ταυτότητας είναι υποχρεωτική όταν μπαίνεις
El cliente recibió la verificación de calidad del producto,
Ο πελάτης έλαβε την πιστοποίηση ποιότητας του προϊόντος
verificable 1. ε, επαληθεύσιμος, -η, -ο, που μπορεί να εξακριβωθεί,
La hipótesis científica debe ser verificable mediante la experimentación,
Η επιστημονική υπόθεση πρέπει να είναι επαληθεύσιμη μέσω του πειραματισμού
verificabilidad 1. θ, επαληθευσιμότητα
verificador, ra 1. ε, α θ, επαληθευτικός, -ή, -ό, επαληθευτής, -ια,
Se implementó un código verificador para aumentar la seguridad,
Εφαρμόστηκε ένας επαληθευτικός κωδικός για να αυξηθεί ή για την αύξηση της ασφάλειας
verificador 1. α, όργανο επαληθευτής, La app utiliza un verificador de identidad biométrico, Η εφαρμογή χρησιμοποιεί έναν επαληθευτή βιομετρικής ταυτότητας
2. σνθ, verificador ortográfico, ορθογραφικός επαληθευτής, έλεγχος
averiguar πρχ α-βερι-γκουαρ> βρί-σκω, εξακριβώνω κάτι μέσω αναζήτησης
πρχ ορώ+άγω> ερευνώ
1. ρμ, βρίσκω, εξακριβώνω, ανακαλύπτω, ερευνώ, εξιχνιάζω,
La agencia está intentando averiguar el paradero del testigo,
Η υπηρεσία προσπαθεί να βρει το κρησφύγετο του μάρτυρα,
tengo que averiguar quién me lo envió, πρέπει να βρω ποιός μου το έστειλε,
Es importante averiguar la causa de la falla en el sistema,
Είναι σημαντικό να εξακριβωθεί η αιτία της βλάβης στο σύστημα
2. ραντ, αβερι-γκουαρ-σε> τα βρίσκω με κάποιον, συνεννοούμαι,
Se averiguan bien con sus hermanos, Βρίσκονται καλά με τα αδέρφια τους
he logrado averiguarme con mis padres, κατάφερα να συνεννοηθώ με τους γονείς μου
3. εκφ, averigüelo Vargas, πρχ βρες-το ή άντε βρες την αλήθεια Βάργκας= τρέχα γύρευε,
άντε να καταλάβεις
averiguación 1. θ, πρχ αβερι-γκουασιον> βρισκ-άγωση> άγω να βρω= έρευνα, διερεύνηση, εξακρίβωση, εξιχνίαση, αναζήτηση, Mis averiguaciones no arrojaron datos relevantes,
Οι έρευνες μου δεν απέδωσαν σχετικά δεδομένα,
La policía abrió una averiguación para determinar la causa del accidente,
Η αστυνομία ξεκίνησε έρευνα για να διαπιστώσει την αιτία του ατυχήματος,
El periódico ha iniciado una averiguación interna sobre el manejo de fondos,
Η εφημερίδα ξεκίνησε μια εσωτερική διερεύνηση για τη διαχείριση των κεφαλαίων
2. εκφ, hacer averiguaciones, κάνω έρευνα
averiguable 1. ε, που μπορεί να βρεθεί, εξακριβωθεί, εξακριβώσιμος, -η, -o,
La causa del error era fácilmente averiguable revisando el historial,
Η αιτία του λάθους ήταν εύκολα εξακριβώσιμη ελέγχοντας το ιστορικό
averiguador, ra 1. ε, α θ, διερευνητικός, -ή, -ό, ερευνητικός, -ή, -ό, ερευνητής, -ια
Hizo preguntas averiguadoras para descubrir el secreto,
Έκανε διερευνητικές ερωτήσεις για να ανακαλύψει το μυστικό
verosímil πρχ βερο-σ-ιμιλ> βερ-ομοιο> αληθ-ομοιο
1. ε, αληθοφανής, -ής, -ές, la escena tiene que ser verosímil,
η σκηνή πρέπει να είναι αληθοφανής,
2. πιστευτός, -ή, -ό, πιθανός, -ή, -ó, nos ha dicho una disculpa verosímil,
μας έχει πει μια δικαιολογία πιστευτή
La teoría que presentaron es verosímil, pero aún no está probada,
Η θεωρία που παρουσίασαν είναι πιθανή αλλά δεν έχει ακόμη αποδειχθεί
verosimilitud πρχ βερο-σ-ιμιλ-ιτουδ> βερα-ομοιό-τητα= αληθ-ομοίωση
1. θ, αληθοφάνεια, la verosimilitud de la escena es increíble,
η αληθοφάνεια της σκηνής είναι απίστευτη
La verosimilitud del relato se perdió cuando introdujo elementos fantásticos,
Η αληθοφάνεια της αφήγησης χάθηκε όταν εισήγαγε φανταστικά στοιχεία
inverosímil 1. ε, μη-αληθοφανής, -ές, -ή, απίθανος, -η, -ο
El testigo presentó una coartada inverosímil,
Ο μάρτυρας παρουσίασε ένα απίθανο ή μη αληθοφανές άλλοθι
La idea de viajar en el tiempo es inverosímil según las leyes de la física,
Η ιδέα του ταξιδιού στον χρόνο είναι απίθανη σύμφωνα με τους νόμους της φυσικής
inverosimilitud 1. θ, μη-αληθο-φάνεια, απίθανο
veredicto πρχ βερο-δεικτό ή βέρο-δικαστή= αληθο-δεικτό ή αλήθεια-δικαστή
1. α, νομ, ετυμηγορία, el juez leyó el veredicto, o δικαστής διάβασε την ετυμηγορία
La defensa apelará el veredicto de culpabilidad,
Η υπεράσπιση θα εφεσιβάλει την ετυμηγορία της ενοχής
2. ετυμηγορία, El veredicto de los críticos sobre la película fue muy positivo,
Η ετυμηγορία των κριτικών για την ταινία ήταν πολύ θετική
3. σνθ, veredicto de culpabilidad, καταδικαστική ετυμηγορία
veredicto de inculpabilidad, απαλλακτική ετυμηγορία
veredicto de inocencia, αθωωτική ετυμηγορία
verídico, ca πρχ βερο-δεικτο= αληθο-δεικτο
1. ε, αληθής, -ής, -ές, αληθινός, -ή, -ό, αληθής, -ές, -ή, historia verídica, ιστορία αληθινή,
El documento contiene información verídica y comprobada,
Το έγγραφο περιέχει αληθινές και επιβεβαιωμένες πληροφορίες
vergüenza πρχ βερ-γκου-εν-σα> βλέπω-κοκκιν-ισα> ντροπή που φαίνεται σε πρόσωπο,
πρχ β-ερ-κοκκινισα> ορω-κοκκινισα
1. θ, ντροπή, αισχύνη, siento vergüenza, νιώθω ντροπή, ντρέπομαι,
Nunca he sentido tanta vergüenza antes, Ποτέ δεν έχω νιώσει τόση ντροπή πριν,
¡qué vergüenza! τι ντροπή! ¡Qué vergüenza! Perdimos el partido 0-6,
Τι ντροπή! Χάσαμε το παιχνίδι με 0-6
2. ντροπαλότητα για κάτι, ντροπή, συστολή, ha superado la vergüenza que tenía de niño,
Έχει ξεπεράσει την ντροπαλότητα που είχε ως παιδί,
la vergüenza no me deja hacerlo, η ντροπή δεν με αφήνει να το κάνω
3. για άτομο, κατάσταση, πράξη που προκαλεί ντροπή= αίσχος, ντροπή, όνειδος,
¡es una vergüenza! είναι αίσχος!
Es una vergüenza para el país que sus atletas hayan dado positivo en doping,
Είναι ντροπή για τη χώρα οι αθλητές της να έχουν βρεθεί θετικοί σε ντόπινγκ
4. ντροπή, τσίπα, φιλότιμο, Si tuvieras un poco de vergüenza, no te pasarías el día ganduleando, Αν είχες λίγη ντροπή, δεν θα περνούσες την ημέρα τεμπελιάζοντας
5. θ πλ, vergüenzas, μτφ, οικ, ντροπαλά μέρη, απόκρυφα, αχαμνά,
La pintura muestra a Adán con una hoja de parra cubriendo sus vergüenzas,
Ο πίνακας απεικονίζει τον Αδάμ με ένα φύλλο συκής που καλύπτει τα απόκρυφα μέρη του
6. εκφ, dar vergüenza, μου δίνει ντροπή, με κάνει να ντρέπομαι,
me da vergüenza decirlo, ντρέπομαι να το πω,
exponer a la vergüenza pública, εκθέτω στη δημόσια ντροπή> σε διαπόμπευση
Sacar a la vergüenza, Βγάζω σε διαπόμπευση
perder la vergüenza, χάνει το αίσθημα ντροπής
sentir, pasar mucha vergüenza, νιώθω, περνάω μεγάλη ντροπή
Sentí vergüenza cuando me caí delante de todos,
Ένιωσα ντροπή όταν έπεσα μπροστά σε όλους,
he pasado tanta vergüenza que se me han salido los colores,
ντράπηκα τόσο πολύ που έγινα κατακόκκινος,
ser de vergüenza, είναι να ντρέπεσαι
tener vergüenza, ντρέπομαι, De la manera que actúa, parece que no tiene vergüenza,
Από τον τρόπο που συμπεριφέρεται, φαίνεται ότι δεν ντρέπεται
avergonzar πρχ αβ-ερ-γκον-σαρ> ορώ-κοκκινίσω κάποιον > να ντροπιάσω
1. ρμ, ντροπιάζω, me avergüenza tu actitud, με ντροπιάζει η στάση σου
Sus malos modales me avergonzaron delante de mis invitados,
Οι κακοί του τρόποι με ντρόπιασαν μπροστά στους καλεσμένους μου
2. ραντ, ντρέπομαι, me avergüenzo de tu conducta, ντρέπομαι για τη συμπεριφορά σου,
¿No te avergüenzas de tus mentiras? Δεν ντρέπεσαι για τα ψέματά σου;
avergonzado, da 1. ε, ντροπιασμένος, -η, -o, está avergonzado, είναι ντροπιασμένος
vergonzoso, sa 1. ε, που ντροπιάζει, ντροπιαστικός, -ή, -ó, επαίσχυντος, -η, -ο
La forma en que te trató fue absolutamente vergonzosa,
Ο τρόπος που σου φέρθηκε ήταν απολύτως ντροπιαστικός
2. για άτομο, που νιώθει ντροπή, ντροπαλός, -ή, -ό, συνεσταλμένος, -η, -o,
Es un niño muy vergonzoso y nunca quiere hablar con extraños,
Είναι ένα πολύ ντροπαλό παιδί και δεν θέλει να μιλάει με ξένους,
es un chico muy vergonzoso, είναι ένα πολύ ντροπαλό αγόρι
Su hermana es más vergonzosa y prefiere quedarse en casa,
Η αδερφή του είναι πιο συνεσταλμένη και προτιμά να μένει σπίτι
3. α θ, ντροπαλός, -ή
vergonzante 1. ε, ντροπιαστικός, -ή, -ό, ντροπαλός, -ή, -ό, επαίσχυντος, -η, -ο,
επονείδιστος, -η, -o, un espectáculo vergonzante, ένα θέαμα ντροπιαστικό
2. ντροπιασμένος, -η, -ο, El indigente se mostraba vergonzante al pedir limosna,
Ο άστεγος φαινόταν ντροπιασμένος όταν ζητούσε ελεημοσύνη
vergonzosamente 1. επρ, με αίσχος, ντροπιαστικά, επαίσχυντα
2. με ντροπαλότητα, ντροπαλά
desvergüenza πρχ δεν-ορω-το κοκκίνισμα> δεν έχω ντροπή
1. θ, ξεδιαντροπιά, ξετσιπωσιά, αυθάδεια, αναίδεια, θράσος, θρασύτητα,
Tu desvergüenza no conoce límites, jovencito, Η αναίδεια σου δεν γνωρίζει όρια, νεαρέ
2. για λόγια, γεγονός, ξεδιάντροπα, χυδαιότητα, προσβολή,
una sarta de desvergüenzas, ένα σωρό προσβολές
Eso que has dicho es una desvergüenza, Αυτό που είπες είναι μια χυδαιότητα
3. χάσιμο αίσχους, ντροπής, ξετσιπωσιά, la desvergüenza de la gente en la televisión,
η ξετσιπωσιά του κόσμου στην τηλεόραση
4. εκφ, tener la desvergüenza de, έχω το θράσος να
desvergonzadamente 1. επρ, αδιάντροπα, αναίσχυντα, ξετσίπωτα
desvergonzado, da 1. ε, α θ, αδιάντροπος, -η, -o, αναίσχυντος, -η, -o, θρασύς, -εία, -ύ,
Es un estudiante muy desvergonzado que siempre miente al profesor,
Είναι ένας πολύ ξεδιάντροπος μαθητής που λέει πάντα ψέματα στον καθηγητή
Pidió un aumento de sueldo de forma desvergonzada a pesar de su mal rendimiento,
Ζήτησε αύξηση μισθού με θρασύ τρόπο παρά τη χαμηλή του απόδοση
2. ξετσίπωτος, -η, -o, es una mujer desvergonzada, είναι μια γυναίκα ξετσίπωτη
3. που μιλά χωρίς ντροπή, αυθάδης, -ης, -ες, αναιδής, -ής, -ές
¡Esa es una manera muy desvergonzada de contestarle a tu mamá!
Αυτός είναι ένας πολύ αναιδής τρόπος να αντιμιλήσεις στη μαμά σου!
4. ξευτιλισμένος, -η, -ο, ξευτίλας
sinvergüenza πρχ σιν-βερ-γκουενσα> άνευ-κοκκινίσματος> άνευ-ντροπής
1. ε, α θ, ξεδιάντροπος, -η, -ο, αθεόφοβος, -η, απατεώνας, -ισσα,
¡Mira a ese sinvergüenza colarse en la fila!
Κοίτα τον ξεδιάντροπο να προσπαθεί να μπει στην ουρά!
El sinvergüenza me robó la cartera mientras estaba distraído,
Ο αθεόφοβος μου έκλεψε το πορτοφόλι ενώ ήμουν αφηρημένος
2. μτφ, χωρίς καμία ντροπή στις πράξεις του, όσιο και ιερό, αχρείος, -α, -ο
Es una persona sinvergüenza que vive de estafar a los demás,
Είναι ένα άτομο αχρείο που ζει με το να εξαπατά τους άλλους
sinvergonzón, ona 1. ε, α θ, ξεδιάντροπος, -η, -o,
Es un sinvergonzón que vive engañando a todo el mundo,
Είναι ένας ξεδιάντροπος που ζει εξαπατώντας τους πάντες
2. με καλή έννοια, κατεργάρικος, -η, -o, κατεργαράκος, -ούλα
sinvergüencería 1. θ, αδιαντροπιά, ξεδιαντροπιά, θράσος
reverencia πρχ ρε-βερ-ενσια> περι-ορό-τητα= περί-βλεψη
1. θ, σεβασμός, ευλάβεια προς κάποιον, Se acercó al maestro con profunda reverencia,
Πλησίασε τον δάσκαλο με βαθύ σεβασμό ή ευλάβεια
2. υπόκλιση ως δείγμα σεβασμού, Hizo una reverencia ante la reina antes de hablar,
Έκανε υπόκλιση μπροστά στη βασίλισσα πριν μιλήσει
reverencial πρχ με περί-βλεψη προς κάποιον
1. ε, ευλαβής, -ής, -ές, σεβαστικός, -ή, -ό, ευλαβικός, -ή, -ό, σεβάσμιος, -α, -ο,
El público observaba el monumento con silencio reverencial,
Το κοινό παρατηρούσε το μνημείο με ευλαβική σιωπή
reverenciar 1. ρμ, πρχ περι-βλέπω= σέβομαι, τιμώ κάποιον, ευλαβούμαι,
El pueblo reverenciaba a sus ancestros por su sabiduría,
Ο λαός σεβόταν βαθιά τους προγόνους του για τη σοφία τους
La comunidad sigue reverenciando la memoria de la santa,
Η κοινότητα συνεχίζει να ευλαβείται τη μνήμη της αγίας
reverente 1. ε, σεβαστικός, -ή, -ό, ευλαβικός, -ή, -ό,
Escuchó el sermón con una actitud reverente y seria,
Άκουσε το κήρυγμα με μια στάση ευλαβική και σοβαρή
reverendísimo, ma 1. ε, θρη, πρχ περι-βλεπότατος, περι-βλεψιμος= σεβασμιότατος, -η, -ο
reverendo, da 1. ε, για φέρσιμο, σεβαστός, -ή, -ό, σεπτός, -ή, -ó
reverendo padre, Σεβαστέ Πατέρα
2. λγτ, σεβάσμιος, -α, -o
3. θρη, α θ, αιδέσιμος, -η
irreverente 1. ε, πρχ α-περι-βλεπτος= ασεβής, -ής, -ές, αν-ευλαβής, -ής, -ές,
Sus comentarios irreverentes sobre la religión causaron controversia,
Τα ασεβή σχόλια του για τη θρησκεία προκάλεσαν αντιδράσεις
irreverencia 1. θ, ασέβεια, ανευλάβεια
irreverenciar 1. ρμ, ασεβώ, αν-ευλαβούμαι, δείχνω ασέβεια, ανευλάβεια σε κάποιον
verecundia 1. θ, πρχ βερε-κουντια> από βερ-γκουενσα= ντροπαλότητα, σεμνότητα,
La actriz habló sobre su vida privada con gran verecundia,
Η ηθοποιός μίλησε για την προσωπική της ζωή με μεγάλη σεμνότητα
inverecundia 1. θ, αναισχυντία, αναίδεια, ασέβεια, θρασύτητα,
La inverecundia de su comportamiento en la iglesia ofendió a los feligreses,
Η ασέβεια της συμπεριφοράς του στην εκκλησία προσέβαλε τους ενορίτες
verecundo, da 1. ε, ντροπαλός, -ή, -ό, συνεσταλμένος, -η, -ο, σεμνός, -ή, -ό
El joven habló con un tono verecundo, casi susurrando,
Ο νεαρός μίλησε με ντροπαλό τόνο, σχεδόν ψιθυρίζοντας
bávaro, ra 1. ε, βαυαρικός, -ή, -ó
2. α θ, Βαυαρός, -ή
Baviera 1. ονο, Βαυαρία