ICTIOL= ΠΡΧ ΙΧΘΥΟΛΗ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
ictiol 1. α, ιχθυόλη
ictiología 1. θ, ιχθυολογία
ictiológico, ca 1. ε, ιχθυολογικός, -ή, -ό
ictiólogo, ga 1. α θ, ιχθυολόγος
ictiosauro 1. α, ιχθυόσαυρος
ictiosis 1. θ, ιχθύωση
ictiocola 1. θ, ιχθυόκολλα
ictiofagia 1. θ, ιχθυοφαγία
ictiófago, ga 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ό με τον ιχθυοφάγο, ιχθυοφάγος
ictiografía 1. θ, ιχθυολογία