HORA

HORA= ΠΡΧ ΩΡΑ, Τ-ΩΡΑ, ΡΟΛΟΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

reloj πρχ ρολόι

1. α, ρολόι πύργου, σταθμού, reloj de torre, estación

2. ρολόι χειρός, Miró su reloj y se echó a correr, Κοίταξε το ρολόι του και άρχισε να τρέχει

3. επιτραπέζιο ρολόι, reloj de sobremesa

4. ρολόι τοίχου, reloj de pared

5. σνθ, reloj analógico, αναλογικό ρολόι

reloj atómico, ατομικό ρολόι

reloj de agua, κλεψ-ύδρα

reloj de arena, κλεψύδρα άμμου

reloj de bolsillo, ρολόι τσέπης

reloj de campana, ρολόι σε καμπαναριό

reloj de cuarzo, ρολόι quartz

reloj de cuco, κούκος

reloj de cuerda, κουρδιστό ρολόι

reloj de longitudes, marino χρονόμετρο βυθού

reloj de péndulo, εκκρεμές

reloj de pesas, μηχανικό ρολόι τοίχου με βαρίδια

reloj de pulsera, ρολόι χειρός

reloj de repetición, ρολόι που χτυπά με επαναλήψεις

reloj de sol, solar, ηλιακό ρολόι

reloj despertador, ρολόι ξυπνητήρι

reloj digital, ψηφιακό ρολόι

reloj eléctrico, ηλεκτρικό ρολόι

reloj magistral, ρολόι μαέστρος= βάσει του οποίου ρυθμίζονται άλλα ρολόγια

reloj parlante, ομιλούν ρολόι= η ώρα που δίνεται μέσω τηλέφωνο

6. εκφ, hacer algo contra reloj, κάνω κάτι ενάντια στο χρόνο, υπό πίεση χρόνου,

trabajamos contra reloj, δουλεύουμε ενάντια στο χρόνο

marchar como un reloj, για μηχάνημα, δουλεύω σαν ρολόι

ή για άτομο, έχω ακρίβεια ρολογιού

poner el reloj en hora, ρυθμίζω την ώρα

ser puntual como un reloj, είμαι ακριβής σαν ρολόι

relojero, ra 1. α θ, πρχ ρολογ-άρης= ωρολογοποιός, ρολογάς

relojería 1. θ, ωρολογοποιείο, ρολογάδικο

2. τέχνη ωρολογοποιίας

horero 1. α, ωροδείκτης

horometría 1. θ, ωρομετρία

horóscopo 1. α, ζώδιο, ¿qué horóscopo eres? τι ζώδιο είσαι;

2. ωροσκόπιο, mi horóscopo dice que tendré suerte,

το ωροσκόπιό μου λέει ότι θα έχω τύχη

hora πρχ ώρα

1. θ, ώρα, 60 λεπτά, debes dormir al menos ocho horas diarias,

πρέπει να κοιμηθείς τουλάχιστον 8 ώρες ημερήσιες

Tengo una reunión en una hora, Έχω μια συνάντηση σε μία ώρα

2. μέρος της ημέρας, ώρα, ¿qué hora es? τι ώρα είναι;

llegamos a altas horas de la noche, φτάσαμε αργά τη νύχτα

ya es hora de ir a dormir, είναι ώρα για ύπνο

3. ραντεβού, tengo hora en el dentista, έχω ραντεβού στον οδοντογιατρό

4. θρη, βιβλίο προσευχών, libro de horas, βιβλίο των ωρών

5. χρόνος, ώρα εύκαιρη για κάτι, es hora de irnos, είναι ώρα να φύγουμε

6. σνθ, hora cero, ώρα μηδέν

hora de Greenwich, ώρα Γκρίνουιτς

hora fatal, μοιραία ώρα

hora legal, επίσημη ώρα

hora libre, διάλειμμα, κενό

hora local, τοπική ώρα

hora oficial, επίσημη ώρα

hora peninsular, η ώρα στην Iβηρική Χερσόνησο

hora punta, ώρα αιχμής

horas canónicas, ώρες προσευχής και λατρείας

horas de consulta, ώρες ιατρείου

horas de oficina, ώρες γραφείου

horas de visita, ώρες επισκεπτηρίου

horas extras, extraordinarias υπερ-ωρίες

horas muertas, ελεύθερος χρόνος, νεκρές ώρες

hora solar, ηλιακή ώρα

hora tonta, ώρα χαζή= της χώνεψης

hora valle, ώρες μειωμένης κίνησης, σαν κοιλάδα άνετα

7. εκφ, ¡a buena(s) horas! σε καλές ώρες= τέτοιες ώρες, πέρασε η ευκαιρία για κάτι!

νωρίς το θυμήθηκες!, τώρα μάλιστα! τώρα δέσαμε!

¡a buenas horas mangas verdes! οικ, μτφ, κατόπιν εορτής, τώρα καληνύχτα!,

φέξε μου και γλίστρησα,

a cualquier hora ó, τι ώρα και να είναι

a la hora, ακριβώς στην ώρα, estaré ahí a la hora, θα είμαι εκεί στην ώρα μου

a la hora de la verdad, την ώρα της αλήθειας

a la hora en punto, στην ώρα ακριβώς

a mis, tus, sus κλπ, horas στην ώρα μου, σου, του, procura que el niño coma a sus horas φρόντισε να φάει το παιδί στην ώρα του

a primera hora, στην πρώτη ώρα= πρωί-πρωί

a primera hora de, νωρίς, a primera hora de la mañana, νωρίς το πρωί, πρωί-πρωί

a primera hora de la tarde, νωρίς το απόγευμα

a todas horas, σε όλες τις ώρες= ανά πάσα στιγμή

a última hora, για πρωί, quedamos a última hora de la mañana,

δώσαμε ραντεβού αργά το πρωί ή την τελευταία στιγμή

dar la hora, δίνω= λέω την ώρα ή για συσκευή, λέω, δείχνω την ώρα,

mi móvil da la hora, το κινητό μου δείχνει την ώρα

de hora en hora, από ώρα σε ώρα

de última hora, της τελευταίας στιγμής

en mala hora, κακή, άσχημη ώρα

entre horas, ανάμεσα στα γεύματα, comer entre horas, να τρως ανάμεσα στα γεύματα estar en horas, στέκομαι=περνάω δύσκολες ώρες

la hora de la verdad, η ώρα της αλήθειας

¡maldita (sea) la hora! ανάθεμα την ώρα

no dar ni la hora, οικ, μτφ, δεν δίνω ούτε του αγγέλου μου νερό

no ver la hora de hacer algo, δεν βλέπω την ώρα να κάνω κάτι

pasar las horas en blanco, δεν κλείνω μάτι ή περνώ ώρες άπραγος

poner en hora, ρυθμίζω την ώρα ή συγχρονίζω το ρολόι μου με άλλον

por hora, για ταχύτητα, ανά ώρα, την ώρα, circulaban a 100 kilómetros por hora,

πήγαιναν με 100 χιλιόμετρα την ώρα

για χρέωση, ανά, την ώρα, cobra 50 euros por hora, χρεώνει, αμείβεται με 50 ευρώ την ώρα

salario por hora, ωρο-μίσθιο

por horas, με την ώρα, trabajar por horas, εργάζομαι με την ώρα

cobra por horas, πληρώνομαι με την ώρα

tener las horas contadas, έχει τις ώρες μετρημένες= δεν μένει πολύ χρόνος,

el enfermo tiene las horas contadas, οι ώρες του ασθενή είναι μετρημένες

tener muchas horas de vuelo, οικ, μτφ, έχω πολλές ώρες πτήσεις= έχω μεγάλη πείρα

ya era hora, καιρός ήταν!

llegarle a alguien la hora, του έρχεται η ώρα θανάτου σε κάποιον,

le ha llegado la hora, έρχεται η ώρα του

hora-hombre 1. θ, οκν, εργατο-ώρα

horario, ria 1. ε, ωριαίος, -a, -o, Hay que tomar en cuenta el costo horario de maquinaria,

Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ωριαίο κόστος των μηχανημάτων

círculos horarios, ωριαίοι κύκλοι

señal horaria, ωριαίο σήμα

cambio horario, αλλαγή ώρας

2. δεξιόστροφος, -η, -ο, που γυρίζει με κατεύθυνση σαν δείκτες ρολογιού

horario πρχ ωράριο

1. α, ωράριο υπηρεσίας, σε δουλειά, πρόγραμμα, horario laboral, ωράριο εργασιακό

Ya tengo mi horario de trabajo para la siguiente semana,

Έχω ήδη το πρόγραμμα εργασίας μου για την επόμενη εβδομάδα

2. ώρα εκκίνησης γεγονότος, el partido ha empezado según el horario previsto,

το παιχνίδι ξεκίνησε σύμφωνα με την καθορισμένη ώρα

3. ωράριο διαδρομών, πίνακας δρομολογίων, horario de vuelos, ωράριο πτήσεων

4. ωρολόγιο πρόγραμμα τάξεων, δραστηριοτήτων

5. ωροδείκτης

6. σνθ, horario continuo, συνεχές ωράριο

horario de trenes, ωράριο δρομολογίων των τρένων

horario de verano, θερινό ωράριο

horario de visitas, ώρες επισκεπτηρίου

horario diurno, nocturno ημερήσιο, νυχτερινό ωράριο

horario escolar, σχολικό ωράριο

horario flexible, ευέλικτο ωράριο

horario intensivo, συνεχές ωράριο

horario lectivo, ωράριο διδασκαλίας

horario partido, διακεκομμένο ωράριο

horario de atención al público, ώρες εξυπηρέτησης του κοινού

horario de máxima audiencia, ζώνη μεγίστης ακροαματικότητας

horario de oficina, ώρες γραφείου

deshora 1. θ, πρχ αντι-ωρα= κακή ώρα για κάτι, ακατάλληλη στιγμή, ώρα για κάτι,

Llámame cuando quieras. No hay deshoras,

Τηλεφώνησε όποτε θέλεις. Δεν υπάρχουν κακές ώρες

2. εκφ επρ, a deshora(s) , παρά-ωρα, άκαιρα, siempre da su opinión a deshora,

πάντα δίνει τη γνώμη του σε ακατάλληλες στιγμές,

tus disculpas llegan a deshora, οι συγγνώμες του φτάνουν άκαιρα

ή σε ακατάλληλη ώρα, como siempre, llegas a deshora,

όπως πάντα έρχεσαι σε ακατάλληλη ώρα

ή εκπρόθεσμα, entregó el trabajo a deshora, παρέδωσε την εργασία εκπρόθεσμα

ή σε ασυνήθιστη ώρα, comer a deshoras, τρώω σε ασυνήθιστες ώρες

ora 1. σνδ, ora… ora…, μια (ώρα, στιγμή)… μια (ώρα, στιγμή)…, ora reían, ora lloraban,

την μια (ώρα, στιγμή) γέλαγαν, την άλλη έκλαιγαν

enhoramala, noramala 1. επρ, πρχ εν-ώρα-μελανή= δυστυχώς, κακιά ή ανάθεμα την ώρα,

enhoramala te conocí, Amanda. Me has hecho muy infeliz,

ανάθεμα την ώρα που σε γνώρισα, Αμάντα. Με έκανες πολύ δυστυχισμένο

ahora πρχ α-ορα> αυτήν την ώρα> τ-ώρα

1. επρ, αυτή την στιγμή= τώρα, ahora no puedo hablarte, τώρα δεν μπορώ να σου μιλήσω 2. αυτό τον καιρό, σήμερα, στις μέρες μας, ahora las mujeres son más libres,

σήμερα οι γυναίκες είναι πιο ελεύθερες

3. σε λίγο, Ahora entro, Σε λίγο μπαίνω

4. τώρα, αμέσως, ahora voy, έρχομαι αμέσως

5. πριν λίγο, ahora me lo han dicho, πριν λίγο= τώρα μου το είπαν

6. εκφ, ahora mismo, αμέσως, lo haré ahora mismo, θα το κάνω αμέσως

ahora o nunca, τώρα ή ποτέ

ahora sí que… τώρα ναι, όντως, ahora sí que me voy, τώρα στ’ αλήθεια φεύγω

de ahora en adelante, από τώρα και στο εξής, από εδώ και εμπρός,

de ahora en adelante no fumo, από εδώ και εμπρός δεν καπνίζω

desde ahora, από τώρα, από αυτή την στιγμή

hasta ahora, τα λέμε σε λίγο, paso por casa y vuelvo, hasta ahora,

θα πάω από το σπίτι και θα γυρίσω, τα λέμε σε λίγο

ή μέχρι τώρα, μέχρι σήμερα, hasta ahora mi hijo no me ha dicho mentiras,

μέχρι σήμερα ο γιός μου δεν μου έχει πει ψέματα

ή για τώρα, Mariano, el hasta ahora presidente, ο Μαριάνο, ο τωρινός πρόεδρος

por ahora, για την ώρα, por ahora parece que funciona, για την ώρα φαίνεται να λειτουργεί

ahora bien, όμως, ωστόσο, esta vez te perdono, ahora bien, no vuelvas a hacérmelo,

αυτή τη φορά σε συγχωρώ, όμως, μην μου το ξανακάνεις

ahora… ahora, ahora estoy triste, ahora alegre, μια είμαι χαρούμενος, μια είμαι λυπημένος ahora que, αλλά, κατά τα άλλα, el piso es mono, ahora que apenas tiene luz,

το διαμέρισμα είναι ωραίο, αλλά μόλις έχει φώς

ή τώρα που, ahora que ya no nos oye, te lo explicaré,

τώρα που πια δεν μας ακούει, θα σου το εξηγήσω

Scroll to Top