HONOR= ΠΡΧ ΟΝΟΡ> ΟΝΟΜΑ= ΤΙΜΗ, ΥΠΟΛΗΨΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
honor
1. α, τιμή, εντιμότητα, mi honor está en juego, διακυβεύεται η τιμή μου
un hombre de honor, ένας έντιμος άνθρωπος
me dio su palabra de honor, μου έδωσε το λόγο της τιμής του
2. καλό όνομα, υπόληψη, τιμή κοινωνική, aquello le reportó más honor que dinero,
εκείνο του πόρισε περισσότερο τιμή απο χρήμα
3. τιμή προς κάποιον, εκτίμηση, nos hizo el honor de invitarnos,
μας έκανε την τιμή να μας καλέσει
4. τιμή σαν ηθική υποχρέωση, el gol del honor, το γκολ της τιμής
5. τιμή γυναίκας, el honor de la mujer era su principal virtud,
η τιμή της γυναίκας ήταν η κύρια αρετή της
6. α πλ, ονομασίες> επαγγελματικές τιμές, τίτλους,
trabaja duro para alcanzar altos honores en su profesión,
δουλεύει σκληρά για να πιάσει υψηλούς τίτλους στο επάγγελμα του
7. εκφ, en honor a la verdad, στο όνομα της αλήθειας, για να πω την αλήθεια,
για να είμαι ειλικρινής, en honor a la verdad, no me ha gustado el partido,
για να είμαι ειλικρινής, δεν μου άρεσε το παιχνίδι
en honor a, de προς τιμήν του, una cena en honor del premio Nobel,
ένα δείπνο προς τιμήν του βραβευμένου με Νόμπελ
hacer honor a, κάνω τιμή σε= τιμώ, con su honradez hace honor a su apellido,
με την ειλικρίνειά του τιμά το επώνυμό του
por mi honor, στην τιμή μου
tener el honor de, έχω την τιμή να
todo está perdido menos el honor, το μόνο που μας έμεινε είναι η τιμή μας
honores 1. α πλ, τιμές, lo recibieron con honores de jefe de Estado,
τον υποδέχτηκαν με τιμές αρχηγού κράτους.
2. σνθ, honores de guerra, τιμές πολέμου
honores militares, στρατιωτικές τιμές
3. εκφ, hacer los honores, κάνω τιμές σε καλεσμένους, φέρομαι ως σωστός οικοδεσπότης ή τιμώ, hicieron los honores a la cocinera pidiendo una segunda ronda,
τίμησαν την μαγείρισσα ζητώντας μια δεύτερη γύρα
rendir honores, απονέμω τιμές
honorar 1. ρμ, πρχ ονοματίζω= τιμώ, se celebró un acto para honorar su memoria,
διοργανώθηκε μια τελετή για να τιμήσουν τη μνήμη του
honorario, ria 1. ε, πρχ ονομάριος= για αξίωμα, τίτλο, επίτιμος, -η, -o,
el cónsul honorario, ο επίτιμος πρόξενος
un miembro honorario, ένα επίτιμο μέλος
un cargo honorario, επίτιμο αξίωμα
honorarios 1. α πλ, ονόματα τιμών ή ωράριο αμοιβής= αμοιβές,
los honorarios de este abogado son muy elevados,
οι αμοιβές αυτού του δικηγόρου είναι πολύ υψηλές
honoris causa 1. τιμής ένεκεν, es doctor honoris causa por tres universidades españolas,
είναι ανακηρυγμένος επίτιμος διδάκτωρ από τρία πανεπιστήμια ισπανικά
honorable πρχ με όνομα
1. ε, πρχ για άτομο, δραστηριότητα, αξιοσέβαστος, -η, -ο, έντιμος, -η, -o,
es una persona honorable, είναι έντιμο πρόσωπο
2. προσφώνηση με κεφαλαίο γράμμα, αξιότιμος, -η, -o, el Honorable ministro,
o αξιότιμος υπουργός.
honorabilidad 1. θ, εντιμότητα, τιμιότητα
honorablemente 1. επρ, έντιμα, τίμια, se gana la vida honorablemente,
κερδίζει τίμια τα προς το ζην
deshonor πρχ δεν έχω όνομα= τιμή
1. α, απώλεια τιμής, εκτίμησης, σεβασμού, ατίμωση, ταπείνωση, όνειδος,
el deshonor ha caído sobre toda su familia, η ατίμωση έχει πέσει σε όλη του την οικογένεια
2. πράξη ή αιτία ατίμωσης, ντροπή, αισχύνη, la traición es el mayor de los deshonores,
η προδοσία είναι η μεγαλύτερη απο τις ατιμώσεις
3. εκφ, el deshonor de la familia, το όνειδος της οικογένειας
ser un deshonor para algo, alguien, αποτελώ προσβολή για κάτι, κάποιον
deshonorar 1. ρμ, πρχ αφαιρώ το καλό όνομα, υπόληψη, ατιμάζω, ντροπιάζω,
La familia consideró que el delito de su hijo había deshonorado su apellido,
Η οικογένεια θεώρησε ότι το έγκλημα του γιου τους είχε ατιμώσει το οικογενειακό τους όνομα
2. ραντ, ατιμάζομαι, ντροπιάζομαι
honorífico, ca πρχ ονοματο-ποιητικός
1. ε, τιμητικός, -ή, -ό, me han nombrado colaboradora honorífica del departamento,
με έχουν ονομάσει επίτιμη συνεργάτιδα του τμήματος
un miembro honorífico, ένα επίτιμο μέλος
2. εύφημος, -η, -o, una mención honorífica, μια εύφημος μνεία
honoríficamente 1. επρ, τιμητικά
honra πρχ ονρα> ονο-ματαρα> όνομα
1. θ, τιμή, υπόληψη ατόμου, es una cuestión de honra είναι ζήτημα τιμής
2. τιμή κοινωνική, φήμη, la honra profesional es lo que más le importa,
η επαγγελματική φήμη είναι αυτό που τον ενδιαφέρει
3. καμάρι, es la honra del país, είναι το καμάρι της χώρας
4. τιμή γυναίκας, dijo que le había quitado la honra a su hija y que debía casarse con ella, είπε πως της είχε αφαιρέσει την τιμή στην κόρη του και έπρεπε να την παντρευτεί
5. σνθ, honras fúnebres, νεκρικές τιμές
6. εκφ, tener algo a mucha honra, έχω κάτι σε πολύ εκτίμηση, καμαρώνω πολύ για κάτι
¡y a mucha honra! τιμή μου και καμάρι μου!
honrar 1. ρμ, δείχνω σεβασμό, τιμώ, σέβομαι, honraréis a tu padre y a tu madre,
τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου
2. τιμώ την προσπάθεια κάποιου, este premio honra su carrera,
αυτό το βραβείο τιμά με βραβείο την καριέρα του
3. τιμώ σαν ευγένεια, nos honró con su presencia, μας τίμησε με την παρουσία του
4. ραντ, αυτο-τιμώμαι= υπερηφανεύομαι για κάτι, αποδίδω τιμή στον εαυτό μου,
se honraba de haber participado en aquella batalla,
υπερηφανευόταν πως είχε συμμετάσχει σε εκείνη την μάχη
honrilla 1. θ, οικ, πρχ ονοματ-ούλη= υπόληψη, τιμή, trataron de salvar su honrilla,
προσπάθησαν να σώσουν την υπόληψή τους
2. εκφ, por la negra honrilla, για την μαυρο-τιμή= για το τι θα πει ο κόσμος
honrado, da 1. ε, για άτομο, τίμιος, -α, -o, es muy honrada, jamás te engañará,
είναι πολύ τίμια, ποτέ δεν θα σε γελάσει
2. για δραστηριότητα, συμπεριφορά, έντιμος, -η, -o,
no quiero robar, solo deseo un trabajo honrado,
δεν θέλω να κλέψω, μόνο επιθυμώ μια δουλειά τίμια
3. υπερήφανος, -η, -o, ικανοποιημένος, -η, -o,
me siento muy honrado por este premio,
νιώθω πολύ υπερήφανος γι’ αυτό το βραβείο
honradez 1. θ, τιμιότητα, εντιμότητα, ευυποληψία,
un gesto de honradez, μια χειρονομία τιμιότητας
la honradez de la gente, η ευυποληψία του κόσμου
honroso, sa 1. ε, τιμητικός, -ή, -ó, έντιμος, -η, -o, una trayectoria honrosa,
μια έντιμη καριέρα
2. αξιοπρεπής, -ής, -ές, una honrosa participación, μια αξιοπρεπής συμμετοχή
hicimos lo que pudimos, y fue una derrota honrosa,
κάναμε ό,τι μπορούσαμε και ήταν μια τιμητική ήττα
honrosamente 1. επρ, τιμητικά, αξιοπρεπώς
honradamente 1. επρ, τίμια, έντιμα, se gana la vida honradamente,
κερδίζει τίμια τα προς το ζην
2. με τιμή, έντιμα, durante 30 años sirvió honradamente en el ministerio,
για 30 χρόνια υπηρέτησε έντιμα στo Υπουργείο
deshonra πρχ δεν έχω όνομα= τιμή
1. θ, απώλεια τιμής, ατίμωση, con esa mentira has labrado tu propia deshonra,
με αυτό το ψέμα έχεις εργασθεί την δική σου ατίμωση
2. πράγμα ή αιτία ατιμίας, αισχύνη, ντροπή, όνειδος, no es ninguna deshonra ser pobre,
δεν είναι ντροπή να είναι κανείς φτωχός
3. εκφ, la deshonra de la familia, το όνειδος της οικογένειας
ser una deshonra para algo, alguien, αποτελεί προσβολή για κάτι, κάποιον
deshonrar 1. ρμ, ατιμάζω, es un maleante que ha deshonrado el nombre de la familia,
είναι ένας εγκληματίας που ατίμασε το οικογενειακό όνομα
2. προσβάλλω την τιμή, deshonras la memoria de tus antepasados,
προσβάλλεις τη μνήμη των προγόνων σου
deshonroso, sa 1. ε, ατιμωτικός, -ή, -ό, επονείδιστος, -η, -ο,
acto deshonroso, ατιμωτική πράξη
honesto, ta πρχ ονεστο> ονομαστος> με όνομα καθαρό
1. ε, έντιμος, -η, -ο, τίμιος, -α, -o, son gente honesta, είναι έντιμοι άνθρωποι
2. ειλικρινής, -ής, -ές, es un chico muy honesto, είναι ενα παιδί πολύ ειλικρινής
3. ενάρετος, -η, -o, una señorita honesta, μια ενάρετη κοπελίτσα
honestar 1. ρμ, τιμώ
honestidad 1. θ, εντιμότητα, τιμιότητα, es un político conocido por su honestidad,
είναι ενας πολιτικός γνωστός για την τιμιότητα του
2. ειλικρίνεια, me habló con honestidad, μου μίλησε με ειλικρίνεια
3. αγνότητα, la honestidad de mi hija, η αγνότητα της κόρης μου
honestamente 1. επρ, έντιμα, τίμια, se gana la vida honestamente,
κερδίζει το ψωμί του τίμια
2. ειλικρινά, habla honestamente, μίλα ειλικρινά
deshonesto, ta 1. ε, ανέντιμος, -η, -o, un político deshonesto, ένας ανέντιμος πολιτικός
2. χωρίς αισχύνη, άσεμνος, -η, -o, ανήθικος, -η, -o, proposiciones deshonestas,
ανήθικες προτάσεις
deshonestidad 1. θ, ανεντιμότητα
2. ανηθικότητα, αισχρότητα
deshonestamente 1. επρ, ανέντιμα
2. ανήθικα, αισχρά
cohonestar 1. ρμ, μτφ, συν->ευ-ονοματίζω κάτι κακό καλό, δικαιολογώ μια πράξη μου, συγκαλύπτω, Siempre encuentra argumentos para cohonestar sus reacciones violentas y presentarlas como justificadas,
Πάντα βρίσκει επιχειρήματα για να δικαιολογήσει τις βίαιες αντιδράσεις του και να τις παρουσιάσει ως δικαιολογημένες
cohonestador, ra 1. ε, συγκαλυπτικός, -ή, -ό, που προσπαθεί να συγκαλύψει
denostar 1. ρμ, πρχ αντ-ονοματίζω= υβρίζω, προσβάλλω με λόγια την τιμή κάποιου, συκοφαντώ, δυσφημώ, sus comentarios sirvieron para denostar al director,
Τα σχόλιά του χρησίμευσαν για να προσβάλλουν την τιμή του σκηνοθέτη
denostación 1. θ, ύβρις, προσβολή λεκτική, συκοφαντία, δυσφήμηση
denuesto 1. α, ύβρις, προσβολή λεκτική, Los denuestros destruyen la autoestima,
Η προσβολές καταστρέφουν την αυτοεκτίμηση
denostador, ra 1. ε, υβριστικός, -ή, -ό, προσβλητικός, -ή, -ό, συκοφαντικός, -ή, -ό
censuró los denostadores rumores sobre el obispo,
Καταδίκασε τις προσβλητικές φήμες για τον επίσκοπο
denostable 1. ε, επιτιμήσιμος, -η, -ο, κατακριτέος, -α, -o