HOLA

HOLA= ΠΡΧ ΑΛΟ, Σ-ΑΛΟΥΤ> ΓΕΙΑ ΜΑΣ, ΠΡΧ ΟΛΕ, ΠΡΧ ΧΑΛΑ-ΣΜΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

hola πρχ αλό, πρχ σ-αλούτ> γειά μας, πρχ όπα!

1. επφ, γεια!, ¡hola! ¿qué tal estás? γεια! τι κάνεις;

2. για έκπληξη, θαυμασμό, ουάου!, όπα!, ¡hola, menudo coche! όπα, αμάξι!

ale 1. επφ, άντε!, πάμε!

hala, ala 1. επφ, για να ενθαρρύνω, άντε!, πάμε!

2. για βιασύνη, ¡hala! ¡levántate ya! άντε! σήκω επιτέλους!

3. για να δείξω απιστία σε κάτι, πρχ καλά!, έλα τώρα!,

dice que sabe francés, ¡hala!, ¡qué mentira!

λέει πως ξέρει γαλλικά, καλά! τί ψέμα

4. για έκπληξη, θαυμασμό, έεελα!, ουάου!, ¡hala! ¡qué guay! ουάου! φοβερό!

5. σαν συμπλήρωμα στο τέλος, πρχ λοιπόν, si tú no vas yo tampoco, ¡hala!

αν δεν πας εσύ δεν πάω ούτε εγώ λοιπόν!

hale 1. επφ, έλα!, άντε!, y hale hop! εμπρός, πάμε!

ole, ole 1. επφ, όλε!, ολέ!

jaleo ηχμ ολέ> σαν ενθάρρυνση, πρχ χαλα-σμός από φωνές, πρχ μπα-χαλο

1. α, παλαμάκια και φωνές στο φλαμένκο

2. φωνασκίες και χειροκροτήματα του κοινού για ενθάρρυνση, ζητωκραυγές,

El jaleo del público animó a los bailarines a darlo todo,

Οι ζητωκραυγές του κοινού ενθάρρυναν τους χορευτές να τα δώσουν όλα

3. κραυγή για να παρακινηθούν τα σκυλιά στο κυνήγι

4. οικ, μτφ, χαλα-σμός απο άτομα= νταβαντούρι, σαματάς,

había un jaleo enorme a la entrada del metro,

είχε ένα χαλασμό από άτομα στην είσοδο του μετρό

5. χαλασμός σε κατάσταση, αταξία, μπάχαλο, ανακατωσούρα, σαματάς, χαλασμός,

¡vaya jaleo de habitación que tenéis! τι μπάχαλο δωμάτιο που έχεις!

no encuentro el documento entre tanto jaleo de papeles,

δεν βρίσκω το έγγραφο μεταξύ τόσου χαλασμού από χαρτιά

debido a un fallo informático había un jaleo increíble en el aeropuerto,

λόγω κάποιου λάθους υπολογιστή δημιουργήθηκε μια απίστευτη αταξία στο αεροδρόμιο

¿Para qué todo este jaleo? ¿Es que no pueden jugar sin hacer ruido, chicos?

Γιατί όλος αυτός ο χαλασμός; Δεν μπορείτε να παίξετε χωρίς να κάνετε θόρυβο, παιδιά;

6. εκφ, armar jaleo, αρμάρω χαλασμό= κάνω φασαρία, σαματά

ή τα κάνω χάλια, δημιουργώ ανακατωσούρα, αναστατώνω

armarse uno un jaleo, οικ, μτφ, τα κάνω όλα μπάχαλο

buscar jaleo, οικ, μτφ, ψάχνω φασαρίες, προβλήματα

estar de jaleo, οικ, μτφ, στέκω σε χαλασμό γιορτής= ξεφαντώνω, γλεντοκοπώ

meterse en un jaleo, οικ, μτφ, μπλέκω σε μπελάδες

jalear 1. ρμ, πρχ ολε-άρω= εμψυχώνω, επευφημώ με φωνή, με χειρονομίες στο φλαμένκο

el público jaleaba a los cantaores, το κοινό επευφημούσε τους τραγουδιστές φλαμένκο

2. εμψυχώνω, ενθαρρύνω, επευφημώ με φωνή,

Todo el estadio jaleaba al atleta nigeriano mientras recorría los últimos 200 metros,

Όλο το στάδιο επευφημούσε τον Νιγηριανό αθλητή καθώς έτρεχε τα τελευταία 200 μέτρα

3. παροτρύνω τα σκυλιά με φωνές στο κυνήγι, για επίθεση,

Jaleé al perro para que atacara al zorro que entró en nuestro jardín,

παρότρυνα τον σκύλο να επιτεθεί στην αλεπού που μπήκε στον κήπο μας

jaleador, ra 1. ε, σε φλαμένκο, που ενθαρρύνει με φωνή, παλαμάκια τους τραγουδιστές και χορευτές του φλαμένκο

2. ενθαρρυντικός, -ή, -ό, εμψυχωτικός, -ή, -ó, aplausos jaleadores,

χειροκροτήματα ενθάρρυνσης

3. α θ, αυτός, -ή που εμψυχώνει στο φλαμένκο

4. υποστηρικτής, -ια, εμψυχωτής, -ια

jaleoso, sa 1. ε, οικ, για άτομο, φασαριόζος, -α, -ικο, που μπλέκει σε χαλασμό

ή θορυβώδης, -ης, -ες No seas jaleoso, Μην είσαι θορυβώδης

2. για περιβάλλον, θορυβώδης, -ης, -ες, μτφ, με πολλά ολέ

Scroll to Top