HOBO

HOBO= ΠΡΧ ΟΜΠΟ> ΣΠΟΔΙΑΣ

hobo 1. α, βοτ, σποδιάς η χρυσόκαρπος

jobo 1. α, βοτ, σποδιάς η χρυσόκαρπος

2. φρούτο του δέντρου σποδιάς η χρυσόκαρπος

3. σνθ, jobo de la India, σποδιάς η γλυκεία

Scroll to Top