HIERBA= ΠΡΧ ΙΠΠΟ-ΦΟΡΒΕΙΟ> ΦΟΡΒΗ> ΓΡΑΣΙΔΙ, ΧΟΡΤΟ, ΤΡΟΦΗ ΓΙΑ ΖΩΑ,
ΠΡΧ HERBALIFE> ΧΕΡΒΑΛ ΛΑΙΦ= ΒΟΤΑΝΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
hierba, yerba πρχ φορβή> γρασίδι
1. θ, χλόη, χόρτο, χορτάρι, el prado está lleno de hierbas,
το λιβάδι είναι γεμάτο απο χορτάρι
2. γρασίδι, γκαζόν, se tumbó en la hierba, ξάπλωσε στο γρασίδι, γκαζόν
3. μτφ, έτος ζώου βοσκής, una res de tres hierbas, ένα ζώο τριών ετών
4. μτφ, αφέψημα, ζεστό, se tomó las hierbas diuréticas, πήρε τα διουρητικά αφεψήματα
5. μτφ, οικ, χόρτο, μαριχουάνα, fumaba hierba, κάπνιζε χόρτο
6. μτφ, ανομοιογένεια, ελάττωμα σε κόσμημα, σαν χόρτο,
esta esmeralda presenta algunas hierbas,
αυτό το σμαράγδι παρουσιάζει ανομοιογένειες
7. σνθ, hierba buena, βοτ, δυόσμος
hierba callera, βοτ, τηλέφιο
hierba de San Juan, βοτ, βαλσαμόχορτο
hierba jabonera, βοτ, σαπουνόχορτο
hierba limonera, βοτ, κιτρονέλλη
hierba medicinal, βότανο
8. εκφ, mala hierba nunca muere, οικ, μτφ, πρμ, μελανή χλόη ποτέ δεν μαυρίζει=
κακό σκυλί ψόφο δεν έχει
ser mala hierba, οικ, μτφ, είμαι ανάποδος άνθρωπος, κακότροπος, τζαναμπέτης
y otras hierbas, οικ, μτφ, και πάει λέγοντας, για να δώσουμε έμφαση σε αναφορά,
estaban implicados consejeros, diputados y otras hierbas,
ήταν μπλεγμένοι σύμβουλοι, βουλευτές και πάει λέγοντας
segarle a alguien la hierba bajo los pies, μτφ, σεγάρω σε κάποιον την χλόη υπο των ποδιών=
τραβώ το χαλί κάτω από τα πόδια κάποιου, υπονομεύω
sentir, ver uno crecer, nacer la hierba, νιώθει, βλέπει ένας να μεγαλώνει, να γεννιέται χλόη=
όταν πήγαινες, αυτός ερχόταν, para cuando te das cuenta, él ya ha visto crecer la hierba,
όταν πάρεις είδηση, αυτός ήδη ερχόταν
hierbabuena, yerbabuena 1. θ, βοτ, χόρτο-καλό= δυόσμος, μέντα
hierbajo, yerbajo 1. α, χορτ-άχο= ζιζάνιο
herbácea 1. θ, βοτ, ποώδες φυτό
herbáceo, a 1. ε, βοτ, ποώδης, -ης, -ες
herbajar 1. ρμ, πρχ φορβίζω= οδηγώ τα ζώα για βοσκή
2. ρα, βόσκω
herbaje 1. α, χόρτο, χορτονομή
2. φόρος βόσκησης
herbajero, ra 1. α θ, φορβ-αρης= εκμισθωτής χορτονομής
herbar 1. ρμ, βυρσοδεψώ χρησιμοποιώντας χόρτο
herbario, ria 1. ε, βοτανικός, -ή, -ό, la medicina herbaria, βοτανική ιατρική
2. α θ, βοτανολόγος
herbario 1. α, βοτανολόγιο
2. ζωλ, μεγάλη κοιλία, ένας από τους τρεις προστομάχους των μυρηκαστικών
herbazal 1. α, χορτολίβαδο, βοσκότοπος
herbero 1. α, ζωλ, μεγάλη κοιλία ένας από τους τρεις προστομάχους των μυρηκαστικών
herbicida 1. ε, α, χορτο-κτόνο= σχετικός, -ή, -ó με ζιζανιοκτόνο, φυτοφάρμακο
herbívoro 1. α, ζωλ, χορτο-βόρο= φυτοφάγο, χορτοφάγο
herbolario, ria 1. α θ, φορβο-λαρης= βοτανο-λόγος
herbolario 1. α, φορβο-λαριο= κατάστημα βοτάνων
herboristería 1. θ, φορβηστερί= κατάστημα βοτάνων
herborizar 1. ρα, φορβορίζω ή χορταριάζω= μαζεύω βότανα
herborización 1. θ, μάζεμα βοτάνων
herboso, sa 1. ε, χορτώδης, -ης, -ες, ποώδης, -ης, -ες
yerba
1. θ, χορτάρι
2. βότανο
3. αρωματικό φυτό για φαγητό
4. χορτάρι, χλοοτάπητας γηπέδου, γκαζόν
5. μτφ, χόρτο, μαριχουάνα
6. σνθ, mala yerba, αγριό-χορτο, ζιζάνιο ή μτφ, για άτομο, κακή φύτρα
yerba artificial, τεχνητός χλοοτάπητας
yerba limonera, κιτρονέλα, λεμονό-χορτο
yerbas aromáticas, αρωματικά φυτά, μυρωδικά
yerbas medicinales, φαρμακευτικά βότανα
7. εκφ, a las finas yerbas, με αρωματικά βότανα
mala yerba nunca muere, μτφ, μελανή φορβή δεν μαυρίζει= κακό σκυλί ψόφο δεν έχει
ser mala yerba, μτφ, οικ, είμαι μελανή φορβή= από κακή φύτρα
y otras yerbas, οικ, μτφ, και άλλα πράγματα
desherbar 1. ρμ, ξε-φορβίζω= ξεχορταριάζω, βοτανίζω
desherbado 1. α, ξεχορτάριασμα, βοτάνισμα
desyerba 1. θ, αγρ, ξεχορτάριασμα, ξεβοτάνισμα
desyerbar 1. ρμ, αγρ, ξεχορταριάζω, ξεβοτανίζω
desyerbador 1. α, αγρ, ξεχορταστήρι= εργαλείο ξεχορταριάσματος
enherbolar 1. ρμ, μτφ, εν-φορβιζω> βάζω δηλητήριο σε βέλη, φορβή σαν δηλητήριο
enyerbar 1. ρμ, καλύπτω με χόρτο
servato 1. α, βοτ, πευκέδανον, αγριόχορτο του είδους peucedanum ojjicinale