ΗIELO= ΡΙΖΑ ΗΕL-> HEL-SINKI> ΧΩΡΑ ΠΑΓΟΥ> ΠΑΓΟΣ, ΨΥΧΟΣ,
ΡΙΖΑ GEL-> ΖΕΛΕ, Τ-ΖΕΛ, ΓΛΑΣΕ> ΜΕ ΟΨΗ ΠΑΓΟΥ, ΠΡΧ ΥΕΛΟ> ΥΑΛΟΣ> ΣΑ ΓΥΑΛΙ Η ΟΨΗ ΤΟΥ ΠΑΓΟΥ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Helsinki 1. ονο, Ελσίνκι
hielo 1. α, πάγος, El sol está derritiendo el hielo, Ο ήλιος λιώνει τον πάγο
2. πάγος σε ποτό, παγάκι, una vodka con hielo, μια βότκα με πάγο
3. πάγος σε δρόμο, la carretera está cubierta de hielo,
o αυτοκινητόδρομος είναι καλυμμένος με πάγο
4. μτφ, ψυχρότητα, el hielo de sus palabras demostró su falta de interés,
η ψυχρότητα στα λόγια του έδειξε την έλλειψη ενδιαφέροντος του
5. σνθ, hielo en barra, παγοκολόνα, πάγος σε μπάρα
6. εκφ, quedarse de hielo, μένω σα πάγος= παγώνω, μένω στήλη άλατος
romper el hielo, σπάω τον πάγο
ser más frío que el hielo, είμαι πιο κρύος κι από πάγο= παγοκολόνα
deshelador 1. α, πρχ ξε-παγωτήρας= μηχανισμός ξεπαγώματος, αποπαγωτικό,
σύστημα θέρμανσης κρυστάλλων
deshelar πρχ αφαιρώ το ζελ> ξε-παγώνω
1. ρμ, τήκω, λειώνω τον πάγο, ξεπαγώνω, λιώνω, αποψύχω,
El sol de la primavera comenzó a deshelar la nieve,
Ο ανοιξιάτικος ήλιος άρχισε να λιώνει το χιόνι
Hay que deshelar el refrigerador al menos dos veces al año,
Θα πρέπει να αποψύχεις το ψυγείο τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο
2. για ποτάμι, λίμνη, ξεπαγώνω
3. μτφ, για σχέσεις, αναθερμαίνω, ξεπαγώνω
4. ραντ, ξεπαγώνει, λειώνει, la nieve en muchas montañas aún no se había deshelado,
το χιόνι σε πολλά βουνά δεν είχε λιώσει ακόμα
5. ξεπαγώνω, Hacía tanto frío que la pizza tardó mucho en deshelarse,
Έκανε τόσο κρύο που η πίτσα άργησε πολύ να ξεπαγώσει
6. για ποτάμι, λίμνη ξεπαγώνει
deshielo 1. α, απόψυξη, λειώσιμο, τήξη πάγου
2. για ποτάμι, λίμνη, ξεπάγωμα
3. μτφ, για σχέσεις, ξεπάγωμα , αναθέρμανση
4. για σωλήνες, παρμπρίζ, ξεπάγωμα
helada 1. θ, παγετός, El pronóstico dice que caerá una helada esta noche,
Η πρόγνωση λέει πως θα πέσει παγετός, κάνει λόγο για παγετό απόψε
2. εκφ, caer una helada, πέφτει παγετός
heladera 1. θ, παγωτομηχανή, παγωτιέρα
heladero 1. α, παγωτοπωλείο, παγωτατζίδικο
2. παγωτατζής πλανόδιος
heladería 1. θ, παγωτοποιία
2. παγωτοπωλείο, παγωτατζίδικο
helado 1. α, παγωτό, le encanta el helado de fresa, του αρέσει πολύ το παγωτό φράουλα
2. σνθ, helado de chocolate, παγωτό σοκολάτα
helado de tres gustos, παγωτό με τρεις γεύσεις
helado, da 1. ε, παγωμένος, -η, -o, Una parte del lago Michigan está helado en invierno,
Ένα μέρος της λίμνης Μίσιγκαν είναι παγωμένο το χειμώνα
¡Tus manos están heladas! Τα χέρια σου είναι παγωμένα!
Nos gusta tomar té helado en el verano,
Μας αρέσει να πίνουμε παγωμένο τσάι το καλοκαίρι
2. μτφ, παγωμένος, -η, -o για άτομο έκπληκτο από κάτι
3. για επιδόρπιο, παγωμένος, -η, -o, una tarta helada, μια τούρτα παγωτό
4. εκφ, dejar a alguien helado, ¡me dejas helado! Με αφήνεις παγωτό!
quedarse helado, έχω μείνει παγωμένος= ξεπαγιάσει
ή μτφ, μένω κατάπληκτος, άναυδος, Me quedé helada con la noticia del asesinato,
Έμεινα άναυδος από την είδηση της δολοφονίας
helador, ra 1. ε, καταψυκτικός, -ή, -ό
heladora 1. θ, παγωτομηχανή, παγωτιέρα
heladura 1. θ, βοτ, σχισμή φλοιού λόγω παγετού
helar
1. ρμ, παγώνω, El viento helado heló las flores, Ο παγωμένος άνεμος πάγωσε τα λουλούδια
2. για λιπαντικό υλικό, παγώνω
3. μτφ, παγώνω, La noticia heló al público, Η είδηση πάγωσε το κοινό
4. ραπρ, κάνει παγωνιά, Anoche heló pero afortunadamente estábamos en nuestra casa,
Έκανε παγωνιά χθες το βράδυ, αλλά ευτυχώς ήμασταν σπίτι
5. ραντ, παγώνω, se me están helando las manos, παγώνουν τα χέρια μου
Las plantas se helaron en invierno, Τα φυτά πάγωσαν τον χειμώνα
6. παγώνω, el lago se ha helado, η λίμνη έχει παγώσει
7. για λιπαντικό υλικό, παγώνω
helamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του helar, helarse
2. παγετός, πάγωμα, ψύξη
helero 1. α, μάζα στρώμα πάγου ή χιονιού στις βουνοκορφές
gel 1. α, ζελέ
2. σνθ, gel de afeitar, τζελ ξυρίσματος
gel de ducha, de baño, σαπούνι τζελ, ντους, αφρόλουτρο
gelatina 1. θ, ζελέ τροφή
2. φρμ, ζελατίνη, ζελατίνα
gelatinobromuro 1. α, φωτ, φωτογραφική βρωμιούχος ζελατίνη
gelatinoso, sa 1. ε, ζελατινώδης, -ης, -ες
galantina 1. θ, μαγ, γκαλαντίνα, πιάτο από άσπρο κρέας, με ζελατίνα
gélido, da από ζελέ= παγωμένος
1. ε, λογ, παγωμένος, -η, -ο, παγερός, -ή, -ó, ψυχρός, -ή, -ó, πολύ κρύος, -α, -ο,
Navegamos a través de las aguas gélidas del ártico,
Πλέουμε μέσα από τα παγωμένα νερά της Αρκτικής
2. μτφ, παγωμένος, -η, -ο, παγερός, -ή, -ό, ψυχρός, -ή, -ό,
La respuesta gélida de nuestra madre reveló que se disgustó con nosotros,
Η παγωμένη απάντηση της μητέρας μας αποκάλυψε ότι δυσαρεστήθηκε μαζί μας
gelificar 1. ρμ, χημ, ζελατινοποιώ
gelificación 1. θ, χημ, ζελατινοποίηση
gelificante 1. ε, χημ, ζελατινοποιητικός, -ή, -ό
gelignita 1. θ, χημ, ζελινίτιδα
glasé 1. ε, γλασέ
2. α, ύφασμα ταφτάς, λόγω υφής
glasear 1. ρμ, γλασάρω
glaseado 1. α, γκλασάρισμα
glaseado, da 1. ε, γκλασαρισμένος, -η, -ο
desglasar πρχ ξε-γλασώνω= αφαιρώ την πήξη από κάτι> αραιώνω
1. ρμ, μαγ, αραιώνω σάλτσα, desglasar con vino, αραιώνω με κρασί
desglaseado 1. α, μαγ, ξεγλασάρισμα, ντεγλασάρισμα,
un desglaseado con vinagre, ένα ξεγλασάρισμα με ξύδι
jalea 1. θ, πρχ σα ζελέ= μαρμελάδα, Unté un poco de jalea en mi tostad,
Άλειψα λίγη μαρμελάδα στη φρυγανιά μου
2. σνθ, jalea real, βασιλικός πολτός
3. εκφ, hacerse, volverse uno jalea, οικ, μτφ, γίνεται ένα ζελέ (μαλακός)= είμαι όλο μέλια, στάζω μέλι
glaciación 1. θ, σχηματισμός ή δημιουργία παγετώνων,
el proceso de glaciación en el Ártico canadiense,
η διαδικασία της δημιουργίας παγετώνων στην καναδική Αρκτική
2. κάλυψη από παγετώνες
3. εποχή παγετώνων
glacial 1. ε, παγετωνικός, -ή, -ό
2. παγερός, -ή, -ό, ψυχρός, -ή, -ό
3. μτφ, παγερός, -ή, -ό, ψυχρός, -ή, -ό
glacialmente 1. επρ, παγερά, ψυχρά
glaciar 1. ε, παγετώδης, -ης, -ες, παγετωνικός, -ή, -ó
2. α, παγετώνας
glaciarismo 1. α, φαινόμενα σχετικά με παγετώνες
glaciología 1. θ, παγετωνο-λογία
glaciólogo, ga 1. α θ, παγετωνο-λόγος
glacis 1. α, στρ, πρχ γ-κλασις> κλίση= κατωφέρεια, πρανές, σε έδαφος
interglaciar 1. ε, μεσο-παγετωνικός, -ή, -ό
posglacial, postglacial 1. ε, γωλ, η μετά τους παγετώνες εποχή
preglaciar 1. ε, γωλ, προ των παγετώνων
congelar
1. ρμ, κυρ, παγώνω, Una ola de frío congeló el lago, Ένα κρύο κύμα πάγωσε τη λίμνη,
El frío intenso en la cumbre le congeló dos dedos de la mano derecha,
Το έντονο κρύο στην κορυφή του πάγωσε δύο δάχτυλα στο δεξί του χέρι
2. για τρόφιμο, καταψύχω, βάζω στην κατάψυξη
3. μτφ, παγώνω, El gobierno ha congelado el sueldo de los funcionarios hasta el año próximo
Η κυβέρνηση έχει παγώσει τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων μέχρι το επόμενο έτος
Congela la imagen. Ese es el sospechoso ingresando a la tienda,
Πάγωσε την εικόνα. Αυτός είναι ο ύποπτος που μπαίνει στο κατάστημα
4. αναστείλω, La junta decidió congelar el proyecto hasta nuevo aviso,
Το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε να αναστείλει το έργο μέχρι νεωτέρας
5. ραντ, παγώνω, Patinamos en el lago cuando se congela en invierno,
Κάνουμε πατινάζ στη λίμνη όταν παγώνει τον χειμώνα
6. καταψύχομαι, για τρόφιμο, υγρό
7. παθαίνω κρυοπάγημα, En su escalada al Himalaya, se le congeló una oreja,
Κατά την ανάβαση του στα Ιμαλάια, του πάγωσε το αυτί
8. μτφ, παγώνω, ξυλιάζω, ¡Me estoy congelando! ¿Puedes cerrar la ventana?
Ξυλιάζω! Μπορείς να κλείσεις το παράθυρο;
congelación
1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του congelar, ψύξη, κατάψυξη
2. για άτομο, κρυοπάγημα, ψύξη
3. μτφ, πάγωμα
4. σνθ, congelación de la imagen, κνμ, τηλ, πλφ, πάγωμα της εικόνας
congelamiento 1. α, congelación
congelado, da 1. ε, παγωμένος, -η, -o
2. για τρόφιμο, κατεψυγμένος, -η, -o
3. μτφ, παγωμένος, -η, -o
4. κνμ, τηλ, πλφ για εικόνα, παγωμένος, -η, -o
congelado 1. α, κατάψυξη σε κάτι
2. κατεψυγμένο προϊόν
3. α, καταψύκτης αυτόνομος
4. κατάψυξη σε ψυγείο
5. α πλ, κατεψυγμένα (τρόφιμα)
congelable 1. ε, πρχ καταψύξιμος, -ο, -η, που μπορεί να καταψυχθεί
congelante 1. ε, ψυκτικός, -ή, -ó
incongelable 1. ε, αντιψυκτικός, -ή, -ó
descongelar πρχ από-κατά-ψύχω
1. ρμ, ραντ, αποψύχω, ξεπαγώνω, Prefiero descongelar la comida la noche antes en vez de utilizar el microondas, Προτιμώ να αποψύξω το φαγητό από το προηγούμενο βράδυ αντί να χρησιμοποιήσω τον φούρνο μικροκυμάτων
2. μτφ, ξεπαγώνω, El gobierno descongeló el salario de los funcionarios después de tres años
Η κυβέρνηση ξεπάγωσε τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων μετά από τρία χρόνια
3. ρμ, κάνω απόψυξη, El técnico nos recomendó descongelar la nevera al menos una vez al año, Ο τεχνικός μας συνέστησε να αποψύχουμε το ψυγείο τουλάχιστον μία φορά το χρόνο
4. αφαιρώ πάγο, Utilicé un rascador para descongelar el parabrisas de mi coche,
Χρησιμοποίησα μια ξύστρα για να ξεπαγώσω το παρμπρίζ του αυτοκινήτου μου
descongelación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του descongelar
descongelador 1. α, αποψύκτης, αποπαγωτήρας
ultracongelación 1. θ, τχν, υπέρψυξη, βαθειά κατάψυξη
ultracongelado, da 1. ε, υπερψυγμένος, -η, -ο, βαθειάς καταψύξεως
ultracongelados 1, α πλ, υπερκαταψυγμένα, τρόφιμα, προϊόντα βαθειάς καταψύξεως