HATO

HATO= ΠΡΧ ΑΤΟ> ΤΑΓ-ΑΡΙ, ΤΟ-ΡΒΑΣ, ΔΙΣΑΚΙ, ΣΑΚΟΣ, ΠΡΧ ΑΤΟ> Μ-ΑΤΣΟ ΑΠΟ ΚΑΤΙ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

atagallar 1. ρα, ναυ, μτφ, ταγάρι σαν πανί πλοίου= πλέω πλησίστιος, με φουσκωμένα πανιά

hato 1. α, μάτσο, μπόγος, μπογαλάκι από ρούχα, πράγματα, hato de ropa, objetos

2. μτφ, μάτσο> μικρό κοπάδι, El ganadero tiene un hato de 50 vacas,

Ο κτηνοτρόφος έχει ένα κοπάδι 50 αγελάδων

ή μέρος που σταματά ο βοσκός με το κοπάδι

3. μτφ, προμήθειες τρόφιμα των βοσκών, hato de pastores

4. πρχ ατο> άτο-μα, πλήθος, Un hato de fans esperaba a la cantante a la salida del hotel,

Ένα πλήθος θαυμαστών περίμενε την τραγουδίστρια στην έξοδο του ξενοδοχείου

5. υτμ, μτφ, σπείρα, συμμορία, Un hato de pícaros, Μια συμμορία απατεώνων

6. εκφ, andar con el hato a cuestas, οικ, μτφ, γυρίζω, αλωνίζω τον κόσμο με το δισάκι

estuvo años por América andando con el hato a cuestas,

ήταν χρόνια Αμερική γυρίζοντας την με το δισάκι

liar el hato, μαζεύω τα μπαγκάζια μου, τα μαζεύω για να φύγω από δουλειά, μέρος

cuando me separé de mi marido, lié el hato y ahora vivo en París,

όταν χώρισα με τον σύζυγο μου, μάζεψα τα μπογαλάκια μου και τώρα ζω στο Παρίσι

hatillo 1. α, μπόγος, μπογαλάκι

2. εκφ, tomar, coger el hatillo, οικ, παίρνω τα μπογαλάκια μου

hatear 1. ρμ, φτιάχνω τα μπογαλάκια μου

2. εφοδιάζω με τρόφιμα, προμήθειες τους βοσκούς

hatería 1. θ, προμήθειες, τρόφιμα των βοσκών

2. εξοπλισμός των βοσκών

hatero, ra 1. ε, ταγαρο-φόρος, -α, -ο, για τα άλογα που μεταφέρουν τις προμήθειες βοσκών

una yegua hatera, μια φοράδα ταγαρο-φόρα

hatijo 1. α, καπάκι της κυψέλης

hatajo 1. α, μικρό κοπάδι

2. υτμ, μτφ, σπείρα, συμμορία

hatajar 1. ρμ, χωρίζω κοπάδι σε ομάδες

Scroll to Top