GUSTO= ΠΡΧ ΓΟΥΣΤΟ, ΓΕΥΣΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
gusto πρχ γούστο
1. α, ικανότητα, αίσθηση γεύσης, el gusto se percibe gracias a la mucosa de la lengua,
η γεύση αντιλαμβάνεται χάρη στην βλεννογόνος της γλώσσας
2. γεύση, el gusto puede ser dulce, salado, ácido o amargo,
η γεύση μπορεί να είναι γλυκιά, αλμυρή, όξινη ή πικρή
3. γεύση παγωτού, un helado de tres gustos, ένα παγωτό με τρεις γεύσεις
4. μτφ, γούστο, προτίμηση σε κάτι, tenemos gustos muy distintos,
έχουμε γούστα πολύ διαφορετικά
5. μτφ, γούστο, ευχαρίστηση, me da gusto oír esa canción,
μου δίνει ευχαρίστηση να ακούω αυτό το τραγούδι
ha sido un gusto conocerle, ήταν μια ευχαρίστηση> χάρηκα να σας γνωρίσω
6. μτφ, γούστο σαν ικανότητα εκτίμησης στο ωραίο, άσχημο,
tiene muy buen gusto, έχει πολύ καλό γούστο
7. μτφ, καπρίτσιο, γούστο, deja a Mateo que se compre la moto ya que tiene ese gusto,
Ας αγοράσει ο Ματέο τη μοτοσικλέτα αφού έχει αυτό το καπρίτσιο
8. εκφ, al gusto, για τρόφιμο που καρυκεύεται στο γούστο μου,
sazonar al gusto, καρυκεύω κατά το γούστο μου, την αρέσκεια μου,
cogerle gusto a algo, οικ, αρχίζει κάτι να είναι του γούστου μου, να ασχολούμαι με αυτό,
le ha cogido gusto al tenis, του έχει αρχίσει να είναι του γούστου του το τένις
con gusto, τρόπος ευγενείας, κάνω με γούστο= ευχαρίστως
lo haré con mucho gusto, θα το κάνω πολύ ευχαρίστως
ή με γούστο αισθητικό, καλαίσθητα
dar gusto, μου δίνει γούστο κάτι> χαρά, ευχαρίστηση,
los niños visitaron a su abuela para darle gusto,
τα παιδιά επισκέφτηκαν την γιαγιά τους για να της δώσουν χαρά
darle gusto a alguien, δίνω ευχαρίστηση σε κάποιον
darse el gusto, δίνω χαρά σε μένα, κάνω το γούστο μου, ευαρεστούμαι,
de cuando en cuando hay que darse un gusto, πού και πού πρέπει να κάνεις το γούστο σου
date el gusto, cómpratelo, δώσε ικανοποίηση στον εαυτό σου και αγόρασέ το
darse el gusto de, προσφέρω στον εαυτό μου την ευχαρίστηση να
despacharse a gusto, ξεσπατσάρομαι ψυχικά, ξεθυμαίνω προς κάποιον, τα ψάλλω,
el entrenador se despachó a gusto contra el equipo contrario,
o προπονητής τα έψαλε για τα καλά στην αντίπαλη ομάδα
el gusto es mío, η ευχαρίστηση είναι δική μου
encontrarse, estar, sentirse a gusto, νιώθω, περνάω ευχάριστα
haber para todos los gustos, έχει για όλα τα γούστα
hacer algo a gusto, κάνω κάτι με την καρδιά μου
hay gustos que merecen palos, υπάρχουν γούστα που είναι για πέταμα
mucho, tanto gusto, τρόπος ευγενείας, χαίρω πολύ (για τη γνωριμία)
no hay gusto sin disgusto, πρμ, ουδέν καλόν αμιγές κακού, δεν υπάρχει ρόδο δίχως αγκάθι no tener gusto para nada, δεν κάνω κέφι για τίποτα
que da gusto, οικ, θαυμάσια
relamerse de gusto, ξερο-γλείφομαι
sobre gustos no hay nada escrito, πρμ, περί ορέξεως ουδείς λόγος
tener buen gusto, για φαί, έχει καλή γεύση, είμαι νόστιμος
ή για άτομο, έχω καλό γούστο
tener mal gusto, έχω άσχημη γεύση ή για άτομο, έχω άσχημο γούστο
tener el gusto por algo, έχω γούστο για κάτι= γουστάρω κάτι
tener gusto a, μου έχει μείνει η γεύση από
tener mucho gusto en, τρόπος ευγενείας, έχω την χαρά, βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να tengo mucho gusto en presentarles el nuevo entrenador,
βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να σας παρουσιάσω το νέο προπονητή
gustazo 1. α, οικ, πρχ γουστάρισμα μεγάλο για κάτι, μεγάλη ψυχική χαρά, απόλαυση,
se dio el gustazo de decirle lo que pensaba de él,
έδωσε την μεγάλη ικανοποίηση στον εαυτό του να του πει ό, τι σκεφτόταν για αυτόν
es un gustazo dormir hasta las once, είναι απόλαυση να κοιμηθείς μέχρι τις 11
2. εκφ, a un gustazo, un trancazo, πρμ, σε ένα γουστάρισμα, ένας τράκος=
ουδέν καλόν αμιγές κακού
darse el gustazo de, έχω την ικανοποίηση, me di el gustazo de mandarlo a paseo,
είχα την ικανοποίηση να του τα ψάλλω
dar un gustazo, μου δίνει, έχω την χαρά, me ha dado un gustazo ir a la fiesta,
ήταν μεγάλη χαρά για μένα να πάω στην γιορτή
ser un gustazo, είναι μια απόλαυση
gustillo πρχ γουστ-ούλι
1. α, γεύση που μένει στο στόμα, este licor tiene un gustillo amargo,
αυτό το λικέρ έχει μια γεύση πικρή
2. μτφ, γεύση σαν εντύπωση, αίσθηση, αυτό που μένει από μια εμπειρία,
la derrota nos dejó un gustillo amargo, η ήττα μάς άφησε πικρή γεύση
esta cafetería tiene un gustillo decadente,
αυτή η καφετέρια έχει μια αίσθηση παρακμιακή
3. μτφ, ευχάριστη αίσθηση, ¡qué gustillo, esta brisa! τι ευχάριστη αίσθηση αυτό το αεράκι!
4. εκφ, dar gustillo, προκαλώ ικανοποίηση
quedarse con gustillo a poco, οικ, μένω με την γεύση στο λίγο= μένω με την όρεξη
tomarle, cogerle gustillo a algo, οικ, λαμβάνω, παίρνω το γούστο από κάτι=
απολαμβάνω να κάνω κάτι, ευχαριστιέμαι, ya le ha cogido gustillo al nuevo trabajo,
πλέον παίρνει χαρά, ευχαριστιέται στην νέα δουλειά
gustar 1. ρα, μου γουστάρει> αρέσει κάτι, με ευχαριστεί, me gusta cómo me miras,
μου αρέσει το πώς με κοιτάς
la película no gustó, η ταινία δεν άρεσε
me gusta mucho ir al parque, μου αρέσει πολύ να πηγαίνω στο πάρκο
las manzanas le gustan con locura, τα μήλα του αρέσουν τρελά, τρελαίνεται για μήλα
2. για έλξη ατόμων, αρέσω, me gustas mucho, μου αρέσεις πολύ
3. ρμ, γεύομαι, δοκιμάζω γεύση, gustar el vino, γεύομαι, δοκιμάζω το κρασί
μτφ, έχω γεύση, εμπειρία από κάτι, en su vida ha gustado todo tipo de emociones,
στην ζωή του έχει γευθεί κάθε τύπο από συγκινήσεις
gustar de, γουστάρω με= απολαμβάνω, no gusto de su compañía,
δεν απολαμβάνω καθόλου την παρέα του
gusta de nadar por las mañanas, απολαμβάνει να κολυμπάει τα πρωινά
4. ραντ, γουστάρονται δύο άτομα, έλκονται, αρέσει ο ένας στον άλλο,
Nikos y Elana se gustan, o Νίκος και η Ελένη αρέσουν ο ένας στον άλλο
5. εκφ, ¡así me gusta! έτσι μ’αρέσει!
como guste(n), όπως σας αρέσει
como te, le κλπ, guste, hazlo como más te guste, κάν’ το όπως σου αρέσει
cuando gusten, όποτε ευαρεστηθείτε
¿gustas? θες;
para lo que usted(es) guste(n) mandar, για όποτε εσείς (ένας ή πολλοί) θελήσετε=
είμαστε στη διάθεσή σας
gustación 1. θ, γευστική δοκιμή
gustativo, va 1. ε, γευστικός, -ή, -ό, papilas gustativas, γευστικοί κάλυκες
gustoso, sa 1. ε, γουστόζικο σε γεύση, γευστικός, -ή, -ó, una fruta muy gustosa,
ένα πολύ γευστικό φρούτο
2. μτφ, κάνω κάτι με γούστο, χαρά, γουστόζικος, -η, -ο,
lo haré gustoso, θα το κάνω ευχαρίστως
asistiré a tu fiesta muy gustoso, θα παρευρεθώ στην γιορτή σου πολύ ευχαρίστως
3. οικ, μτφ, που δίνει γούστο, χαρά, ευχαρίστηση, ευχάριστος, -η, -o,
una sensación muy gustosa, μια πολύ ευχάριστη αίσθηση
los masajes me resultan muy gustosos, τα μασάζ μου είναι πολύ ευχάριστα
gustosamente 1. επρ, κάνω κάτι με γούστο, ευχαρίστως,
lo haré gustosamente, θα το κάνω ευχαρίστως
regusto 1. α, πρχ περι-γευστο= επίγευση από τρόφιμο, ποτό,
Este vino tiene un regusto de pimienta ligero que me gusta,
Αυτό το κρασί έχει μια ελαφριά πιπεράτη επίγευση που μου αρέσει
2. μτφ, εντύπωση που μένει σαν γεύση, lo sucedido nos dejó a todos un regusto de tristeza,
το συμβάν μας άφησε σε όλους μια γεύση λύπης
3. μτφ, για γεύση, σαν στιλ, ύφος που αφήνει κάτι, una obra de regusto romántico,
ένα έργο με ρομαντικό ύφος
arregostarse a 1. ραντ, πρχ περι-γουστάρω με το να κάνω κάτι, μου κάνει κέφι,
αρχίζει να μου γουστάρει> να μου αρέσει κάτι, se arregostó a salir cada noche,
άρχισε να του αρέσει να βγαίνει κάθε βράδυ
arregosto 1. α, περι-γούστο για κάτι> γουστάρισμα να κάνω κάτι πλέον σαν συνήθεια, αδυναμία, επιθυμία, tiene el arregosto de pasear, έχει το γούστο να κάνει περιπάτους
disgusto πρχ δυσ-γούστο= δεν έχω γούστο για κάτι
1. α, για τρόφιμο, ποτό, δυσ-γευσία που μένει, δυσάρεστη γεύση
2. μτφ, δυσαρέσκεια, δυσαρέστηση από ένα γεγονός, αναποδιά, απ-αρέσκεια, ενόχληση,
la pérdida de los documentos le dio un gran disgusto,
η απώλεια των εγγράφων του έδωσε μεγάλη δυσαρέσκεια
3. μτφ, πρχ απογοήτευση απο κάτι, para disgusto de todos, el partido se suspendió,
προς απογοήτευση όλων το παιχνίδι ακυρώθηκε
4. μτφ, δυσαρέσκεια ψυχική= λύπη, στεναχώρια,
el anuncio de su muerte le dio un gran disgusto,
η αναγγελία του θανάτου του προκάλεσε μεγάλη λύπη
5. μτφ, γεγονός που δεν γουστάρω= αναποδιά, αντιξοότητα, δυσκολία, στραβή,
en este trabajo voy de disgusto en disgusto,
σε αυτή την δουλειά πάω από αναποδιά σε αναποδιά
6. μτφ, αντιλογία, τσακωμός, αψιμαχία λόγω αντίθετων γούστων, απόψεων για κάτι,
cada vez que se ven tienen un disgusto, κάθε φορά που βλέπονται έχουν μια αντιλογία
7. εκφ, a disgusto, κόντρα στο γούστο μου= απρόθυμα, με κρύα, βαριά καρδιά
darle un disgusto a alguien, δίνω μια δυσγευσία σε κάποιον= πικραίνω κάποιον
estar, encontrarse a disgusto, αισθάνομαι άβολα σε ένα μέρος,
se nota que está a disgusto entre tantos extraños,
φαίνεται πως αισθάνεται άβολα μεταξύ τόσων ξένων
llevarse, tener un disgusto, έχω δυσαρέσκεια, λύπη, είμαι δυσαρεστημένος, λυπημένος
matar a alguien a disgustos, μτφ, κάνω τη ζωή δύσκολη σε κάποιον
disgustar πρχ δίνω δυσάρεστη γεύση σε κάποιον, έχω αντίθετο γούστο με κάποιον,
δεν γουστάρω κάποιον, κάτι
1. ρμ, δυσ-αρεστώ ψυχικά κάποιον, στεναχωρώ, λυπώ, tus palabras me han disgustado,
τα λόγια σου με έχουν δυσαρεστήσει
2. για κάτι που δεν είναι του γούστου μου αισθητικά, ese sombrero me disgusta,
αυτό το καπέλο δεν μου αρέσει, δεν μου γουστάρει
3. για κάτι που με εκνευρίζει, me disgustan sus aires de grandeza,
με εκνευρίζει ο αέρας μεγαλοπρέπειας του, το ύφος του σπουδαίου που έχει
4. ραντ, χαλάω το γούστο μου> ψυχική διάθεση με κάποιον, κάτι, εκνευρίζομαι, θυμώνω,
no te disgustes conmigo, yo no tengo la culpa, μη μου θυμώνεις, δε φταίω εγώ
sus padres se han disgustado con él por llegar tarde,
οι γονείς του εκνευρίστηκαν μαζί του επειδή έφτασε αργά
5. λυπούμαι, στενοχωριέμαι, se disgustó mucho por su muerte,
λυπήθηκε πολύ από τον θάνατο του
6. δεν γουστάρομαι με κάποιον= τσακώνομαι με κάποιον, χάνω την φιλία μου με κάποιον
disgustado, da 1. ε, δυσαρεστημένος, -η, -ο
2. θυμωμένος, -η, -o, está muy disgustada con nosotros, είναι πολύ θυμωμένη με εμάς
3. στενοχωρημένος, -η, -o, está muy disgustado por el accidente de su padre,
είναι πολύ στεναχωρημένος λόγω του ατυχήματος του πατέρα του
4. απογοητευμένος, -η, -o, estaba muy disgustado, ήταν πολύ απογοητευμένος
5. τσακωμένος, -η, -ο, está disgustado con su jefe, είναι τσακωμένος με τον διευθυντή του
degustar 1. ρμ, πρχ δια-γεύομαι= δοκιμάζω τροφές, κρασί
degustación 1. θ, δοκιμή τροφής ή κρασιού
degustador, ora 1. α θ, δια-γευστηρ= δοκιμαστής -ια
ragú, ragout 1. α, πρχ ραγού