GÁMBARO= ΠΡΧ ΓΑΜΠΑΡΗ, ΓΑΡΙΔΑ, ΠΡΧ ΜΕ ΚΑΜΑΡΑ, ΚΑΜΠΗ> ΓΑΡΙΔΑ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
gámbaro 1. α, ζωλ, γάμπαρη
camarón 1. α, μικρή γαρίδα, un plato de camarones fritos, ένα πιάτο γαρίδες τηγανητές
camaronero, ra 1. α θ, ψαράς γαρίδων
2. πωλητής, -ια γαρίδων
cámbaro 1. α, πρχ κάβουρας, καβούρι
Camerún 1. ονο, Καμερούν
camerunés, esa 1. ε, καμερουνέζικος, -η, -o
2. α θ, Καμερουνέζος, Καμερουνέζα