GUATEMALA

GUATEMALA= ΠΡΧ ΓΟΥΑΤΕΜΑΛΑ

Guatemala 1. ονο, Γουατεμάλα

2. εκφ, salir de Guatemala para entrar en Guatepeor, πέφτω από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη, πηγαίνω από τον Άννα στον Καϊάφα

guatemalteco, ca 1. ε, Γουατεμαλτέζικος, -η, -ο, από τη Γουατεμάλα

2. α θ, Γουατεμαλέζος, Γουατεμαλέζα

Scroll to Top