GUASA= ΠΡΧ ΓΚΟΥΑΣΑ> ΧΑΖΑ Ή ΚΑΖΟ= ΑΣΤΕΙΟ, ΠΛΑΚΑ,
GUASÓN> ΓΟΥΑΣΟΝ> ΓΕΛΑΣΟΝ> ΑΤΟΜΟ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΚΑΖΟ Ή ΑΣΤΕΙΑ ΚΑΙ ΓΕΛΑΣ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
guasa 1. θ, οικ, πρχ γκουασα> χαζά, κάζο ή που γκαζώνει τον άλλον = αστείο, πλάκα,
no me vengas con guasas y contesta,
μην μου έρχεσαι με χαζά> αστεία και απάντησε
¡se acabó la guasa! τέλειωσε το αστείο!, τέρμα η πλάκα!
2. ειρωνεία, σκωπτικότητα, χιούμορ, ¡qué guasa tiene la niña! τι ειρωνεία έχει η μικρή!
la guasa andaluza, το ανδαλουσιανό χιούμορ
3. λόγια χαζά= κρυάδα, ya estoy harto de tanta guasa,
βαρέθηκε πια με όλες αυτές τις κρυάδες
4. εκφ, estar de guasa, μιλάω ή κάνω χαζά> πλάκα, αστειεύομαι,
no te enfades con él, solo está de guasa, μην θυμώνεις με αυτόν, μόνο κάνει πλάκα,
No para de bromear, siempre está de guasa,
Δεν σταματά να αστειεύεται, πάντα κάνει πλάκα
hablar en guasa, αστειεύομαι
dejarse de guasas, σταματώ τα αστεία
sin guasa, δίχως πλάκα, πέρα από την πλάκα
¡ni en guasa! ούτε για αστείο
¡qué guasa hacer esto! τι αστείο! ή τι κρυάδα!
tener mucha guasa, ειρ, ¡tiene mucha guasa la cosa! έχει πολύ πλάκα το πράμα!
tomarse algo a guasa, παίρνω κάτι στα αστεία,
Es un asunto serio, no te lo tomes a guasa,
Είναι ένα σοβαρό θέμα, μην το παίρνεις στα αστεία
guasearse 1. ραντ, κάνω χαζά= αστειεύομαι, κάνω πλάκα
guasearse de 1. ραντ, κάνω πλάκα με κάτι, κάποιον, guasea de todo,
κάνει πλάκα με τα πάντα
se guasea de todos sus compañeros, κάνει πλάκα με όλους τους συναδέλφους του
2. κοροϊδεύω κάποιον, ¿te guaseas de mí? με κοροϊδεύεις;
guaseo 1. α, οικ, αστείο, πλάκα
guasón, ona 1. ε, οικ, χλευαστικός, -ή, -ó, περιπαιχτικός, -ή, -ó, ειρωνικός, -ή, -ό,
επειδή θέλει να φανεί χαζός ο άλλος,
Mi madre se enfadó por el tono guasón que usó mi hermano con ella,
Η μητέρα μου θύμωσε με τον χλευαστικό τόνο που χρησιμοποίησε ο αδερφός μου μαζί της
respuesta guasona, απάντηση περιπαιχτική
2. για άτομο που κάνει χαζά= πειραχτικός, -ή, -ó, αστειευόμενος, -η, -ο,
es tan guasona que nadie la toma en serio,
είναι τόσο αστειευόμενη που κανείς δεν την παίρνει στα σοβαρά
3. α θ, χωρατατζής, -ού, πειραχτήρι, Eres una guasona, Blanca,
Είσαι ένα πειραχτήρι, Μπλάνκα