GRITO

GRITO= ΗΧΜ, ΓΚΡ-ΓΚΡ> ΓΚΑΡΙΣΜΑ, ΚΡΑΥΓΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

grito ηχμ γκρ= γκάρισμα

1. α, κραυγή, ουρλιαχτό, dio un grito al quemarse, έβγαλε μια κραυγή όταν κάηκε

Escuché un grito proveniente de la tienda de campaña del soldado herido,

Άκουσα μια κραυγή προερχόμενη από τη σκηνή του τραυματισμένου στρατιώτη,

Dio un grito de alegría al vernos, Έβγαλε μια κραυγή χαράς μόλις μας είδε

2. γεω, ηχμ, κρ-κρ των πάγων πριν σπάσουν

3. σνθ, grito de socorro, κραυγή βοήθειας

4. εκφ, alzar el grito, υψώνω τον τόνο της φωνής

dar, pegar un grito, βγάζω μια κραυγή

a grito pelado, limpio, με κραυγή= με δυνατή φωνή

hablar a gritos, μιλάω φωναχτά

pedir a gritos, αιτούμαι με κραυγές κάτι= χρειάζομαι επειγόντως

pegarle cuatro gritos a alguien, βάζω 4 γκαρίσματα= τις φωνές σε κάποιον

poner el grito en el cielo, βάζω κραυγή στον ουρανό= διαμαρτύρομαι φωνάζοντας

prorrumpir en gritos, ξεσπώ σε κραυγές

el último grito, μτφ, οικ, η τελευταία μόδα

grita 1. θ, πολλά γκρ= κραυγές, φωνασκίες, χαμός από φωνές, κραυγές,

Se hizo una grita en la reunión de vecinos cuando anunciaron los cambios,

Έγινε χαμός από φωνές στη συνάντηση γειτόνων όταν ανακοινώθηκαν οι αλλαγές

2. μτφ, γιουχάισμα, La grita al final de la obra fue vergonzosa,

Το γιουχάισμα στο τέλος του έργου ήταν ντροπιαστική

gritar 1. ρα, γκρ= γκαρίζω, ουρλιάζω, κραυγάζω, φωνάζω, από θυμό, φόβο, αποδοκιμασία,

no grites, que ya te he oído, μην γκαρίζεις, σε έχω ακούσει

El niño gritó cuando vio la araña, Το αγόρι ούρλιαξε όταν είδε την αράχνη

2. ουρλιάζω, se pilló los dedos en la puerta y se puso a gritar,

έπιασε τα δάχτυλά της στην πόρτα και άρχισε να ουρλιάζει

3. ρμ, γκαρίζω σε κάποιον, φωνάζω, μαλώνω, ¡no me grites, que no fue culpa mía!

μη μου φωνάζεις, δεν ήταν φταίξιμο δικό μου!

4. λέω κάτι δυνατά, φωνάζω, El entrenador gritó las jugadas a su equipo,

Ο προπονητής φώναξε τα παιξίματα στην ομάδα του

5. εκφ, gritar de, ουρλιάζω από, gritó de dolor, de alegría, ούρλιαζε από πόνο, χαρά

gritería 1. θ, γκαρίσματα, κραυγές, φωνασκίες,

¿Qué es esa gritería? – Parecen Felipe y Mariana, están discutiendo,

Τι είναι αυτή η φωνασκία; – Μοιάζουν με τον Φελίπε και τη Μαριάνα, μαλώνουν

griterío 1. α, γκαρίσματα, κραυγές, φωνασκίες, el griterío de los niños,

τα γκαρίσματα των παιδιών

gritón, ona 1. ε, οικ, μτφ, γκαρίζων= φωνακλάδικος, -η, -ο, φωνακλάς, -ού, -άδικο

quirite 1. α, ιστ, κυρίτης

Scroll to Top