GRIS= ΠΡΧ ΓΚΡΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
gris 1. α, χρώμα γκρι
2. μτφ, όργανο αστυνομικό, μπάτσος, λόγω γκρι στολής, los grises le arrestaron,
οι μπάτσοι των συνέλαβαν
3. οικ, μτφ, παγωμένος αέρας, απο γκρι ουρανό
4. ζωλ, νυφίτσα, λόγω χρώματος
gris 1. ε, για ρούχο, γκρι
2. γκρίζος, -α, -o για ημέρα, καιρό, me gustan los días grises del otoño,
μου αρέσουν οι γκρίζες ημέρες του φθινοπώρου
ή μτφ, που φέρνει λύπη, λυπημένος, -η, -ο, un día gris lo tiene cualquiera,
μια ημέρα λυπημένη την έχει ο καθένας
3. μτφ, για άτομο, άχρωμος, -η, -o, άτονος, -η, -o, μέτριος, -α, -ο,
empleado gris, μέτριος άτονος
4. μτφ, για κάτι, μονότονος, -η, ο, βαρετός, -ή, -ό, σαν γκρί χρώμα
resultó un concierto gris, ήταν ενα κοντσιέρτο μονότονο
agrisar 1. ρμ, γκριζάρω κάτι, δίνω γκρι απόχρωση, las nubes agrisaron el día,
τα σύννεφα γκρίζαραν την ημέρα
2. ραντ, γκριζάρω
agrisado, da 1. ε, γκριζαρισμένος, -η, -o
grisear 1. ρα, γκριζάρω
grisáceo, a 1. ε, γκριζωπός, -ή, -ó
griseta 1. θ, ύφασμα απο μετάξι με λουλούδια
2. αρρώστια δέντρων λόγω διείσδυσης στον κορμό με στίγματα λευκά, μαύρα, κόκκινα
petigrís 1. α, ζωλ, πρχ ποδο-γκρι= ονομασία γούνας σκίουρου της Σιβηρίας