GOLFO

GOLFO= ΠΡΧ Γ-ΚΟΛΦΟ> ΚΟΛΠΟΣ, ΚΟΡΦΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

golfo 1. α, γεω, πρχ γκολφο= κόλπος

el golfo de México, o κόλπος του Μεξικού

el golfo de Panamá, o κόλπος του Παναμά

el golfo Pérsico, o Περσικός κόλπος

2. κόλπος από θάλασσα= πέλαγος, μεγάλη έκταση θάλασσας χωρίς νησιά,

El golfo de las Damas, το πέλαγος των Νταμας

golfo, fa 1. ε, α θ, που κάνει κόλπα, λαμόγιο, κολπατζίδικος, -η, -ο, κολπατζής, -ού,

unos golfos merodean por el barrio, μερικοί κολπατζίδες τριγυρνούν στην γειτονιά

2. που του αρέσει ο κόρφος, κόλπος της γυναίκας, η άσωτη ζωή= άσωτος, -η, -o,

έκλυτος, -η, -o, ακόλαστος, -η, -ο, es un golfo, cada noche se va de juerga,

είναι ένας άσωτος, κάθε βράδυ πάει για γλέντι

noche golfa, νύχτα άσωτη

golfo, fa 1. α θ, που κυνηγάει κόλπους γυναικείους ή διασκέδαση, αλήτης, γλεντζές

2. τεμπέλης, -α, Juan es un golfo. Se pasa todo el día tirado en el sofá,

Ο Χουάν είναι τεμπέλης. Περνάει όλη μέρα ξαπλωμένος στον καναπέ

golfa 1. θ, οικ, υτμ, που δίνει τον κόλπο της= πόρνη, τσούλα

2. παλιοβρώμα, βρομοθήλυκο

golfear 1. ρα, ζω με κόλπα χωρίς να δουλεύω= τεμπελιάζω, αλητεύω,

Oye, Manuel, ¿te vas a pasar la vida golfeando? – Si puedo, ¿por qué no?

Έι, Μανουέλ, θα περάσεις τη ζωή σου τεμπελιάζοντας; – Αν μπορώ, γιατί όχι;

2. οικ, δίνω τον κόλπο μου= κάνω πιάτσα, εκδίδομαι επί χρήμασι, εκπορνεύομαι

golfería 1. θ, σύνολο από άτομα που κάνουν κόλπα= αλητοπαρέα, τεμπελόσκυλα

ή πράξη, συμπεριφορά τέτοιων ατόμων, αλητεία, τεμπελιά, ραθυμία

golfante 1. ε, α θ, που κάνει κόλπα για να ζήσει, τεμπέλης, -α, -ικο, νωθρός, -ή, -ó

engolfar 1. ρα, ραντ, ναυ, εισέρχομαι σε κόλπο

2. αρμενίζω σε κόλπο θάλασσας= μακριά απ’ τη στεριά,

la fragata se engolfó en poco tiempo, η φρεγάτα εγκολπώθηκε> αρμένισε σε λίγο χρόνο

3. ραντ, εν-κολπώνομαι σε κάτι= απορροφώμαι, πέφτω με τα μούτρα σε κάτι,

los niños se han engolfado en la televisión,

τα παιδιά έχουν πέσει με τα μούτρα στην τηλεόραση

Scroll to Top