GOLF

GOLF= ΠΡΧ ΓΚΟΛΦ, ΗΧΜ ΓΚΟΛΠ> ΧΤΥΠΩ, ΠΡΧ ΚΟΛΑΦΟΣ, ΠΡΧ ΚΛΑΩ> ΚΟΒΩ, ΠΡΧ ΚΛΗΡΟΣ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

golf 1. α, αθλ, γκολφ

golfista 1. α θ, γκολφίστας, παίκτης, -ια γκολφ

golfístico, ca 1. ε, γκολφιστικός, -ή, -ό, σχετικός με το γκολφ,

circuito golfístico, τουρνουά γκολφ

técnica golfistica, τεχνική του γκολφ

golpe  ηχμ γκολπ> χτύπημα , πρχ γ-κολαφος, πρχ γκλοπ> έννοια χτυπήματος

1. α, κτύπημα, κτύπος με αντικείμενο, με μέρος σώματος, μπουνιά, γροθιά,

ήχος από χτύπημα, se oyeron unos golpes en el piso de arriba,

ακούστηκαν μερικά χτυπήματα στον επάνω όροφο,

La piñata se rompió después de un solo golpe con el bate,

Η πινιάτα έσπασε μετά από ένα μόνο χτύπημα με το ρόπαλο,

Mark se metió en una pelea en el bar y le dieron un golpe en la cara,

Ο Μαρκ τσακώθηκε στο μπαρ και δέχτηκε γροθιά στο πρόσωπο

2. μτφ, χτύπημα, πλήγμα, la enfermedad de su amigo fue un duro golpe para él,

Η ασθένεια του φίλου του ήταν ένα βαρύ πλήγμα για αυτόν

3. μελανιά, μώλωπας, χτύπημα σε άτομο, Tenía el cuerpo lleno de golpes,

Το σώμα του ήταν γεμάτο με μώλωπες

4. χτύπημα, σημάδι, βαθούλωμα, El único daño fue un pequeño golpe en la puerta,

Η μόνη ζημιά ήταν ένα μικρό χτύπημα στην πόρτα

El único daño del accidente fue un pequeño golpe en el guardabarros,

Η μόνη ζημιά από το ατύχημα ήταν ένα μικρό βαθούλωμα στο φτερό

5. μτφ, σύρραξη, El desacuerdo entre las naciones condujo a un tremendo golpe militar,

Η διαφωνία μεταξύ των εθνών οδήγησε σε μια τεράστια στρατιωτική σύρραξη

6. μτφ, πλήθος από κάτι, alrededor de la bombilla había un golpe de mosquitos,

Γύρω από τη λάμπα υπήρχε ένα σμήνος κουνουπιών

7. μτφ, χτύπημα= ληστεία, consideraron el robo del banco como el golpe del siglo,

θεώρησαν την ληστεία της τράπεζας ως την ληστεία του αιώνα

8. μτφ, ευφυολόγημα, ατάκα, Α veces tiene unos golpes muy graciosos,

Μερικές φορές έχει μερικές ατάκες πολύ αστείες

9. μτφ, αιφνίδια ανατροπή σε ταινία, έργο, σκηνή, στιγμή, σαν χτύπημα απότομο,

me perdí los mejores golpes de la película por llegar tarde,

έχασα τις καλύτερες στιγμές της ταινίας επειδή άργησα

10. χτύπος, παλμός καρδιάς

11. κομμάτι από ύφασμα, τσόντα, από κλάσμα

12. αθλ, σε τένις, γκολφ, βολή

13. σνθ, golpe bajo χτύπημα χαμηλό = κάτω από την ζώνη

golpe de aire, ριπή αέρα

golpe de Estado, πραξικόπημα

golpe de fortuna, γύρισμα της τύχης

golpe de gracia, χαριστική βολή

golpe de mar, κύμα που σκάει

golpe de pecho, χτύπος στο στήθος = ήμαρτον

golpe de salida, σήμα αναχώρησης

golpe de suerte, ξαφνική εύνοια της τύχης

golpe de timón, τιμονιά

golpe de tos, κρίση βήχα

golpe maestro, magistral, αριστοτεχνική κίνηση, ενέργεια

golpe preparado, στημένη δουλειά

golpe seco, ξερό κτύπημα

14. εκφ, acusar el golpe, υφίσταμαι τις συνέπειες

a golpe de, με τη χρήση (χτύπο) από κάτι,

χάρη στο ότι (με ρήμα)

a golpes, με χτύπους = με ξύλο, με τη βία ή κατά διαστήματα (σαν χτύπος ρολογιού)

se abrió paso a golpes, άνοιξε δρόμο με χτυπήματα

el motor del coche está frío, por eso avanza a golpes,

Η μηχανή του αυτοκινήτου είναι κρύα, γι’ αυτό προχωρά με διακοπές

a golpe seguro, με χτύπο σίγουρο= με σιγουριά, σταθερά

al (primer) golpe de vista, με την πρώτη ματιά

¡buen golpe! καλό χτύπημα = εύστοχο!

dar el golpe, οικ, δίνω το χτύπο = αιφνιδιάζω ή καταπλήσσω

dar el gran golpe, κάνω την μεγάλη έκπληξη

dar golpes, δίνω χτύπους ενάντια , με κάτι (contra , con algo) χτυπώ

darse golpes de pecho, χτυπάω το στήθος μου

darse, pegarse un golpe con, contra algo, πέφτω πάνω, προσκρούω με, πάνω σε κάτι

dar un golpe a algo, alguien con algo, χτυπάω κάτι κάποιον με κάτι

de golpe, ξαφνικά, απότομα, cerró la ventana de golpe, έκλεισε το παράθυρο απότομα

de un golpe, με ένα χτύπο = μονομιάς, μεμιάς

errar, fallar el golpe, αστοχώ

moler a golpes, οικ, μυλίζω με χτύπους = σπάω στο ξύλο

no dar, pegar golpe, δεν δίνω, κολλάω χτύπο = δεν κάνω τίποτα, την περνώ ζωή και κότα

no ha dado ni golpe en toda la mañana, δεν έχει κάνει τίποτα όλο το πρωί

parar el golpe, αποτρέπω, σταματώ κάποιο πλήγμα> κίνδυνο, απειλή για κάτι,

el préstamo que consiguió paró el golpe de la mala situación del negocio,

Το δάνειο που πήρε σταμάτησε το πλήγμα της κακής επιχειρηματικής κατάστασης

tener buenos golpes, οικ, είμαι ατακαδόρος, ευφυολόγος, πνευματώδης

golpear  1. πρχ γ-κολπεαρ> γ-κολαφίζω ή ηχμ γκολπ-ίζω> γ-κοπ-ανάω = χτυπώ

ρμ, κτυπώ, κοπανάω ένα αντικείμενο, El jugador golpeó fuerte la pelota,

Ο παίκτης χτύπησε δυνατά την μπάλα

ή χτυπώ, κοπανάω άθελα μου, Caminaba mirando el móvil y golpeó la farola que había en la acera,

Περπατούσε κοιτάζοντας το κινητό του και χτύπησε τη λάμπα του δρόμου που είχε στο πεζοδρόμιο

2. κυρ, μτφ, χτυπώ, βαρώ, κολαφίζω άτομο, Lo golpeó en el estómago,

Τον χτύπησε στο στομάχι

El abogado golpeó la mesa durante el juicio,

Ο δικηγόρος χτύπησε το τραπέζι κατά τη διάρκεια της δίκης,

Parece que esa familia está maldita, porque es la tercera vez que les golpea la mala suerte en este año,

Φαίνεται ότι αυτή η οικογένεια είναι καταραμένη, γιατί αυτή είναι η τρίτη φορά που τους χτυπάει κακή τύχη φέτος,

3. ρα, χτυπάω, Las ramas del árbol golpearon contra la puerta,

Τα κλαδιά του δέντρου χτύπησαν στην πόρτα,

la lluvia golpea contra los cristales,

η βροχή χτυπά πάνω στα παράθυρα

4. ραντ, χτυπάω μόνος μου, Se golpeó contra la mesa al caerse,

Χτύπησε κόντρα στο τραπέζι όταν έπεσε,

Me golpeé el pie contra la puerta tratando de darle una patada al balón,

Χτύπησα το πόδι μου στην πόρτα προσπαθώντας να δώσω μια κλωτσιά στην μπάλα

golpazo 1. α, δυνατό χτύπημα, El golpazo en la rodilla me provocó un enorme cardenal,

Το χτύπημα στο γόνατό μου προκάλεσε μια τεράστια μελανιά

golpetazo 1. α, βρόντηγμα, χτύπημα δυνατό, cerró la ventana de un golpetazo,

έκλεισε το παράθυρο με ένα χτύπημα

golpeador, ra 1. ε, πρχ που κολαφίζει= κτυπών, -ούσα, -όν, κακοποιητικός, -ή, -ό,

La víctima obtuvo una orden judicial de restricción contra su marido golpeador,

Το θύμα έλαβε δικαστική εντολή περιοριστικών μέτρων κατά του κακοποιητικού συζύγου της

2. α, κτυπητής, κρούστης

golpete 1. α, αντικείμενο που κρατάει την πόρτα, παράθυρο να μην χτυπάει, ανάσχεση, στοπ

golpetear πρχ κολαφίζω έντονα

1. ρμ, χτυπώ συνέχεια, βροντοκοπώ, El maestro golpeteó el pizarrón con la tiza,

Ο δάσκαλος χτύπησε συνεχόμενα τον μαυροπίνακα με κιμωλία

¿Quién me golpeteó en el hombro? Ποιος με χτύπησε στον ώμο;

2. χτυπώ ρυθμικά, απαλά κάτι, τα δάκτυλα στο τραπέζι,

El alumno aburrido golpeteaba la mesa con los nudillos,

Ο βαριεστημένος μαθητής χτύπαγε το τραπέζι με τις αρθρώσεις του

3. για βροχή που πέφτει, χτυπώ, la lluvia golpeteaba las ventanas,

η βροχή χτυπούσε τα παράθυρα

4. ρα, για βροχή, πέφτω επάνω, La lluvia golpeteaba en el techo,

Η βροχή έπεφτε στην οροφή

5. μτφ, χτυπάω, κροταλίζω, Ese tornillo suelto sigue golpeteando dentro del motor,

Αυτή η χαλαρή βίδα κροταλίζει συνέχεια μέσα στον κινητήρα

golpeteo κολάφισμα συνεχές

1. α, κτύπος συνεχόμενος από κάτι ή για δάχτυλα,

No entendía de dónde venía ese golpeteo ligero,

Δεν κατάλαβα από πού προερχόταν αυτό το ελαφρύ χτύπημα,

El golpeteo de los dedos de Laura me molestaba,

Το χτύπημα των δακτύλων της Λάουρα με ενοχλούσε

Nos despertaron en mitad de la noche el golpeteo de las ventanas,

Μας ξύπνησαν στη μέση της νύχτας ο χτύπος των παραθύρων

2. για βροχή, μονότονο κτύπημα σταγόνας, El golpeteo de la lluvia en los cristales,

Το χτύπημα της βροχής στο γυαλί

3. για κινητήρα, μηχανισμό, συνεχές θόρυβος, χτύπημα, κροτάλισμα

golpetillo 1. α, μαχαίρι με πτυσσόμενη λεπίδα

golpista 1. ε, α θ, πραξικοπηματικός, -ή, -ό, πραξικοπηματίας,

El golpe fracasó, y todos los golpistas fueron enviados a prisión,

Το πραξικόπημα απέτυχε και όλοι οι πραξικοπηματίες στάλθηκαν στη φυλακή

Es la segunda intentona golpista que sufre el país en menos de una década,

Είναι η δεύτερη απόπειρα πραξικοπήματος που έχει υποστεί η χώρα σε λιγότερο από μια δεκαετία

golpismo 1. α, στάση θετική σε πραξικόπημα

agolpar 1. πρχ κολαφίζω κάτι> στριμώχνω ή κολπίζω> μαζεύω σαν κόλπος και οι έννοιες τους,

εκφράζει την αιφνίδια ή μαζική συσσώρευση ανθρώπων ή ψυχικών καταστάσεων σε έναν συγκεκριμένο «χώρο» (φυσικό ή νοητό).

ρμ, μτφ, στριμώχνω, La bibliotecaria agolpó los libros en la repisa para que cupieran,

Η βιβλιοθηκάριος στρίμωξε τα βιβλία στο ράφι για να χωρέσουν

2. ραντ, για άτομα, ζώα, στριμώχνομαι, συνωστίζομαι,

Los fanáticos se agolpaban en la entrada del estadio impacientes por ver el partido,

Οι οπαδοί συνωστιζόντουσαν στην είσοδο του γηπέδου, ανυπόμονοι για να δουν τον αγώνα

3. κυρ, μτφ, για πράγματα, προβλήματα, μαζεύομαι, συσσωρεύομαι, πλημμυρίζω,

Al verla, los recuerdos se agolparon en su cabeza,

Βλέποντάς την, οι αναμνήσεις πλημμύρισαν, ήρθαν μαζικά στο κεφάλι του,

Se le agolparon todas las emociones de esos días y rompió a llorar,

Του ήρθαν μαζικά όλα τα συναισθήματα εκείνων των ημερών και ξέσπασε σε κλάματα

agolpamiento 1. α, στριμωξίδι, συνωστισμός κόσμου, πλήθος,

Un agolpamiento de fans esperando para saludar a su ídolo le impidió al cantante salir por la puerta principal,

Ένα πλήθος θαυμαστών περιμένοντας να χαιρετήσουν το είδωλο τους τον εμπόδισε τον τραγουδιστή να φύγει

από την κύρια πόρτα

clástico, ca 1. ε, γωλ, κλαστικός, -ή, -ό

2. κλαστός, -ή, -ό, κλασματικός, -ή, -ό, χωρισμένος σε κομμάτια

panclastita 1. θ, παγκλαστίτιδα

incólume 1. ε, πρχ άνευ-κλάσμα, κόψιμο ή χωρίς να κολοβωθεί> α-κολοβος=

αβλαβής, -ές, -ή, σώος, -α, -o, Tuvimos un terrible accidente automovilístico, pero afortunadamente salimos incólumes, Είχαμε ένα τρομερό τροχαίο ατύχημα, αλλά ευτυχώς βγήκαμε σώοι και αβλαβείς

calamidad πρχ καλαμιδαδ> για κλάματα ή από κλάσμα ή κολάφισμα = χτύπημα μοίρας

1. θ, συλλογική συμφορά, la guerra es una calamidad, o πόλεμος είναι συμφορά

2. ατομική συμφορά, δυστυχία, καταστροφή, αντιξοότητα,

La sequía fue una calamidad para los granjeros locales,

Η ξηρασία ήταν μια καταστροφή για τους τοπικούς αγρότες

¡qué calamidad! τι καταστροφή!

3. εκφ, pasar calamidades, περνάω δυστυχίες

ser alguien una calamidad, για άτομο, είμαι καταστροφή,

Ana quemó la comida, es una calamidad, Η Άννα έκαψε το φαγητό, είναι καταστροφή

calamitoso, sa 1. ε, καταστροφικός, -ή, -ό, La guerra civil tuvo consecuencias calamitosas,

Ο εμφύλιος πόλεμος είχε καταστροφικές συνέπειες

clema 1. θ, ηκλ, κλέμα διακλάδωσης

clemátide 1. θ, βοτ, κληματίδα

clero 1. α, θρη, κλήρος, ιερατείο

2. σνθ, clero regular, secular, μοναστικός, κοσμικός κλήρος

clérigo 1. α, θρη, ιερέας

2. γραφιάς, επειδή οι ιερείς ήταν γραφιάδες

clerigalla 1. θ, θρη, κληρικαριό= παπαδαριό

clerofobia 1. θ, κληροφοβία, αντικληρικαλισμός

clerófobo, ba 1. ε, α θ, θρη κληροφοβικός, -ή, -ό, αντικληρικαλιστικός, -ή, -ó,

αντικληρικαλιστής, -ια

clerecía πρχ κληρότητα

1. θ, θρη, κλήρος, ιερατείο

2. σώμα κληρικών

3. σνθ, mester de clerecía, λγτ, λογοτεχνικό είδος που καλλιεργήθηκε κατά το Μεσαίωνα από Ισπανούς κληρικούς

clergyman 1. α, θρη, εκμοντερνισμένη ιερατική αμφίεση

clerical 1. ε, α, θρη, κληρικός, -ή, -ό, κληρικός

clericalismo 1. α, θρη, κληρικαλισμός, κληρικοκρατία

clericatura 1. θ, θρη, κληρικό αξίωμα

clon 1. α, κλόουν

2. άτομο ίδιο με κάποιον= κλώνος

3. βιο, κλώνος

clonar 1. ρμ, βιο, κλωνοποιώ

clonación 1. θ, βιο, κλωνοποίηση

2. σνθ, clonación terapéutica, θεραπευτική κλωνοποίηση

clónico, ca 1. ε, κλωνικός, -ή, -ó, célula clónica, κύτταρο κλωνικός

2. πλφ, συμβατός, -ή, -ó

3. α, πλφ, κλώνος

clan 1. α, πρχ κλώνος, σαν από το ίδιο κλωνάρι όλοι = ομάδα συγγενών, φυλή, φατρία,

se relaciona con un clan mafioso, σχετίζεται με μια φατρία μαφιόζικη

coluro 1. α, αστρ, κόλουρος

gladiolo, gladíolo 1. α, βοτ, γλαδιόλα

gladiolo, gladíolo 1. α, βοτ, γλαδιόλα

gladio 1. α, βοτ, τύφη, σαν σπαθί που χτυπά

gladiador 1. α, πρχ από κλάω, κλαδεύω> κόβω ή γλαδιόλα> κλαδί σαν σπαθί= μονομάχος,

El gladiador salió a la arena del circo romano y se enfrentó al león con gran valentía,

Ο μονομάχος μπήκε στην αρένα του ρωμαϊκού τσίρκου και αντιμετώπισε το λιοντάρι με μεγάλο θάρρος

gladiatorio, -ia 1. ε, σχετικός, -η, -ό με μονομάχο

Scroll to Top