GOL

GOL= ΠΡΧ ΓΚΟΛ, ΤΕΡΜΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

gol 1. α, αθλ, τέρμα, γκολ, Carlos anotó el primer gol del partido,

Ο Κάρλος πέτυχε το πρώτο γκολ του αγώνα

2. κερκίδα πίσω από εστία

3. σνθ, gol cantado, ευκαιρία για σίγουρο γκολ

gol del empate, τέρμα ισοφάρισης

gol del honor, γκολ της τιμής

gol de penalty, γκολ από πέναλτι

gol fantasma, γκολ, που μέτρησε αλλά δεν μπήκε

gol average, διαφορά τερμάτων

gol olímpico, γκολ απο πλάγιο

4. εκφ, marcar, meter un gol, βάζω γκολ, σκοράρω

meterle un gol a alguien, οικ, μτφ, την φέρνω σε κάποιον

golaveraje, golaverage 1. α, αθλ, διαφορά τερμάτων, συντελεστής τερμάτων

golazo 1. α, οικ, γκολάρα, αριστοτεχνικό γκολ

goleada 1. θ, πολλά γκολ, καταιγισμός τερμάτων, tu equipo ha ganado por goleada,

η ομάδα σου έχει κερδίσει με πολλά γκολ

2. εκφ, ganar por goleada, νικώ με μεγάλη διαφορά

perder por goleada, χάνω με πολλά γκολ, υφίσταμαι σαρωτική ήττα, διασυρμό

goleado, da 1. ε, γκολαρισμένος, -η, -ο, με πολλά γκολ δεχόμενα,

el equipo salió goleado, η ομάδα έφυγε δεχόμενη πολλά γκολ

goleador, ra 1. ε, που βάζει γκολ, un equipo goleador, μια ομάδα που σκοράρει

2. α θ, σκόρερ

golear 1. ρμ, σκοράρω, βάζω πολλά συνεχόμενα γκολ, El equipo local goleó a su rival,

Η γηπεδούχος ομάδα σκόραρε πολλά γκολ στον αντίπαλό της

Scroll to Top