GAUCHO= ΠΡΧ ΚΑΟΥ-ΜΠΟΥ> ΓΚΑΟΥΤΣΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
gaucho 1. α, γκάουτσο, καουμπόυ σε Αργεντινή, Ουρουγουάη
gaucho, ha 1. ε, σχετικός, -ή, -ó τους γκάουτσο
gauchesco, ca 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με τους γκάουτς, poema gauchesco, ποίημα με θέμα τους γκάουτσο και την πάμπα
gauchismo 1. α, λγτ, φιλολογικό κίνημα για θέματα σχετικά με πάμπα και ζωή των γκάουτσο