GATO= ΓΑΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ
gato, ta 1. α θ, γάτος, γάτα, Mi gato maúlla cuando tiene hambre,
Η γάτα μου νιαουρίζει όταν πεινάει
ή α, αιλουροειδές, σαν αναφορά στο είδος
2. οικ, μτφ, Μαδριλένος , -ια, nací en Madrid, así que soy gata,
γεννήθηκα στην Μαδρίτη, οπότε είμαι Μαδριλένια
3. α, μτφ, γρύλος αυτοκινήτου, σαν γάτος με ουρά το σχήμα,
necesito el gato para cambiar la rueda del coche,
χρειάζομαι ένα γρύλλο για να αλλάξω την ρόδα του αμαξιού
4. ξυλ, σφιγκτήρας
5. μτφ, κομπόδεμα ή χρήματα σε κομπόδεμα
6. ποντικοπαγίδα
7. μτφ, κλέφτης, λωποδύτης, λαμόγιο, La poli cree que los gatos actúan más en los centros comerciales que antes,
Η αστυνομία πιστεύει ότι οι κλέφτες είναι πιο δραστήριοι στα εμπορικά κέντρα από πριν
8. μτφ, γάτος, άτομο έξυπνο, πονηρός , -ή
9. σνθ, gato callejero, κεραμιδόγατος
gato de angora, γάτα Αγκύρας
gato montes, αγριόγατα
gato romano, γάτα πιτσιλωτή
10. εκφ, comérsele el gato la lengua a alguien, οικ, μου έφαγε τη γλώσσα η γάτα,
aquí hay gato encerrado, μτφ, οικ, εδώ έχει γάτο κλεισμένο= κάποια παγίδα υπάρχει,
κάποιο λάκκο έχει η φάβα
cuando el gato no está los ratones bailan, οικ, όταν λείπει η γάτα, χορεύουν τα ποντίκια
cuatro gatos, 4 γάτοι= τρεις κι ο κούκος
dar gato por liebre a alguien, δίνω γάτα αντί λαγό= πουλάω φύκια για μεταξωτές κορδέλες
de noche todos los gatos son pardos, τη νύχτα όλοι ίδιοι φαίνονται
gato escaldado (del agua fría huye), όποιος καεί στο χυλό φυσάει και το γιαούρτι
llevarse el gato al agua, οικ, να φέρω τον γάτο στο νερό= τα καταφέρνω με κάτι
varios la cortejaban pero él se llevó el gato al agua,
αρκετοί την κόρταραν αλλά αυτός την κατάφερε
ή τα βγάζω πέρα ή τα καταφέρνω με κάτι μόνο εγώ
lavarse a lo gato ή como un gato, πλένομαι α λα γάτος ή σαν γάτος= επιφανειακά
gato viejo, παλιός γάτος= παλιά καραβάνα, ya es gato viejo, así que se las sabe todas,
πλέον είναι παλιά καραβάνα, οπότε τα ξέρει όλα τα κόλπα
gatito, ta 1. α θ, γατάκι, γατούλα
gata 1. θ, σύννεφο που αγγίζει στο βουνό σαν να το σκαρφαλώνει, σαν γάτα
gatada 1. θ, γατιά= κίνηση, ενέργεια χαρακτηριστική της γάτας,
Mi gato se la pasa acicalándose. ¿Es normal? – Sí, claro, es una gatada típica,
Η γάτα μου περνάει την μέρα να αυτό-περιποιείται. Είναι αυτό φυσιολογικό;
– Ναι, φυσικά, είναι μια τυπική ενέργεια γάτας
2. μτφ, κατεργαριά, πονηριά, λαμογιά, κόλπο, τέχνασμα,
¡No te dejes engañar por sus gatadas! ¡Te está usando!
Μην ξεγελιέσαι με τα κόλπα του! Σε χρησιμοποιεί!
3. μτφ, σταμάτημα απότομο του λαγού στο κυνήγι για να αποφύγει τα σκυλιά
4. εκφ, hacer gatadas, κάνω κατεργαριές, πονηριές, λαμογιές, κόλπα
Preparar, armar una gatada, μτφ, οικ, ετοιμάζω κατεργαριά
a gatas 1. εκφ, πρχ σα γάτα= πάω σαν γάτα στα τέσσερα, μπουσουλώντας
andar, ir a gatas, περπατάω στα τέσσερα, μπουσουλάω
salir a gatas de un apuro, οικ, βγαίνω= ξεμπλέκω μετά βίας, σαν γάτα σε τσακωμό,
όπως-όπως, όπου φύγει, φύγει από κίνδυνο, ζόρι
y los que anduvo a gatas, και αυτά που περπάτησε μπουσουλώντας= χωρίς τα καλοκαίρια, λέγεται για που άτομο που δεν δηλώνει την αληθινή ηλικία του ή αυτή που του αποδίδουν, Tiene cuarenta años, y los que anduvo a gatas, Είναι 40 χρονών, χωρίς τα καλοκαίρια
gatazo 1. α, γάταρος, μεγάλος γάτος
2. οικ, μτφ, κατεργαριά, μπαμπεσιά, απάτη, απατεωνιά, κομπίνα, κόλπο,
Cira fue víctima de un gatazo telefónico y perdió parte de sus ahorros,
Η Σίρα έπεσε θύμα τηλεφωνικής απάτης και έχασε μέρος των αποταμιεύσεων της
3. εκφ, dar gatazo (a alguien), οικ, του την κάνω, εξαπατώ, την φέρνω σε κάποιον
gateado, da 1. ε, σαν της γάτας, γατίσιος, -α, -o, ojos gateados, γατίσια μάτια
gatear 1. ρα, μτφ, πάω σαν γάτα= μπουσουλάω, El bebé comenzó a gatear el mes pasado,
το μωρό άρχισε να μπουσουλάει τον περασμένο μήνα
2. σκαρφαλώνω, σαν τον γάτο, gateó por el árbol para coger la pelota,
σκαρφάλωσε στο δέντρο για να πιάσει την μπάλα
3. ρμ, για γάτο, γρατζουνάω, el gato gateó al niño, ο γάτος γρατζούνισε το παιδί
4. οικ, μτφ, για άτομο, βουτάω, σουφρώνω, ξαφρίζω, σαν γάτος,
sin darme cuenta me han gateado el bolso, χωρίς να πάρω είδηση μου βούτηξαν την τσάντα
gatera 1. θ, πρχ γατ-ιερα= πορτάκι, θυρίδα σκύλου, γάτας,
El gato pasó a la casa por la gatera, Η γάτα πέρασε στο σπίτι από το πορτάκι της γάτας
2. μτφ, α θ, για άτομο, κλέφτης, -α, λωποδύτης , -ια
gatero, ra 1. ε, πρχ γατο-φόρος, -α, -ο, για μέρος όπου ζούνε, μαζεύονται πολλές γάτες,
plaza gatera, πλατεία γατοφόρα, με γάτες
2. α θ, γατοπώλης, -ισσα
3. γατόφιλος, -λη
gatería πρχ γατο-λόι
1. θ, γατό-τσουρμο, σύνολο από γάτες
2. μτφ, αλητοπαρέα, συμμορία, τσέτα
3. μτφ, οικ, κολακεία, γαλιφιά, πονηριά σε φέρσιμο για να πετύχω κάτι, σαν τρίψιμο γάτας,
le sonsacó lo que quería saber con gatería, του εκμαίευσε αυτό που ήθελε με πονηριά
gatunero 1. α, πρχ γατον-φέρον= σαν γάτος που κλέβει κρέας= λαθρέμπορος κρεάτων
gatuno, na 1. ε, γατίσιος, -α, -o, ojos gatunos, γατίσια μάτια
gatuña 1. θ, βοτ, ονωνίς η ακανθώδης, αγκάθια, πρχ σαν γατα-νύχια
guepardo 1. α, ζωλ, γατόπαρδος
gatuperio, a 1. α, οικ, μτφ, πρχ γατο-φοριο= συνονθύλευμα, σαν σύνολο από γάτους
2. οικ, μτφ, κόλπο, κομπίνα, me parece que en esa propuesta hay un feo gatuperio,
μου φαίνεται πως σε αυτή την πρόταση υπάρχει μια κομπίνα
3. εκφ, armar un gatuperio, κάνω σαματά, φασαρία
gatillo πρχ γατ-ήλι> σαν νύχια γαμψά γάτας= με κυρτό σχήμα
1. α, μτφ, για όπλο, σκανδάλη, Ernesto no se atrevió a apretar el gatillo,
Ο Ερνέστο δεν τόλμησε να πατήσει τη σκανδάλη
2. για οδοντίατρο, λαβίδα, El dentista le sacó la muela a Ana con el gatillo,
Ο οδοντίατρος της τράβηξε το δόντι στην Άννα με τη λαβίδα
3. για ζώο, περιλαίμιο
4. σφιγκτήρας
5. εκφ, apretar, disparar el gatillo, πατώ, τραβώ τη σκανδάλη
Antes de que aprietes el gatillo, deberías pensarlo mejor,
Πριν πατήσεις τη σκανδάλη, θα έπρεπε να το σκεφτείς καλύτερα
gatillazo 1. α, για όπλο, κρότος της σκανδάλης
2. οικ, μτφ, στο σεξ, μπλοκάρισμα, σαν κόλλημα σκανδάλης
3. εκφ dar, pegar (el) gatillazo, οικ, μτφ, δεν έχω στύση
engatillado 1. α, ατκ, κατασκευή δεμένη με άγκιστρα
engatillar πρχ πιάνω με άγκιστρα, σφιγκτήρα
1. ρμ, ατκ, πιάνω με άγκιστρα, σφιγκτήρα
2. τχν, αγκιστρώνω, γαντζώνω
3. πδφ, κάνω, πιάνω σουτ, σαν να τραβάω σκανδάλη
4. ραντ, μπλοκάρει η σκανδάλη, se engatilló el fusil, μπλόκαρε το τουφέκι
engatillado, da 1. ε, ζωλ, με χοντρό αυχένα, σαν γάτου
engatusar 1. ρμ, οικ, πρχ σαν γάτος τρίβομαι σε κάποιον για να πετύχω κάτι= καλοπιάνω, κολακεύω, πείθω με γαλιφιές, γλυκομιλώ σε κάποιον για να πετύχω κάτι,
Engatusaba a su madre para que le diera dinero,
Καλόπιανε την μητέρα του για να του έδινε χρήματα
engatusamiento 1. α, οικ, καλόπιασμα, κολακεία, γαλιφιά, μαλαγανιά
engatusador, ra 1. ε, οικ, που καλοπιάνει, κολακευτικός, -ή, -ό,
2. α θ, κόλακας, μαλαγάνας, γαλίφης
mojigatería πρχ μοχι-γατα> μουσκι-γατα= σαν γάτα βρεγμένη
1. θ, ψευτο-ταπεινότητα ατόμου για να πετύχει κάτι, υποκριτικότητα,
se dirigió al jefe de personal con mojigatería para conseguir el aumento,
απευθύνθηκε στον υπεύθυνο προσωπικού με υποκριτικότητα για να πετύχει την αύξηση
2. σεμνοτυφία, θρησκοληψία, criticarla por hacer top less es una mojigatería,
να την κριτικάρει επειδή έκανε τοπ-λες είναι μια σεμνοτυφία
3. πουριτανισμός
mojigatez 1. θ, mojigatería
mojigato, ta 1. ε, α θ, ψευτοταπεινός, -ή, -ό, υποκριτικός, -ή, -ό, υποκριτής, -ια,
Es un mojigato que engañó al jefe con su apariencia humilde para que confiara en él y lo ascendiera, Είναι ένας υποκριτής που εξαπάτησε τον διευθυντή με την ταπεινή του εμφάνιση για τον εμπιστευτεί και να τον προαγάγει
2. σεμνότυφος, -η, -o, θρησκόληπτος, -η, -o
3. πουριτανικός, -ή, -ό, πουριτανός, -ή, Mis padres son mojigatos y no les gusta que yo fume y beba alcohol, Οι γονείς μου είναι πουριτανοί και δεν τους αρέσει εγώ να καπνίζω και να πίνω αλκοόλ