GASTRO= ΠΡΧ ΓΑΣΤΡΟ-, ΓΑΣΤΕΡΑ, ΓΑΓΓΡΑΙΝΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
gastrología 1. θ, ιατ, γαστρολογία
gastronomía 1. θ, ιατ, γαστρονομία
gastronómico, ca 1. ε, γαστρονομικός, -ή, -ó
gastrónomo, ma 1. α θ, γαστρονόμος
gastropatía 1. θ, ιατ, γαστροπάθεια
gastroscopia 1. θ, ιατ, γαστροσκόπηση
gastroscopio 1. α, ιατ, γαστροσκόπιο
gastrotomía 1. θ, ιατ, γαστροτομή
gastrointestinal 1. ε, γαστρεντερικός, -ή, -ó
gástrula 1. θ, βιο, γαστρίδιο
gasteromiceto 1. α, βοτ, γαστερομύκητας
gasterópodo 1. α, ζωλ, γαστερόποδο
gastralgia 1. θ, ιατ, γαστραλγία
gastrálgico, ca 1. ε, ιατ, γαστραλγικός, -ή, -ó
gastrectomía 1. θ, ιατ, γαστρεκτομή
gástrico, ca 1. ε, ιατ, γαστρικός, -ή, -ó, jugos gástricos, γαστρικά υγρά
gastrina 1. θ, βιο, γαστρίνη
gastritis 1. θ, ιατ, γαστρίτιδα
gastrocele 1. α, ιατ, γαστρική κήλη
gastrocolitis 1. θ, ιατ, γαστροκολίτιδα
gastroenteritis 1. θ, ιατ, γαστρεντερίτιδα
gastroenterología 1. θ, ιατ, γαστρεντερολογία
gastroenterólogo, ga 1. α θ, ιατ, γαστρεντερολόγος
gangrena 1. θ, ιατ, γάγγραινα
agangrenarse 1. ραντ, γαγγραινιάζω, παθαίνω γάγγραινα
gangrenarse 1. ραντ, γαγγραινιάζω, προσβάλλομαι από γάγγραινα
gangrenoso, sa 1. ε, ιατ, γαγγραινικός, -η, -ο, γαγγραινώδης, -ης.-ες
grama 1. θ, βοτ, πρχ α-γριμι= αγριάδα, αγριό-πυρον το έρπον,άγρωστις η έρπουσα, αίρα
2. σνθ, grama de las boticas, del norte, βοτ, άγρωστις η έρπουσα, αγριάδα
grama de olor, ανθόξανθο το εύοσμο
desgramar 1. ρμ, πρχ ξ-αγριάζω απο χόρτα= βοτανίζω, ξε-χορταριάζω
gramal 1. α, έδαφος καλυμμένο με αγριάδα
gramínea 1. θ, βοτ, αγριάδα, άγρωστη