GANSO= ΠΡΧ ΓΚΑΝΣΟ> ΧΑΝΣΟ> ΧΗΝΑ, ΠΡΧ ΧΑΝΣΟ> ΧΑΖΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
ganso 1. α, πρχ χανσο> χήνα= χήνα, una pluma de ganso, ένα φτερό χήνας
2. α θ, οικ, μτφ, πρχ χανσο> χαζός, κάποιος που κάνει τον αστείο χωρίς να είναι,
κουτορνίθι, μπούφος
3. οικ, μτφ, ατζαμής, -ού, τεμπέλης, -λα, νωχελικός, -ή, πρχ χανσο> χασο-μέρης, -ισσα,
επειδή περπατά σαν χήνα, siempre llega tarde porque es muy ganso,
πάντα φτάνει αργά γιατί είναι πολύ νωχελικός
4. οικ, μτφ, καλαμπουρτζής, -ού, ese ganso tiene una gracia increíble contando chistes, αυτός o καλαμπουρτζής έχει φοβερή πλάκα όταν λέει αστεία
5. εκφ, hacer el ganso, κάνω το χαζό για να προκαλέσω γέλιο
ganso, sa 1. ε, οικ, μτφ, πρχ χανσο> χαζός, -ή, -ó, ser muy ganso, είμαι πολύ χαζός
2. σαν χήνα αδέξιος, -α, -o, ¡qué ganso!, τι αδέξιος!
3. πρχ χανσο> χασο-μέρικος, -η, -ικο, τεμπέλης, -α, -ικο, es un tío muy ganso,
είναι ένας τύπος πολυ χασομέρικος
4. που προκαλεί γέλιο σαν χανσο> χαζός= αστείος, -α, -o, ευτράπελος, -η, -ο, διασκεδαστικός, -ή, -ό, siempre anda haciendo comentarios gansos,
πάντα κάνει διασκεδαστικά σχόλια
gansarón 1. α, ορν, νεαρή χήνα, χηνάκι
gansada 1. θ, πράξη, λόγια πρχ χανσαδα> χαζάδα= ανοησία, κουταμάρα, χαζομάρα
gansear 1. ρα, πρχ χανσαρω> χαζάρω= κάνω ή λέω χαζά, κουταμάρες
gansería 1. θ, οικ, μτφ, πρχ χανσερία> χαζομάρα, ανοησία, κουταμάρα